Supreme Court partially allows appeal on unpaid Sunday wages and unissued work uniforms based on missing evidence consideration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding unpaid Sunday wages and work uniforms. The appellant argued the lower court failed to consider specific photographs proving the employer did not issue uniforms, while the respondent was absent. The court found the lower court's failure to explicitly reference this evidence created a doubt about its consideration, necessitating a remand for a new trial on these specific monetary claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(3), 568(4), 576(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; A lower court's failure to explicitly reference evidence adduced by a party, when such omission creates doubt regarding the evidence's consideration, constitutes a ground for partial annulment and remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1261 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1261/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΗΓΑΣΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην "ΠΗΓΑΣΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2481/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7613/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-2-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 8900/1945 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, προκύπτει ότι η προσαύξηση 75% της αμοιβής των μισθωτών για την εργασία που παρέχουν κατά τις Κυριακές και τις αργίες υπολογίζεται πάντοτε επί των υποχρεωτικώς θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών τους, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα επιδόματα.
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε εργασιακή σχέση, εφόσον με συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν προβλέπονται ευνοϊκότεροι όροι αμοιβής για την κυριακάτικη και κατά εξαιρετέες ημέρες απασχόληση, η προσαύξηση 75% για την παροχή εργασίας κατά τις ημέρες αυτές (Κυριακές και αργίες) υπολογίζεται στο νόμιμο και όχι στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του μισθωτού, είτε πρόκειται για αμειβόμενο με μηνιαίο μισθό, είτε για αμειβόμενο με ημερομίσθιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο διαφορές αμοιβών, συνολικού ύψους 246,79 ευρώ, για την απασχόλησή του ως τεχνίτη πιεστή στην εκτυπωτική μονάδα (εργοστάσιο) της αναιρεσείουσας κατά ημέρες Κυριακών της χρονικής περιόδου από 1-1-1998 έως 31-1-2003, υπολογίζοντας αυτές με βάση το σύνολο των καταβαλλόμενων αποδοχών και όχι με βάση το σύνολο των νομίμων αποδοχών του, μολονότι τούτο δεν οριζόταν ούτε με τις από 8-5-1998, 19-4-1999, 6-6-2000, 3-4-2001 και 27-6-2002 ΣΣΕ "Λιθογράφων στα λιθογραφία και εργαστήρια γραφικών τεχνών όλης της χώρας",ισχυρισμό άλλωστε τον οποίον ούτε και ο αναιρεσίβλητος προέβαλλε.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της, με ποινή το απαράδεκτο, επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική ανεπάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική όμως, ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα οι δικονομικές της ελλείψεις, που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της, ελέγχονται κατά τον αριθμ. 14 του άνω άρθρου 559. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια, και άρθρο 2 του ν. 435/1976 στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, το κανονικό ημερομίσθιο αυξημένο κατά 75%.
Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο.
Συνεπώς, για την κατ' άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή διαφορών αποδοχών για παρασχεθείσα κατά Κυριακές και κατά τη νύκτα εργασία συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες και ο αριθμός αυτών, αλλά αρκεί ότι αναφέρεται ο αριθμός ωρών εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος κατά το διάστημα τούτο σε ημέρες Κυριακών και κατά τη νύκτα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει εκ της παραδεκτής κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκοπήσεως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός ζήτησε την επιδίκαση διαφορών που προκύπτουν από την αμοιβή που έλαβε και εκείνης που έπρεπε να λάβει εκ της εργασίας που παρέσχε στην αναιρεσείουσα κατά ημέρες Κυριακών και κατά τη νύκτα στα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.
Παραθέτει δε τον χρόνο απασχολήσεώς του σε ώρες, τις μηνιαίες αποδοχές του, με βάση τις οποίες πρέπει να υπολογισθούν κατά τις απόψεις του οι αμοιβές του για τις εργασίες του αυτές και τον μηνιαίο μισθό του μετά προσαυξήσεων για το καθένα από τα χρονικά διαστήματα, ως και τα εκ του πολλαπλασιασμού των ωρών εργασίας του προς το μετά προσαυξήσεως ωρομίσθιό του εξαγόμενα ως οφειλόμενα συνολικά ποσά, όπως και τα καταβληθέντα τοιούτα και τα μετ' αφαίρεσή τους από τα καταβλητέα αιτούμενα υπόλοιπα.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, αφού περιέχοντα σ' αυτή, σε σχέση με τα ανωτέρω κεφάλαιά της, όλα τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία, έστω και αν δεν καθορίζονται στο αγωγικό γης δικόγραφο οι συγκεκριμένες χρονολογίες των Κυριακών και των ημερών κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε τη νύκτα, ο ακριβής αριθμός των ημερών αυτών και το ακριβές ωράριο εργασίας του αναιρεσιβλήτου για καθεμία απ' αυτές.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την υπόψη αγωγή κατά τα ως άνω κεφάλαια λόγω αοριστίας της, είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολομ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος. Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την μερική ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσίβλητου έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, και την ...
ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..., που λήφθηκε νόμιμα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου και προσκομίσθηκε με επίκληση από την αναιρεσείουσα. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με όσα προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται η ειδική αναφορά και η ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Πάντως, η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για κάποιο αποδεικτικό στοιχείο που έχει ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως προϋποτίθεται ότι έχει γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες έγγραφο που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις της και προσκομίσει στο Εφετείο, η λήψη του οποίου θα επηρέαζε το διατακτικό της αποφάσεως υπέρ των απόψεών της, αναφορικά με το από 600 ευρώ συνολικά επιδικασθέν αγωγικό κονδύλιο αντιτίμου φορμών εργασίας, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη έγχρωμη φωτοτυπία σειράς φωτογραφιών που λήφθηκαν στο εργοστάσιο της αναιρεσείουσας και απεικονίζουν τους εργαζόμενους πιεστές, καθώς και τον ίδιο αναιρεσείοντα, να φορούν φόρμες εργασίας.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση, παρά την αδιάστικτη σε αυτή διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο (φωτογραφίες) κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η αναιρεσείουσα δεν χορηγούσε στον αναιρεσίβλητο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ φόρμες εργασίας.
Και τούτο διότι, παρά την, κατ' αρχήν, μη ύπαρξη δικονομικού καθήκοντος του δικαστηρίου προς διαμνημόνευση ενός εκάστου των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς του Εφετείου, έστω και εμμέσως, στο κατά την αναιρεσείουσα περιεχόμενο του άνω αποδεικτικού μέσου γεννά αμφιβολία αν ελήφθη πράγματι υπόψη αυτό από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και συγκεκριμένα μόνον ως προς τα επιδικασθέντα αγωγικά κονδύλια, ύψους 246,79 και 600 ευρώ, αντιστοίχως, για διαφορές αμοιβών του αναιρεσιβλήτου για εργασία του κατά ημέρες Κυριακών και για αντίτιμο μη χορηγηθεισών φορμών εργασίας του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως εν μέρει ηττώμενος, σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας αυτής (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 7613/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της που καθορίζεται στο σκεπτικό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ