Legislator Case Law & Legislation
1260/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against State's appeal, reducing lawyer fees from 2% to 1.5% of compensation.

Case Number 1260/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a final judgment awarding compensation to private landowners. The State argued the lower court incorrectly set the lawyer's fee at 2% of the compensation amount. The court ruled that the State, as the appealing party, must bear the legal costs, including the correct calculation of the lawyer's fee at 1.5% instead of the erroneous 2%. Consequently, the appeal was accepted only regarding the legal costs, while the main compensation award was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The State, when appealing a judgment, bears the legal costs, including the correct calculation of the opposing party's lawyer fees based on statutory rates rather than arbitrary percentages.

Keywords

AI generated
State appeal costs lawyer fee calculation compensation award legal expenses allocation civil procedure appeal public liability judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 90 of the 2362/1995 Law on Public Accounting and Audit
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1260 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1260/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. του Κ., συζύγου Ι. Χ., 2) Ε. Β. του Γ., κατοίκων …Κρήτης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Πυροβολάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/6/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 24.6.2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 172/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της από 3.1.2019 έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η παραπάνω έφεση κατά της με αριθμό 488/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου επί της από 2.3.2018 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων με την οποία (οριστική απόφαση) επιδικάστηκαν υπέρ των τελευταίων ως δικαιούχων αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση, τα αιτηθέντα χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση εξ αιτίας της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας αυτών, ως παρόδιων ιδιοκτητών αυτοαποζημιούμενων ακινήτων της ιδιοκτησίας τους, στα πλαίσια διάνοιξης εθνικών οδών στο τμήμα Χερσόνησος- όρια νομού Λασιθίου του ΒΟΑ Κρήτης, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 653/1977. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του προϊσχύσαντος 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", (οι διατάξεις του οποίου καταργήθηκαν με το άρθρο 177 του ν. 4270/2014), "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής", και στο άρθρο 91 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "Επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής...".

Στις απαιτήσεις δε, κατά του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α., οι οποίες υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή βάσει των ανωτέρω διατάξεων, περιλαμβάνονται τόσο εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία όσο και εκείνες που πηγάζουν από αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΣΤΕ 2748/2017,ΑΠ 125/2001).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α' του ως άνω Ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, εκτός από την άσκηση της αγωγής, η συζήτηση της υπόθεσης, η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κλπ. (ΑΠ 1241/2018).Η κατά τα άνω προβλεπόμενη διακοπή της παραγραφής προϋποθέτει την εισαγωγή της υπόθεσης με αγωγή στο έχον δικαιοδοσία δικαστήριο, αφού σε διαφορετική περίπτωση η αγωγή απορρίπτεται και δεν μπορεί να γίνει λόγος για διατήρηση των συνεπειών άσκησής της.

Εξαίρεση εισάγεται, με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, που, κατά τη θέση της σε ισχύ, είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα. Με τη διάταξη αυτή ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες και συνεπώς και ως προς τη διακοπή της παραγραφής της αξίωσης, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν, πριν την τελεσιδικία της απορριπτικής, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, απόφασης, ο ενάγων ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διάταξης, που συνίσταται στην σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 664/2015, ΑΠ 942/2005).

Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 ν. 3659/2008 (ΦΕΚ Α/77/7-6-2008), το οποίο ορίζει ότι, "αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.

Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί ή είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου". Σύμφωνα λοιπόν με τη νεότερη αυτή διάταξη, η ανωτέρω δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία αφετηριάζεται, αν η απορριπτική απόφαση είναι από την έκδοσή της τελεσίδικη ή εκδόθηκε κατ` έφεση από δικαστήριο του δεύτερου βαθμού, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όχι μόνον όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμείνει την έκδοση αποφάσεως, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διατάξεως, που συνίσταται στη σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση βοηθήματος ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (ΑΠ 234/2022, ΑΠ 928/2021, ΑΠ 1264/2019, ΑΠ 883/2018, ΑΠ 1399/2017, ΑΠ1039/2017, ΑΠ 53/2012, ΑΠ 1028/2005).

Ενόψει του σκοπού της εν λόγω διάταξης, αυτή τυγχάνει εφαρμογής αναλογικώς και στην περίπτωση κατά την οποία η αρχική αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, όχι με τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, αλλά με αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου ή του Συμβουλίου Επικρατείας, οπότε η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή δίμηνος προθεσμία για την άσκηση της αγωγής ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων αρχίζει από την επίδοση της αμετάκλητης απόφασης (ΣτΕ 2574/2006).

Στη περίπτωση αυτή, για την εκ νέου άσκηση της αγωγής δεν είναι αναγκαίο να έχει χωρήσει προηγουμένως επίδοση της αμετάκλητης απόφασης του Αρείου Πάγου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία απορρίπτεται το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας (ΣτΕ 2754/2000, ΣτΕ 3950/1995), πολύ δε, περισσότερο, δεν είναι αναγκαίο να έχει εκδοθεί η αμετάκλητη αυτή απόφαση.

Και τούτο διότι το δίμηνο από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης (εν προκειμένω αμετάκλητης απορριπτικής απόφασης) τίθεται ως το ανώτατο χρονικό όριο πέραν του οποίου δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου βοηθήματος, κατ' επίκληση της ανωτέρω διάταξης και με τα εξ αυτής πλεονεκτήματα (ΑΠ 928/2021, ΑΠ 1039/2017, ΑΠ 635/2005).

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α` του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ` άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό και συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001, το οποίο, κατ` άρθρ. 37 εδάφ.

α` του αυτού νόμου, δεν εφαρμόζεται στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν μέχρι τότε συντελεστεί (ΟλΑΠ 7/2013). Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 4 του ν. 2971/2001 τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977 ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 325/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση. Πριν καταβληθεί δε η ορισθείσα οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη.

Με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 2882/2001 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 126 του Ν. 4070/ 2012, ΦΕΚ Α' 82/10.04.2012 και σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 146 του αυτού νόμου ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος απαλλοτριώσεις), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 και 5 αυτού: "1.

Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7.

Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή".

Κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου 10 του ν. 2882/2001 "Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης. 3. Το δικαίωμα για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου".

Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται, ότι σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου το δικαίωμα (αξίωση) του ενδιαφερόμενου για απόληψη της δικαστικώς προσδιορισθείσας προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης υπόκειται πλέον σε οκταετή παραγραφή, αρχομένη από την αποδεδειγμένη κατάληψη του ακινήτου, και πάντως σε δεκαετή παραγραφή με αφετηρία τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Η εν λόγω παραγραφή τυγχάνει εφαρμοστέα, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, και στις συντελεσμένες κατά την 10.04.2012 απαλλοτριώσεις (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4070/2012), με στόχο να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον με την εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων εντός εύλογου χρόνου, οπότε ο δικαιούχος της αποζημίωσης είχε την δυνατότητα να ενεργήσει εγκαίρως για την είσπραξή της.

Εξάλλου, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το τμήμα του ακινήτου ως προς το οποίο θεωρήθηκε ότι έχει υποχρέωση αποζημιώσεως τρίτων ή (και) αυτοαποζημίωσης κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, το οποίο (τεκμήριο) ήδη και νομοθετικώς ορίστηκε ως μαχητό (άρθρ. 33 του ν. 2971/2001) και το οποίο ανατράπηκε δικαστικώς, αποτελεί μέρος της πλήρους αποζημιώσεως που κατ' εφαρμογή της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος) οφείλεται για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία.

Επομένως η αξίωση για την αποζημίωση αυτή, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας (ήδη άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ΟλΑΠ 10 και 11/2004, 11/2011), δεν υπόκειται στην κατά το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 γενική (πενταετή) παραγραφή των αξιώσεων κατά του δημοσίου, ούτε αρχίζει από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της απόφασης για την απαλλοτρίωση, οπότε ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης λαμβάνει γνώση του χαρακτηρισμού της έκτασής του ως αυτοαποζημιούμενης (από τα οικεία κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακα).

Αλλά, υπόκειται στην προβλεπόμενη από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ) παραγραφή, που εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που έχουν συντελεστεί πριν από τον τελευταίο αυτό νόμο (2882/2001), όπως εν προκειμένω (ΑΠ 601/2018, ΑΠ 816/2018, ΑΠ 631/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013, ΑΠ 1558/2022, ΑΠ 386/2021, ΑΠ 601/2018).

Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Στη προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο ουσίας, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 ν. 1469/1986 και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στήριξε την παραδοχή της σχετικά με την κατ'ουσίαν απόρριψη της ένστασης παραγραφής που το αναιρεσείον είχε προβάλει και ως λόγο έφεσης.

Από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση του Εφετείου (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι , κατά το ενδιαφέρον τους λόγους αναίρεσης μέρος της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: " ... Ειδικότερα? από το σύνολο των εγγράφων που ενυπάρχουν στη δικογραφία συνομολογείται από τους διαδίκους ότι η δεκαετής παραγραφή του άρθρου 10 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001) άρχισε από την ημερομηνία συντέλεσης των δύο απαλλοτριώσεων, την 12η Ιανουαρίου 1996 (η πρώτη) και την 3η Οκτωβρίου 1999 (η δεύτερη).

Η προθεσμία αυτή διεκόπη από ενέργειες των εναγουσών που αποσκοπούσαν στη δικαστική είσπραξη μέρους της αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση ... Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου τη με αριθμό κατάθεσης 143/16.12.2002 αγωγή που διεκδικούσε το ίδιο ποσό με αυτό της αγωγής που κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο στις 27.11.2002...

Ακολούθως, δημοσιεύθηκε η με αριθμό 338/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως του ηττηθέντος εναγομένου η με αριθμό 75/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων που απέρριψε την έφεση. Τέλος, κατόπιν άσκησης αναίρεσης του ηττηθέντος εναγομένου εκδόθηκε η με αριθμό 1157/2016 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας που απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.

Σημειώνεται, ότι παράλληλα και λόγω της εύλογης αμφιβολίας για την δικαιοδοσία των πολιτικών ή των διοικητικών δικαστηρίων, η πρώτη ενάγουσα είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και τη με αριθμό 5403/ΤΠς/790/2002 αγωγή με όμοιο αντικείμενο, δικάσιμος της οποίας είχε οριστεί η 4η .11.2205, οπότε και η συζήτηση ματαιώθηκε, ενώ από το δικόγραφο της αγωγής αυτής ήδη παραιτήθηκε με την υπό κρίση αγωγή.

Παράλληλα, η δεύτερη ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου τη με αριθμό κατάθεσης 163/23.12.2002 αγωγή που διεκδικούσε το ίδιο ποσό με αυτό της αγωγής που κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο στις 27.11.2002... Ακολούθως, δημοσιεύθηκε η με αριθμό 402/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου και κατόπιν εφέσεως του ηττηθέντος εναγομένου η με αριθμό 18/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων που απέρριψε την έφεση.

Τέλος, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως του ηττηθέντος εναγομένου εκδόθηκε η με αριθμό 2426/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Σημειώνεται, ότι παράλληλα και λόγω της εύλογης αμφιβολίας για την δικαιοδοσία των πολιτικών η των διοικητικών δικαστηρίων, η πρώτη ενάγουσα είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και τη με αριθμό 5500/ΤΠς/810/2002 αγωγή με όμοιο αντικείμενο, δικάσιμος της οποίας είχε οριστεί η 9η.12.2005, οπότε και η συζήτηση ματαιώθηκε, ενώ από το δικόγραφο της αγωγής αυτής ήδη παραιτήθηκε με την υπό κρίση αγωγή.

Εκ των ανωτέρω, που σαφώς συνομολογούνται ως δικαστικές ενέργειες από τους διαδίκους, συνάγεται ότι οι αρξάμενες την 12η Ιανουαρίου 1996 και την 3η Οκτωβρίου 1999 προθεσμίες παραγραφής διακόπηκαν το έτος 2002 με την έγερση των ανωτέρω αγωγών, που εκάστη των εναγουσών ήγειρε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, δεδομένου ότι αυτές απέβλεπαν στη δικαστική είσπραξη μέρους της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση (αρθ. 10 παρ. 2 περ.

β του ν. 2882/2001) καθώς και με την έκδοση των αποφάσεων που το παραπάνω δικαστήριο εξέδωσε τα έτη 2006 και 2007 επί αυτών, το 2010 με την έκδοση των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Κρήτης, επί των εφέσεων, που όπως προαναφέρθηκε, άσκησε το αντίδικό τους, ακολούθως δε και με τη δημοσίευση των άνω με αριθμούς 1157/2016 και 2426/2015 αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη του ότι από την έκδοση των τελευταίων αυτών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες διεκόπη η ως άνω δεκαετής παραγραφή μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής την 7η.3.2018 δεν παρήλθε χρονικό διάστημα ανώτερο των δέκα ετών, ο τρίτος λόγος έφεσης που επαναφέρει την ένσταση παραγραφής πρέπει να απορριφθεί ...το εκκαλούν με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης εκθέτει ότι καίτοι δεν έλαβε χώρα επίδοση των πιο πάνω αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, εντούτοις, ήδη από τις 18.7.2016 γνώριζαν αυτές οι ενάγουσες, και ως εκ τούτου η δίμηνη προθεσμία εκκίνησε από της γνώσεως, με αποτέλεσμα η υπό κρίση αγωγή να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε πέραν της δίμηνης προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986.

Ο λόγος αυτός έφεσης που σχετίζεται με το παραδεκτό της υπό κρίση αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο νόμο... Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:... Με τη με αριθμό 1145750/8743/0010/13.12.1993 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος-Χωροταξίας και Δημοσίων 'Εργων κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα απαλλοτριώθηκε συνολική έκταση 235.144,27 τετ.

μέτρων για τη διάνοιξη της εθνικής οδού αρ. 90 Κρήτης στο τμήμα Χερσόνησος-όρια νομού Λασιθίου του Βόρειου Οδικού 'Αξονα Κρήτης, που βρίσκεται εντός του νομού Ηρακλείου.... Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ακινήτων περιλαμβάνονται και ακίνητα ιδιοκτησίας των εναγουσών....οι οποίες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης που αντιστοιχούσε στις ιδιοκτησίες τους δυνάμει των με αριθμούς 849/1998 και 234/2002 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Δεν αποδείχθηκε ωστόσο, ότι τα εναπομείναντα μετά τις ένδικες απαλλοτριώσεις τμήματα των ακινήτων ιδιοκτησίας των εναγουσών επωφελήθηκαν από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου..... Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των εναγουσών, ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν από την κατασκευή του παραπάνω έργου και δη από τη διάνοιξη, διεύρυνση και βελτίωση-διαπλάτυνση του ΒΟΑΚ, αλλά αντιθέτως, αυτά ζημιώθηκαν.

Η δε ωφέλεια που απέκτησαν από την κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως είναι αυτή που απέκτησαν όλα γενικά τα ακίνητα και το ευρύτερο κοινό της περιοχής. Επομένως, οι ενάγουσες δεν δύναται να θεωρηθούν, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 653/1977 ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση και πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ να αποζημιωθούν και για τα τμήματα των ακινήτων τους που -κατά τα προεκτεθέντα- θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα.

Η δε αποζημίωση που το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταβάλει για την παραπάνω αιτία ανέρχεται για τη μεν πρώτη στο ποσό των 73.731 ευρώ.... και για τη δεύτερη στο ποσό των 77.388 ευρώ....

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, την οποία συμπληρώνει το παρόν Δικαστήριο με την προαναφερόμενη τοιαύτη (534 ΚΠολΔ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι , τα δε περί του εναντίου υποστηριζόμενα από το εκκαλούν με την υπό κρίση έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους έφεσης ,είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η έφεση στο σύνολό της..." .

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 και με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις αποφάνθηκε, δεχόμενο ότι η παραγραφή των αξιώσεων των εναγουσών κατά του Ελληνικού Δημοσίου που ξεκίνησε στις 12 .1.1996 για την πρώτη και στις 3.10.1999 για τη δεύτερη διακόπηκαν με την έκδοση (δημοσίευση) των με αριθμούς 2426/2015 και 1157/2016 αμετακλήτων, απορριπτικών ελλείψει δικαιοδοσίας, αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, και εκκίνησε εκ νέου στις 18.7.2016, με την κατάθεση κλήσεων προς επίσπευση της συζήτησης των αγωγών ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να ήταν αναγκαία για τον μετά την διακοπή της παραγραφής υπολογισμό της δεκαετούς προθεσμίας του άρθρου 10 παρ.

του ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001) που ήταν εφαρμοστέο εν προκειμένω, η προηγούμενη επίδοση των παραπάνω αμετακλήτων αποφάσεων στις ενάγουσες, προς ενεργοποίηση της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμοι. Κατά την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, και σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά και το άρθρο 22 ν. 3653/1997 δεν εφαρμόζεται. Εφόσον δε αντικείμενο της δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των δικαιούχων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους, που χαρακτηρίστηκαν ως "αυτοαποζημιούμενα", πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων (ΑΠ 650/2021). Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α` 247), όπως το Δημόσιο και οι ΟΤΑ (ΑΠ 57/2021) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσον και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, και στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, ενώ αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος παρακολούθημα της πλήρους αποζημιώσεως, και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως που αυτός δικαιούται (ΟλΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ήτοι ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό 2% της αποζημιώσεως για την σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως, με ιδιαίτερο δικόγραφο, ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 1% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (ΑΠ 2227/2013, ΑΠ 526/2009).

Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012) εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (ΑΠ 844/2015, ΑΠ 926/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 2227/2013), δηλαδή, μετά την 10.4.2012 και, συνεπώς, η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης καθορίζεται:

α) σε ποσοστό 1% της αποζημιώσεως για την σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 0,50% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.

γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς κατ` απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ.

ΟλΑΠ 20/2005). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔικ ο κανόνας ουσιαστικού παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις" εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. (ΟλΑΠ 14/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού προσδιόρισε την αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, για τα οποία είχε προηγηθεί προσωρινός και οριστικός προσδιορισμός τιμής μονάδος αποζημιώσεως, καταδίκασε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως στην δικαστική δαπάνη των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, σε ποσοστό 2%, συνολικά, επί της οριστικής αποζημιώσεως.

Προσδιορίζοντας επομένως το Εφετείο την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων συνολικά, σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις διότι υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή, φορέας που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, προσέτι δε η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης στις 12.10.2021, δηλαδή μετά την 10.4.2012.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ, διότι καθόρισε την συνολική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των καθ` ων η αίτηση - αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 2 % επί του ποσού της αποζημιώσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τούτο και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔικ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως υπόχρεο για την καταβολή της επίδικης αποζημιώσεως, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (δικαιούχων της αποζημιώσεως), τα οποία περιλαμβάνουν την αμοιβή για τις παραστάσεις του κοινού πληρεξουσίου δικηγόρου τους, την αμοιβή του για τη σύνταξη αγωγής και προτάσεων, τα οποία ανέρχονται σε ποσοστό (2%+1%) : 2 = 1,5% επί του ποσού εκάστης αποζημιώσεως.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των νομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν και της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 176, 179, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 172/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ίδιο κεφάλαιο.

Καθορίζει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγουσών-εφεσιβλήτων σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της επιδικασθείσας αποζημίωσης εκάστης αυτών.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων μεταξύ τους, στο σύνολό της, για την παρούσα αναιρετική δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ