1261/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6 Ιουλίου 2001 και 28 Φεβρουαρίου 2002 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και 4ου αναιρεσίβλητου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2966/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8209/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Ιουνίου 2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1261/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολδ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1261 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1261/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ................, 2. .........., 3. .........., ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του ......... και .........., 4. ..........., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της ...........και .........., 5. ..........., ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του ........... και .........., 6. ............, ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του ............. και ............,7. .........., ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του ......... και ................,8. ............., 9. .................., 10. .........., 11. .............., 12. .............,13. ..............και 14. ............... Οι υπό στοιχεία 1 έως και 9 και 11 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Νάκο, ο οποίος δήλωσε ότι: α. ο 10ος αναιρεσείων ..........., απεβίωσε στις ........., όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα και με αριθμό .......... ληξ. πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Λάρισας και την δίκη συνεχίζουν επ΄ονοματί του οι ήδη ως άνω αναιρεσείοντες με στοιχεία 2, 11, 13 και 14 και β. οι υπό στοιχεία 12, 13 και 14 αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .........., 2. ......................, 3. ...........,οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 4. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6 Ιουλίου 2001 και 28 Φεβρουαρίου 2002 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και 4ου αναιρεσίβλητου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2966/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8209/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Ιουνίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 1ου, 2ου και 3ης εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τις ως άνω δηλώσεις του, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1 εδ. α και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και από μερικούς από τους αναιρεσείοντες ακόμη και με προφορική δήλωσή τους πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου και επιφέρει κατάργηση της δίκης ως προς αυτούς. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου, αφού πρωτίστως κατέστησαν γνωστό ότι ο 10ος αυτών .........απεβίωσε, στις ........, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ........ ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Λάρισας και τη δίκη συνεχίζουν πλέον επ' ονόματί του, ως κληρονόμοι, οι 2η, 11η, 13ος και 14ος αυτών, χωρίς να προβάλλεται προς τούτο καμιά αντίρρηση, στη συνέχεια οι 12ος, 13ος και 14ος αυτών, παραιτήθηκαν του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς καταργήθηκε η δίκη ως προς αυτούς.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολδ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παρά πόδας της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από 21.7.2005 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 5.5.2006. Κατά τη συνεδρίαση του Τμήματος στη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 23.2.2007 και εν συνεχεία, παρουσία των διαδίκων, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 9.3.2007, κατά την οποία εμφανίστηκαν όλοι οι διάδικοι πλην των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων ........, ..........και ..............
Δεδομένου, όμως, ότι η εκ του πινακίου αναβολή της υπόθεσης ισχύει ως κλήτευση των αναιρεσιβλήτων αυτών, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ).
Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, οι 1ος, 2η, 3ος, 4η , 5ος , 6ος, 8ος, 9η και 11η των εναγόντων - αναιρεσειόντων, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 εδαφ.
β΄ και 932 εδαφ. γ΄ ΑΚ και έτσι απέρριψε κατ΄ ουσίαν το δεύτερο λόγο της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε την, κατά ποσοστό 30%, συνυπαιτιότητα του 1ου αυτών, ως παραμελήσαντος την εποπτεία του θανατωθέντος, σε τροχαίο ατύχημα, ανήλικου τέκνου του, κατά παραδοχή τη σχετικής ένστασης των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων.
Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υπόθεσης, η νομική άποψη του 1ου των αναιρεσειόντων περί της εννοίας των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και η περί της εννοίας αυτής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με πληρότητα αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ΄ αυτό πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι. IV. Επειδή το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υποχρέου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών.
Το συντρέχον πταίσμα του θύματος λαμβάνεται υπόψη έστω και αν αυτό λόγω ηλικίας (π.χ κάτω των 10 ετών) δεν έχει ικανότητα για αδικοπραξία. Επίσης λαμβάνεται υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης π.χ. του ενάγοντος πατέρα, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας στο θανατωθέν ανήλικο τέκνο του.
Στην περίπτωση αυτή το συντρέχον πταίσμα του πατέρα ή της μητέρας λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων όπως είναι τα αδέλφια, ο παππούς και η γιαγιά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 932 εδαφ.
γ΄ ΑΚ, διότι για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των δικαιούχων 2ης, 3ου, 4ης, 5ου, 6ου, 8ου, 9ης και 11ης των αναιρεσειόντων, που τυγχάνουν μητέρα, αδέλφια παππούδες και γιαγιάδες του θανατωθέντος ανηλίκου τέκνου, έλαβε υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του 1ου των αναιρεσειόντων πατέρα του τελευταίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ορθά ερμήνευσε τη φερόμενη ως παραβιασθείσα ως άνω διάταξη.
Κατά το άρθρο 932 εδαφ. γ΄ ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αδικοπραξία, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά τα άρθρα 35 και 36 ΑΚ το πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του.
Ως προς τα δικαιώματα που του επάγονται το κυοφορούμενο θεωρείται γεννημένο αν γεννηθεί ζωντανό. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 ΑΚ, προκύπτει ότι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αποτελεί είδος ζημίας μη περιουσιακής και έχει ως σκοπό με την καταβολή εύλογου ποσού χρημάτων και την απόκτηση με αυτά άλλων περιουσιακών αγαθών να καταστεί δυνατή η ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση, όσο τούτο είναι δυνατό, του μέλους της οικογένειας του θανατωθέντος, το οποίο έτσι υποβοηθείται να εξισορροπήσει τις δυσμενείς ψυχολογικές καταστάσεις που του δημιουργήθηκαν από την αδικοπραξία και να ξεπεράσει ή έστω να νοιώσει ελαφρότερη τη ψυχική οδύνη, που του προηγήθηκε.
Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται καταρχήν, όταν το ενάγον μέλος της οικογενείας του θύματος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του τελευταίου σχηματισμένη ήδη ηθική προσωπικότητα και συναισθηματικό κόσμο, ώστε να δέχεται τις επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου και τις από το θάνατο του συγγενούς του ψυχικές συγκινήσεις, γεγονός το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο κατά τους κανόνες της κοινής πείρας με βάση τα πραγματικά περιστατικά που τίθενται υπόψη του.
Όμως το δικαστήριο μπορεί να αποκαταστήσει όχι μόνο την ενεστώσα αλλά και τη μέλλουσα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, όπως μπορεί να αποκαταστήσει τη μέλλουσα περιουσιακή ζημία. Επομένως είναι δυνατόν να επιδικαστεί από την έγερση της σχετικής αγωγής (άρθρο 69 Κ.Πολ.Δ) χρηματική ικανοποίηση και σε κυοφορούμενο, αν αυτό γεννήθηκε ζωντανό, για τη ψυχική οδύνη που είναι βέβαιο ότι θα δοκιμάσει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, όταν θα φθάσει σε ηλικία που θα μπορεί να δέχεται τις επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου και να αισθάνεται την έλλειψη του μέλους της οικογενείας του που θανατώθηκε.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδαφ. β΄ Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης της απόφασης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ΄ αυτόν των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή μη τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Όσον αφορά τον κατά το χρόνο του ατυχήματος (24-7-1999) κυοφορούμενο αδελφό του θανατωθέντος ........., ηλικίας τότε 3 ετών περίπου, που γεννήθηκε ζωντανός στις .........., 47 ημέρες μετά το ατύχημα και έλαβε το όνομα ......
ήτοι το όνομα του θανατωθέντος αδελφού του, κρίνεται από το δικαστήριο τούτο, με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λαμβανομένου υπόψη ότι η απώλεια του θανατωθέντος, πριν τη γέννηση αυτού, αδελφού του αναπληρώνεται με την παρουσία των τριών μεγαλύτερων αδελφών του ........, ............
και .........., ηλικίας τότε 7, 6, και 4 έτους περίπου και του ενός μικρότερου αδελφού του ........,ηλικίας τότε 1 έτους και 4 μηνών αλλά και τον δύο άλλων αδελφών του που γεννήθηκαν στη συνέχεια κατά τα έτη 2001 και 2003 αντίστοιχα, ότι δεν θα δοκιμάσει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ψυχική οδύνη για την απώλεια του θανατωθέντος αδελφού του (πριν αυτός γεννηθεί) και πρέπει να μη επιδικαστεί σ΄ αυτόν κανένα ποσό ως χρηματική του ικανοποίηση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε αντιθέτως, απέρριψε κατ΄ ουσίαν την αγωγή ως προς τον προαναφερόμενο 7ο των αναιρεσειόντων ανήλικο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ΄ αυτήν επαρκείς και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 932 εδαφ.
γ΄ ΑΚ που εφαρμόσθηκε ως προς το κρίσιμο ζήτημα της επιδίκασης ή μη στο κυοφορούμενο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στο Εφετείο, από το συγκεκριμένο αναιρεσείοντα, οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 εδ. β και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης των 1ης έως και 9ης καθώς και της 11ης των αναιρεσειόντων και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στη δικαστική δαπάνη του παριστάμενου 4ου των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), το οποίο κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη έναντι των αναιρεσιβλήτων, που έχει ανοιγεί με την από 1.6.2005 αίτηση αναίρεσης των 12ου, 13ου και 14ου των αναιρεσειόντων .........., ........... και ................, αντίστοιχα.
Απορρίπτει την από 1.6.2005 αίτηση των 1ης έως και 9ης καθώς και της 11ης των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 8209/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παριστάμενου 4ου των αναιρεσιβλήτων ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ