Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissible witness testimony used by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final decision. The appellant argued that the lower court erred by admitting witness testimonies that were legally inadmissible under Article 400 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that the lower court correctly exercised its discretion to consider such evidence despite their formal inadmissibility, rendering the appeal groundless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 393, 394 of the Code of Civil Procedure; The lower court may freely consider and evaluate evidence that does not strictly comply with legal requirements, including testimonies from witnesses classified as inadmissible, without this constituting a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1260 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1260/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Δ., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στεφανάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε., συζύγου Θ. Λ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ... Αττικής, 2) Λ.-Ε. Λ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Μ. Λ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής, όλων ατομικώς και ως κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος Θ. Λ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λιάππη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2241/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5969/2019 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/6/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 10-6-2020 (3681/425/25-6-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 5969/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδαφ. α' και β' του ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' του ν.δ. 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 του ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του ν. 1969/1991, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 του Α.Κ.
συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξαρτήτως αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του, κατά τη σύναψή της, καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία, έκτοτε, με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 του Α.Κ.), πλην όμως, έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο, όταν της ζητηθεί.
Η λειτουργία, ωστόσο, της συμβάσεως αυτής καθιδρύει, συνήθως, μια σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της, δηλαδή, γίνεται, συνήθως, όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά, με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται, εκάστοτε, από τη βούληση του καταθέτη.
Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη, η οποία γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε μερικοί είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (Α.Π. 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως, δεν απαιτείται να γίνει αυτή από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτιστεί από μερικούς ή και από ένα δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο.
Και τούτο διότι, από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και από την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών συνάγεται ότι δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά στη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες".
Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 του Α.Κ.), αλλά, ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του.
Δημιουργείται, δηλαδή, ένας σύνδεσμος ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή, σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του Α.Κ.
Εξάλλου, συνάγεται σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ίδιου Κώδικα, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, σε συνδυασμό με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α' του Α.Κ., ότι, σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά, όμως, ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου έναντι του αναλαβόντος για καταβολή ποσού ίδιου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν, από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως φέρει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά, που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (Α.Π. 877/2008, Α.Π. 1031/2003, Α.Π. 855/2002, Α.Π. 1563/2000).
Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών και, κατ' επέκταση, αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα ως προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνον από τους συνδικαιούχους (Α.Π. 902/2019, Α.Π. 1128/2017, Α.Π. 529/2015).
Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση, όμως, δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερική σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσότερων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί είναι επαχθής ή χαριστική.
Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς, προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ' αυτόν.
Κατ' αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική, όταν, μεταξύ τους, οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (Α.Π. 539/1992).
Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης, μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε, με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (Α.Π. 540/1998).
Σε περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση, αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 493 του Α.Κ., η οποία θεμελιώνει μία εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές, οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (Α.Π. 1001/2012). Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ.
α' του ν.δ. 118/1973 ορίζεται αντιστοίχως ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων" και ότι "διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων...
ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη, χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης, που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως η κατάθεση και ο από αυτή λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (Α.Π. 902/2019, Α.Π. 1128/2017, Α.Π. 1782/2007).
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 131 του Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν.
Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του, κατά τα ανωτέρω, ανικάνου, είναι απόλυτη, ώστε, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δύναται να την προσβάλλει. Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δηλώσεως της βούλησής του, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία εμμέσως μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη (Α.Π. 360/2021, Α.Π. 531/2018, Α.Π. 430/2016, Α.Π. 274/2011, Α.Π. 223/2008).
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής (ήτοι όταν νόμιμη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και αντιστρόφως) ή των ισχυρισμών των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 7/1999, Ολ.Α.Π. 28/1998, Α.Π. 655/2010, Α.Π. 1734/2009). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 4/2018, Ολ. Α.Π. 6/2017, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 349/2014, Α.Π. 382/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο: α) εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, έκρινε την αγωγή του, ως προς την επικουρική θεμελίωσή της, νόμιμη, μόνον για τα ποσά των 125.000 ευρώ και 24.831,58 ευρώ και όχι για το ποσό των 1.013.250 ευρώ, το οποίο, επίσης, δεν του απέδωσαν οι εναγόμενες-εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες, ως αποκτηθέν κατά την εκτέλεση της συμβάσεως εντολής και β) εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, απέρριψε ως μη νόμιμη την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής, παρότι ισχυρίστηκε ότι είτε, λόγω ακυρότητας του επίδικου πληρεξουσίου είτε λόγω έλλειψης αντίστοιχης εντολής του δικαιοπαρόχου του, οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες κατέστησαν πλουσιότερες σε βάρος του, χωρίς νόμιμη αιτία.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 16-6-2014 (70408/1959/18-6-2014) αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός ιστορούσε: Ότι ο αποβιώσας, στις 14-7-2009, θείος του (αδελφός του πατέρα του), Ν. Δ., του οποίου τυγχάνει μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος, διέθετε εν ζωή τους στο δικόγραφο αναφερόμενους ατομικούς λογαριασμούς.
Ότι, στις 19-6-2009 και ενώ νοσηλευόταν στο νοσηλευτικό ίδρυμα ... ο Ν. Δ. κατήρτισε το ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο φέρεται να διορίζει ειδικούς πληρεξουσίους και αντιπροσώπους του το Θ. Λ. και τη σύζυγό του, πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων και παρέσχε σ' αυτούς, εκτός των άλλων, την πληρεξουσιότητα, ενεργώντας είτε και οι δύο μαζί είτε ο καθένας χωριστά, να καταθέτουν χρήματα σε τράπεζες και να εισπράττουν χρήματα, στο όνομα και για λογαριασμό του (ως εντολέως), από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, να προβαίνουν σε οποιαδήποτε συναλλαγή, ανάληψη ή κατάθεση οποιουδήποτε ποσού, μέσω των στο ως άνω πληρεξούσιο αναφερόμενων ατομικών λογαριασμών, καθώς επίσης την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να μετατρέψουν τους εν λόγω ατομικούς λογαριασμούς σε κοινούς με συνδικαιούχο τον ίδιο και αμφοτέρους τους ανωτέρω, να κινούν ή να κλείνουν τους λογαριασμούς αυτούς ή άλλους που διατηρούσε αυτός σε οποιαδήποτε τράπεζα της Ελλάδας ή του εξωτερικού.
Ότι, με τη χρήση του εν λόγω πληρεξουσίου, στις 2-7-2009 και 8-7-2009, ο ήδη αποβιώσας Θ. Λ., προέβη στην ανάληψη 24.831,58 ευρώ και 125.000 ευρώ, αντίστοιχα από ατομικούς λογαριασμούς του Ν. Δ.. Ότι, στις 2-4-2009, μεταφέρθηκε το κεφάλαιο προθεσμιακού λογαριασμού του Ν. Δ., μετά των τόκων αυτού, ήτοι το ποσό των 1.013.250 ευρώ και κατατέθηκε σε λογαριασμό με συνδικαιούχους τους ανωτέρω, Θ.
Λ. και τη σύζυγό του. Ότι, κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ο Ν. Δ. βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους ανικανότητας να επιμεληθεί τα του εαυτού του και της περιουσίας του και συνακόλουθα να επιχειρήσει οποιαδήποτε δικαιοπραξία, λόγω διαταραχής των πνευματικών του λειτουργιών και σοβαρότατων καρδιοαναπνευστικών προβλημάτων και επομένως το επίδικο πληρεξούσιο τυγχάνει άκυρο.
Ότι η πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων και ο ήδη αποβιώσας σύζυγός της, εκμεταλλευόμενοι τη σωματική και πνευματική κατάπτωση του Ν. Δ. καθώς και τη μακρά παραμονή του στο ως άνω νοσοκομείο, τον παρέσυραν στην υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του ως άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και οι δυνάμει τούτου υλικές πράξεις και δικαιοπραξίες των αντιδίκων του, σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ότι με το ως άνω πληρεξούσιο παρασχέθηκε εντολή διαχείρισης ξένης περιουσίας, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, τα ανωτέρω ποσά, το οποία έλαβαν για την εκτέλεση της εντολής, κατ' άρθρο 719 του Α.Κ., άλλως, επικουρικώς, ως αποζημίωση για τη ζημία που του προκάλεσαν, λόγω των ανωτέρω παράνομων πράξεων, άλλως, επικουρικώς, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, εφόσον έχουν καταστεί πλουσιότερες, κατά τα ανωτέρω ποσά, χωρίς νόμιμη αιτία.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, εκτός των άλλων, ως επαρκώς ορισμένη την αγωγή "ως προς την επικουρική αδικοπρακτική βάση... μόνο για τα ποσά των 125.000 ευρώ και 24.831,58 ευρώ, που φέρεται ότι εισπράχθηκαν από τους ατομικούς λογαριασμούς του θανόντος, καθόσον για το έτερο ποσό του 1.013.250 ευρώ, που φέρεται ότι μεταφέρθηκε την 2.4.2009 από προθεσμιακό λογαριασμό του αποβιώσαντος σε λογαριασμό με συνδικαιούχους τις εναγόμενες και τον Θ.
Λ., το οποίο φέρεται να ανέλαβαν ως συνδικαιούχοι αυτού, η αγωγή είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθόσον, όταν ο συνδικαιούχος προβεί σε ανάληψη, έστω και χωρίς δικαίωμα από την εσωτερική σχέση που διέπει την κατάθεση μεταξύ των δικαιούχων, δεν διαπράττει υπεξαίρεση. Έτσι ακόμη και αν ο αποβιώσας, μετά την ανάληψη του ποσού αυτού από τις εναγόμενες, είχε αποκτήσει δικαίωμα (αναγωγικά) από την εσωτερική σχέση μεταξύ των περισσότερων συνδικαιούχων κοινού λογαριασμό ανάληψη χρημάτων από ένα εξ αυτών, μπορεί να δημιουργήσει ενοχικές μόνον υποχρεώσεις σε βάρος εκείνου του δικαιούχου που προέβη σε ανάληψη χρημάτων, χωρίς όμως να μπορεί να στοιχειοθετηθεί η εκ μέρους του τέλεση άδικης πράξης της υπεξαίρεσης με βάση τα ανωτέρω...
Η αγωγή τέλος είναι μη νόμιμη ως προς την επικουρικότερη θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, δεδομένου ότι η δικονομικώς παραδεκτά σωρευόμενη επικουρικά (άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔικ) βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις 904 επ. του ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω καθόσον ο ενάγων πειράται να την θεμελιώσει στα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζει".
Υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσείοντος, το Εφετείο, με τις αμέσως ανωτέρω παραδοχές του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 914 του Α.Κ., δεχόμενο το μεν ότι οι εκτιθέμενες στην αγωγή ενέργειες των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν συνιστούν αδικοπραξία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ., αλλά μόνο αθέτηση της επικαλούμενης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα συμβάσεως εντολής που συνέδεε το Ν.
Δ., ως εντολέα και τους εντολοδόχους, πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων και τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγό της, Θ. Λ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του), το δε ότι η ανάληψη, μετά το θάνατο του Ν. Δ. του ως άνω ποσού από τον κοινό λογαριασμό τούτου, εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και του αποβιώσαντος συζύγου της, Θ.
Λ. δεν συνιστά υπεξαίρεση ούτε έγινε επί ζημία αυτού (αναιρεσείοντος) και, επομένως, δεν κατέστησαν οι αναιρεσίβλητες αδικαιολογήτως πλουσιότερες, κατά την έννοια του άρθρου 904 του Α.Κ., σε βάρος της περιουσίας του. Επομένως, ο ανωτέρω (τέταρτος) αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της και έτσι, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη νόμου.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ.Α.Π. 9/2013 Ολ.Α.Π. 24/1992, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 29/2020, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 253/2013, Α.Π. 343/2012).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογία, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 219/2020, Α.Π. 1261/2018, Α.Π. 651/2010).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στις 14-7-2009 απεβίωσε στην Αθήνα, εντός του νοσηλευτικού ιδρύματος ... σε ηλικία 83 ετών, ο Ν. Δ. του Γ. και Κ.... Κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλειπε ως πλησιέστερο συγγενή του τον ενάγοντα, ανεψιό του (υιό του προαποβιώσαντος αδελφού του, Δημητρίου Δρούγα), ο οποίος ζούσε μόνιμα στις ΗΠΑ από το έτος 1967...
Ο αποβιώσας εισήλθε στο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα στις 12-4-2009, προκειμένου να χειρουργηθεί για την αφαίρεση του οισοφαγικού εκκολπώματος στον οισοφάγο τύπου ZENKER, το οποίο αφαιρέθηκε με χειρουργική επέμβαση στις 29-4-2009. Η μετεγχειρητική του πορεία ήταν ομαλή, στη συνέχεια όμως εμφανίστηκαν επιπλοκές στην υγεία του, που επέβαλαν την παράταση της νοσηλείας του.
Η πρώτη εναγομένη, Ε. Λ. και ο ήδη αποβιώσας σύζυγός της, Θ. Λ., είχαν στενή συγγενική και φιλική σχέση με το Ν. Δ.. Ο Θ. Λ. και ο Ν. Δ. ειδικότερα ήταν πρώτα εξαδέλφια (οι μητέρες τους ήταν αδελφές). Ενόσω δε ήταν εν ενεργεία δικηγόρος ο Θ. Λ. υπήρξε δικηγόρος του αποβιώσαντος..., ενώ από το έτος 2004 διατηρούσαν τον υπ' αριθμ. ...
κοινό λογαριασμό στη Γενική Τράπεζα, με τρίτη συνδικαιούχο την πρώτη εναγομένη... Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα και δη στις 19-6-2009 συντάχθηκε το υπ' αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ... Σ. Μ., παρουσία των μαρτύρων Χρήστου Καναβού και Βικτωρίας Δερδεμέζη, με το οποίο ο Ν.
Δ. διόριζε ειδικούς πληρεξουσίoυς, αντιπροσώπους και αντικλήτους του τον Θ. Λ. του Γ. και Μ., συνταξιούχο δικηγόρο και την πρώτη εναγομένη... Με το ως άνω πληρεξούσιο, ο Ν. Δ. παρείχε στους ανωτέρω ειδικές εντολές, πληρεξουσιότητες και δικαιώματα, ενεργώντας είτε και οι δύο μαζί είτε ο καθένας χωριστά και ειδικότερα παρείχε σε αυτούς τις εξής εντολές:
Να καταθέτουν και να εισπράττουν χρήματα στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέως από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, Τράπεζα ή Υποκατάστημα, Δημόσιο Ταμείο... καθώς και οποιοδήποτε ποσό του οφείλεται ή του ανήκει από οποιαδήποτε αιτία δυνάμει οποιουδήποτε δικαιογράφου, όπως από καταθέσεις, παρακαταθήκες, εμβάσματα, επιταγές ή εντολές τράπεζας ή εμβάσματα από το εξωτερικό παραλαμβάνοντας τις σχετικές βεβαιώσεις εισαγωγής συναλλάγματος και δίνοντας και υπογράφοντας τις σχετικές αποδείξεις εξόφλησης κλπ, να τον εκπροσωπούν σε κάθε δοσοληψία του με Τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα και σε κάθε υποκατάστημά της και ειδικότερα να προβαίνουν σε οποιαδήποτε συναλλαγή, ανάληψη ή κατάθεση οποιουδήποτε ποσού μέσω των ατομικών τραπεζικών λογαριασμών του εντολέως και ειδικότερα του:
α) του ατομικού τραπεζικού λογαριασμού του εντολέως της Γενικής Τράπεζας, Υποκατάστημα Παπάγου (003) με αριθμό ... (κατάθεση ταμιευτηρίου) και β) της με αριθμό λογαριασμού ... προθεσμιακής κατάθεσης, επ' ονόματι του εντολέως, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Υποκατάστημα Γέρακα (870) και τον συνδεδεμένο με αυτόν ατομικό λογαριασμό ....
Ειδικά ο εντολέας παρείχε στους ανωτέρω εντολοδόχους την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και δικαίωμα να μετατρέψουν τους αμέσως προηγουμένως αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς (α και β) από ατομικούς επ' ονόματι του εντολέως, σε κοινούς με συνδικαιούχο τον εντολέα και αμφότερους τους ως άνω εντολοδόχους, υπογράφοντας αυτοί, είτε μαζί είτε ο καθένας ξεχωριστά για λογαριασμό του εντολέως τους, κάθε αναγκαίο έγγραφο ενώπιον των ως άνω τραπεζών.
Να κινούν ή να κλείνουν τους ανωτέρω λογαριασμούς τραπεζών ή άλλους λογαριασμούς του εντολέως οποιασδήποτε τράπεζας, καταθέσεως, όψεως, τρεχούμενους σε ευρώ ή ξένο νόμισμα, σε οποιαδήποτε τράπεζα της Ελλάδος ή του εξωτερικού, ατομικούς ή κοινούς, με οποιαδήποτε πρόσωπα, φυσικά ή νομικά και να μεταφέρουν ποσά σε οποιοδήποτε ποσό και εάν ανέρχονται σε οποιαδήποτε τράπεζα.
Να παραλαμβάνουν, αντικαθιστούν ή παραδίδουν σε οποιαδήποτε τράπεζα τις επ' ονόματι του εντολέως πιστωτικές κάρτες και κάρτες κίνησης λογαριασμών και τα βιβλιάρια καταθέσεων, να λαμβάνουν αντίγραφα οποιουδήποτε εγγράφου, όπως επίσης να υπογράφουν κάθε σχετική δήλωση ή αίτηση... Επίσης, ο εντολέας δήλωσε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει όλες τις πράξεις των πληρεξουσίων του, τις σχετικές με τις ανωτέρω εντολές, που ενήργησαν ή θα ενεργήσουν σαν νόμιμες και έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες.
Εν συνεχεία, δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου, στις 2-7-2009, ο Θ. Λ. ανέλαβε από τον υπ' αριθμόν ... ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του Ν. Δ. στην Εθνική Τράπεζας το ποσό των 24.831,58 ευρώ. Στις 8-7-009, δυνάμει του ίδιου πληρεξουσίου, ο Θ. Λ. ανέλαβε το ποσό των 125.000 ευρώ από τον υπ' αριθμ. ... ατομικό λογαριασμό του Ν. Δ. στη Γενική Τράπεζα, το οποίο στη συνέχεια μετέφερε στον υπ' αριθμ. ...
κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ήδη από το έτος 2004 με το Ν. Δ. και την πρώτη εναγομένη στην ίδια τράπεζα. Ο Ν. Δ. διατηρούσε επίσης στο κατάστημα Γέρακα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό πίστωσης προθεσμιακού προϊόντος, ύψους 1.013.250,00 ευρώ. Στις 2-4-2009, κατόπιν εντολής του ιδίου, αυτοματοποιημένα μέσω του μηχανογραφικού συστήματος της τράπεζας, μεταφέρθηκε το ποσό που υπήρχε στον παραπάνω λογαριασμό πίστωσης προθεσμιακού προϊόντος, στο οποίο ήταν συνδικαιούχος και η προαποβιώσασα μητέρα του ενάγοντος Αλίκη Δρούγα, σε λογαριασμό που υπέδειξε ο ίδιος ο Ν.
Δ. και συγκεκριμένα στον υπ' αριθμ. ... νέο ατομικό προθεσμιακό λογαριασμό, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε συμμετοχή των εναγομένων στις ενέργειες αυτές. Ακολούθως, δυνάμει επίσης του ως άνω πληρεξουσίου η πρώτη εναγομένη και ο αποβιώσας ήδη σύζυγός της Θ. Λ. κατέστησαν στις 2-7-2009 συνδικαιούχοι των εξής λογαριασμών: 1) του υπ' αριθμ. 870-601340-68 λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (κατάστημα Γέρακα), ο οποίος είχε ανοιχθεί από το Ν.
Δ. ως ατομικός στις 13-6-2008 και 2) της ως άνω υπ' αριθμ. ... σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (κατάστημα Γέρακα), που ανοίχθηκε από το Ν. Δ. ως ατομικός λογαριασμός στις 3-4-2009... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας Ν. Δ. πριν τη σύνταξη του ως άνω πληρεξουσίου και ενόσω νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο, επειδή παρουσίασε επιδείνωση της ψυχιατρικής του κατάστασης, εξετάσθηκε από τον Διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής αυτού, Νικόλαο Κουτουβίδη, στις 13-5-2009, ο οποίος στην από 16-10-2012 βεβαίωσή του αναφέρει επί λέξει τα εξής: 'Όπως προκύπτει από το βιβλίο εγγραφών του ψυχιατρικού Ιατρείου, ο ασθενής Ν.
Δ.... εξετάσθη από εμένα αρχικά στις 13/5/2009. Από την ψυχιατρική εξέταση διαπιστώθηκε εικόνα ψυχοσυνδρόμου με κατάθλιψη, βραδυψυχισμό και αφασικές διαταραχές. Χορηγήθηκε δε αντικαταθλιπτική αγωγή. Στη συνέχεια επανεξετάσθηκε στις 14/5, 17/6 και 18/6 του ιδίου έτους. Τον εξέτασα επίσης στις 26/6/2009, όπου τροποποιείται η φαρμακευτική αγωγή του.
Οι μικροαλλαγές στη φαρμακευτική αντικαταθλιπτική αγωγή θεωρήθηκαν επιβεβλημένες από την κλινική πορεία του ασθενούς. Ως προς το ερώτημα της διαταραχής των πνευματικών λειτουργιών, είναι προφανές ότι ήταν διαταραγμένες καθ' όλο το διάστημα από την αρχική ως την τελευταία ψυχιατρική εξέτασή μου'. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, η ιατρική αυτή γνωμάτευση που εκδόθηκε από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του έχει δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελεί πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολής της ως πλαστής, για όσα βεβαιώνονται σε αυτήν ότι έγιναν από το συντάκτη της ή ότι έγιναν ενώπιόν του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της.
Ως προς τις περιεχόμενες όμως σε αυτήν επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, η εν λόγω ιατρική βεβαίωση εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του Κ.Πολ.Δ., όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρο 387 και 390 ΚΠολΔ...
Συνεπώς, η εν λόγω βεβαίωση δεν παράγει πλήρη απόδειξη σχετικά με την επιστημονική εκτίμηση του συντάκτη της ως προς τη νοσηρή διαταραχή των πνευματικών λειτουργιών του αποβιώσαντος κατά το χρόνο που υπεγράφη το ένδικο πληρεξούσιο..., αλλά εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Ο αποβιώσας, μια ημέρα μετά την αρχική εξέτασή του από τον ανωτέρω ψυχίατρο, ήτοι την 14-5-2009 υπεβλήθη σε C/T εγκεφάλου και η γνωμάτευση του ιατρού Ευθυμίου Σταμούλη ήταν η εξής: '... Εικόνα μετρίου βαθμού ισχαιμικής λευκοεγκεφαλοπάθειας και διεύρυνης του κοιλιακού συστήματος και των υπαραχνοειδών χώρων ως επί ατροφίας.
Εικόνα εκτεταμένων σκληρυντικών αθηρωματικών αλλοιώσεων στην ενδοστραγγώδη μοίρα των έσω καρωτίδων αρτηριών και στο αρχικό τμήμα (Μ1) των μέσω εγκεφαλικών αρτηριών...'. Η συνολική κατάσταση της υγείας του Ν. Δ. παρουσίασε στη συνέχεια περαιτέρω επιδείνωση και προστέθηκε εμπύρετο επεισόδιο. Μετά από αυτό, την 7.7.2009, εξετάσθηκε από τη νευρολόγο του Νοσοκομείου ...
Χ. Ζ. και εβρέθη σε '... βυθιότητα, η οποία ακολούθησε εμπύρετο... Κατά την ΑΝΕ ο ασθενής αφυπνίζεται μετά από λεκτική παραγγελία, δεν εκτελεί εντολές, είναι τετρακινητικός. Κ. σε μέση θέση αντιδρούσες στο φως. Αυχενική δυσκαμψία...'. Ο Ν. Δ. απεβίωσε την 14.7.2009, εντός του ως άνω Νοσοκομείου, λόγω καρδιοαναπνευστικής διακοπής.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι τόσο κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω πληρεξουσίου όσον και προγενέστερα αυτού, ο αποβιώσας Ν. Δ. δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, διότι έπασχε από αφασικές διαταραχές, οργανικό ψυχοσύνδρομο με κατάθλιψη, βραχυψυχισμό και ισχαιμική λευκοεγκεφαλοπάθεια, ενώ λάμβανε και ισχυρή φαρμακευτική αγωγή, εξαιτίας των οποίων δεν μπορούσε να προβεί σε ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του.
Για την απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών προσκόμισε μεταξύ άλλων με επίκληση την από 25-6-2013 τεχνική ψυχιατρική έκθεση του καθηγητή Ψυχιατρικής Ν. Α., ο οποίος, με βάση τα στοιχεία που του προσκομίστηκαν και μνημονεύονται στη σχετική έκθεση, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά την 19-6-2009 που συντάχθηκε το πληρεξούσιο, ο Ν.
Δ. παρουσίαζε σοβαρή επιβράδυνση των πνευματικών του λειτουργιών, ότι η κατάθλιψη, ο βραχυψυχισμός, το οργανικό ψυχοσύνδρομο με τα αφασικά συμπτώματα και τις ανοϊκές διαταραχές που παρουσίαζε, περιόριζαν αποφασιστικά την πνευματική διαύγεια και ικανότητα αντίληψης και κρίσης, βούλησης και συνείδησης του πράττειν, δηλαδή της δυνατότητας επίγνωσης του περιεχομένου και της ουσίας οποιουδήποτε εγγράφου, πολύ περισσότερο νομικού εγγράφου, αδυνατώντας, εν κατακλείδι, πλήρως να επιχειρήσει οποιαδήποτε δικαιοπραξία.
Ακόμη σύμφωνα με την από 27-06-2013 γραφολογική γνωμοδότηση της ειδικής γραφολόγου Γ. Α., το επίμαχο πληρεξούσιο υπεγράφη μεν από το Ν. Δ., πλην όμως η υπογραφή του δεν είχε τεθεί με συνείδηση των πραττομένων. Ωστόσο, τα ανωτέρω υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα αναιρούνται... Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που συντάχθηκε το ως άνω πληρεξούσιο τόσο η συμβολαιογράφος...
όσο και οι συμπράξαντες μάρτυρες... δεν αντιλήφθηκαν κάποιο πρόβλημα, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά την κρίση του αποβιώσαντος. Ο τελευταίος αντιλαμβανόταν τη σημασία του εγγράφου που υπέγραψε, το οποίο ο ίδιος είχε ζητήσει να συντάξει... Από δε τα στοιχεία του ιατρικού του φακέλου προκύπτει ότι αυτός δεν έπασχε από οιοδήποτε πρόβλημα στην ψυχική ή πνευματική του υγεία και δεν ελάμβανε κατά την είσοδό του στο ως άνω νοσοκομείο φαρμακευτική αγωγή με ψυχιατρικά φάρμακα.
Ωστόσο, μετά τη χειρουργική επέμβαση και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νοσοκομείο, ο Ν. Δ. εμφάνισε συμπτώματα κατάθλιψης. Κατά την πρώτη εξέτασή του από τον ψυχίατρο Ν. Κ., που έλαβε χώρα την 13-5-2009, όπως προαναφέρεται διαπιστώθηκε εικόνα οργανικού ψυχοσυνδρόμου με κατάθλιψη, βραδυψυχισμός και αφασικές διαταραχές.
Ωστόσο, την επομένη ημέρα (14-5-2009), ο ίδιος ψυχίατρος στο βιβλίο των εξωτερικών ιατρείων αναγράφει μόνο κατάθλιψη, για την αντιμετώπιση της οποίας του χορηγήθηκε αντικαταθλιπτική αγωγή... και όχι αντιψυχωσική αγωγή. Στις 17-6-2009 και στις 18-6-2009, ήτοι ένα και πλέον μήνα μετά την αρχική εξέταση, δύο και μία ημέρες αντίστοιχα πριν την υπογραφή του πληρεξουσίου, επανεξετάσθηκε από τον ίδιο ψυχίατρο και διαπιστώθηκε επίσης κατάθλιψη και διαταραχή συναισθημάτων...
Εκ των ως άνω διαγνώσεων προκύπτει ότι ο ασθενής έπασχε από κατάθλιψη και όχι από ψυχωσικό σύνδρομο, γι' αυτό, άλλωστε, του χορηγήθηκε αντικαταθλιπτική αγωγή μόνο... Αφασικές διαταραχές διαπιστώνονται μόνο στις 13-5-2009, ενώ, σε κανένα μεταγενέστερο ιατρική σημείωμα δεν αναφέρεται ότι αυτός αδυνατούσε να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του και να αναγνωρίσει πρόσωπα και πράγματα..., καταστάσεις στις οποίες, εάν τυχόν είχε περιέλθει ο Ν.
Δ., οι ιατροί που τον εξέτασαν, μετά βεβαιότητας θα επεσήμαναν για την εξέλιξη της υγείας του ασθενούς και θα κατέγραφαν στα φύλλα νοσηλείας, όπου αναλυτικά αναφέρονται οι ιατρικές διαγνώσεις που ακολούθησαν κάθε ιατρική εξέταση. Για πρώτη φορά αναφέρεται βυθιότητα επί 24ωρο την 7-7-2009... Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας ελάμβανε βαριά φαρμακευτική αγωγή και δη εννέα φαρμακευτικά σκευάσματα, ήτοι mefoxil, fragyl, pentratol, primeran, clexan, fungostatin, begalin, lopressor, digoxin, τα οποία επηρέαζαν την πνευματική του κατάσταση.
Πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε εάν η εν λόγω φαρμακευτική αγωγή επέδρασε και σε ποιο βαθμό στην ψυχική και διανοητική κατάστασή του, ώστε να τον καταστήσει ανίκανο να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης από αυτόν, στις 19-6-2009, πράξεως... δεν αποδεικνύεται η έλλειψη συνειδήσεως των πράξεων αυτού, ούτε η ύπαρξη ψυχικής και διανοητικής διαταραχής, που επηρέαζε αποφασιστικά στις 19-6-2009, οπότε προέβη στη σύνταξη του επίμαχου πληρεξουσίου, τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του, με λογικούς υπολογισμούς και που του επέφερε αδυναμία διαγνώσεως της ουσίας και του περιεχομένου αυτού και των συνεπειών που θα απέρρεαν από αυτά...
Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο Ν. Δ., κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης του επιδίκου πληρεξουσίου, παρά την προχωρημένη ηλικία του (83 ετών) και την επιβαρυμένη σωματικά κατάσταση της υγείας του, είχε την ικανότητα να διαγνώσει με πνευματική διαύγεια την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεών του και ήταν σε θέση να ορίζει τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς, καθώς η διαπιστωθείσα κατάθλιψη δεν διαταράσσει τις πνευματικές λειτουργίες του ασθενούς ούτε αλλοιώνει τη βούλησή του...".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος κατά της 2241/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με αναλυτική, σαφή και πλήρη αιτιολογία, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις, μνημονεύοντας αναλυτικά τους ισχυρισμούς των διαδίκων και τα υπ' αυτών επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε:
Ότι ο Ν. Δ., ο οποίος εισήχθη στο δημόσιο νοσοκομείο ... στις 12-4-2009, στις 29-4-2009, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση οισοφαγικού εκκολπώματος και τελικά απεβίωσε, εντός του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος, στις 14-7-2009, στις 19-6-2009, νοσηλευόμενος εντός του ως άνω νοσοκομείου, συνέταξε το 1559/29-6-2009 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου κατέστησε ειδικούς πληρεξουσίους, αντίκλητους και αντιπροσώπους του το Θ.
Λ. (ήδη αποβιώσαντα) και τη σύζυγό του, πρώτη των εναγομένων, εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους διατηρούσε στενές συγγενικές και φιλικές σχέσεις και παρέσχε σ' αυτούς, εκτός των άλλων, το δικαίωμα να καταστήσουν κοινούς τους στο ως άνω πληρεξούσιο αναφερόμενους ατομικούς του λογαριασμούς, με συνδικαιούχους τους ανωτέρω και τον ίδιο, να κλείνουν τους λογαριασμούς αυτούς καθώς και οποιονδήποτε άλλο, που διατηρούσε σε οποιαδήποτε τράπεζα της Ελλάδος ή του εξωτερικού.
Ότι, ο Ν. Δ., κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, παρά τη σωματική του κατάπτωση, την κατάθλιψη και τη διαταραχή συναισθημάτων, που τον διακατείχε, με συνέπεια να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, δεν έπασχε από οποιαδήποτε ψυχική διαταραχή, η οποία να περιορίζει αποφασιστικά ή να αλλοιώνει τη λειτουργία της βούλησής του, επικοινωνούσε με το περιβάλλον, αναγνώριζε πρόσωπα και πράγματα και διατηρούσε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο και τις συνέπειες των πράξεών του, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η μετέπειτα επιδείνωση της υγείας του, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης και, συνεπώς, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα της κρίσεώς του περί μη υπαγωγής των γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην προεκτεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131 παρ. 1 του Α.Κ., την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με τη μη εφαρμογή της, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων στο δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, συνακόλουθα, αβάσιμος τυγχάνει ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας, όχι όμως οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε αβάσιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 565/2021, Ολ.Α.Π. 294/1981, Α.Π. 489/2021, Α.Π. 194/2021, Α.Π. 782/2019, Α.Π. 104/2019, Α.Π. 1/2019, Α.Π. 933/2018, Α.Π. 345/2017, Α.Π. 1326/2011).
Σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 3994/2011 και ίσχυε, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφαρμόζεται δε στην προκειμένη περίπτωση, αφού η από 16-6-2014 (70408/1959/18-6-2014) αγωγή του αναιρεσείοντος κατατέθηκε προ της 1ης-1-2016 (άρθρο ένατο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι πρέπει να καταθέτουν, το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις και με ποινή απαραδέκτου όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται με τις προτάσεις, ενώ, κατ' άρθρο 269 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε, πριν από την κατάργηση του άρθρου αυτού με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης.
Με τις διατάξεις αυτές καθιερώθηκε στις δίκες ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου η υποχρεωτική προκατάθεση των προτάσεων των διαδίκων, με τους σ' αυτές ισχυρισμούς τους και η ταυτόχρονη επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων προς αποφυγή αιφνιδιασμού του αντίδικου μέρους και προς διευκόλυνση της μελέτης από το δικαστή της υπόθεσης, των εκατέρωθεν ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων (βλ.
Αιτιολογική έκθεση του ν. 3994/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και δη το κύριο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και δέχθηκε ως ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι στο επίδικο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο υποκρυπτόταν σύμβαση δωρεάς εν ζωή, δυνάμει της οποίας, ο Ν.
Δ. δώρισε προς το Θ. Λ. και τη σύζυγό του, πρώτη των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, όλα τα κατατεθειμένα στους ατομικούς λογαριασμούς του χρηματικά ποσά, παρότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε παραδεκτά από τους εναγόμενους-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους, κατά τη συζήτηση της αγωγής, αλλά προέκυψε μόνο από τις καταθέσεις των μαρτύρων, απορρίπτοντας τον περί απαραδέκτου λόγο της έφεσής του.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ειδικότερα των από 15-11-2016 έγγραφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, κατά την προεκτεθείσα διάταξη, ήτοι στις 16-11-2016, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, ενώ η συζήτηση της υπόθεσης έλαβε χώρα στις 8-12-2016 και τις οποίες, παραδεκτά επανέφεραν με τις έγγραφες προτάσεις τους στην κατ' έφεση δίκη, οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες προέβαλαν παραδεκτά, κατά την ανωτέρω νομική σκέψη, εκτός των άλλων, τον ισχυρισμό ότι "η αληθής βούληση του Ν.
Δ. ήταν, εκτός από την τακτοποίηση των τρεχουσών οικονομικών υποθέσεών του..., κατά κύριο λόγο να δωρίσει εν ζωή (χαριστική δικαιοπραξία) τα ευρισκόμενα στους τραπεζικούς λογαριασμούς χρήματα στα πολυαγαπημένα του ξαδέλφια Θ. και Ε. Λ....". Επομένως, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη τον ως άνω παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τον οποίο δέχθηκε ως ουσία βάσιμο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και, συνακόλουθα, αβάσιμος τυγχάνει ο κρίσιμος αναιρετικός λόγος, ως προς το κύριο σκέλος του.
Περαιτέρω, στον ίδιο (τρίτο) λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει, επικουρικώς, στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 134, 174 και 178 του Α.Κ. Συγκεκριμένα, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι "οι στενές συγγενικές και φιλικές σχέσεις του Ν.
Δ. με το Θ. Λ. και τη σύζυγό του δεν αποτελούν λογικό επιχείρημα για υποκρυπτόμενη σύμβαση δωρεάς", καθώς και ότι, σε κάθε περίπτωση, η σύμβαση δωρεάς είναι άκυρη, καθόσον δι' αυτής επιχειρείται η καταστρατήγηση των φορολογικών διατάξεων. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες σε αυτόν αιτιάσεις αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που βάλλουν κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) κρίσης του Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος ότι η σύμπραξη δύο μαρτύρων, κατά τη σύνταξη του επίδικου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, η οποία δεν ήταν υποχρεωτική, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2830/2000 (συμβολαιογραφικού κώδικα), καταδεικνύει την υποψία της συντάξασας τούτο συμβολαιογράφου για την πνευματική κατάσταση του Ν. Δ. και την προσπάθεια κάλυψής της από τυχόν ευθύνες της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν αποτελούν 'πράγματα', δηλαδή, αυτοτελείς ισχυρισμούς, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, που αντλούνται από την, κατά την άποψή του, εκτίμηση των αποδείξεων.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται, στην περίπτωση αυτή, λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει σε αποδεικτικό μέσο τέτοια δύναμη, την οποία δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει, εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση, που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 του Κ.Πολ.Δ., ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα και είναι, συνεπώς, κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ., οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις ιατρού, που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του, επίσης, πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, για τα οποία, όμως, επιτρέπεται ανταπόδειξη.
Ως προς τις περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις των αναφερόμενων σ' αυτές ευρημάτων στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου, στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του Κ.Πολ.Δ., όπως, άλλωστε, ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 του ίδιου Κώδικα και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων, που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης (Α.Π. 717/2020, Α.Π. 601/2020, Α.Π. 280/2020, Α.Π. 913/2019, Α.Π. 1843/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν προσέδωσε την, κατ' άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., δεσμευτική αποδεικτική δύναμη στην υπ' αυτού νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα από 16-10-2012 έγγραφη βεβαίωση του διευθυντή της ψυχιατρικής κλινικής του δημόσιου νοσοκομείου ...., που είχε εξετάσει τον στο ως άνω νοσοκομείο νοσηλευθέντα Ν.
Δ., η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο, με πλήρη έναντι όλων απόδειξη και ως προς την αναφερόμενη σ' αυτήν εκτίμηση του συντάκτη της, ιατρού, σχετικά με την κατάσταση της ψυχικής υγείας του ανωτέρω ασθενούς, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης του επίδικου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο χωρίο αυτής, το Εφετείο δέχθηκε ότι "η εν λόγω βεβαίωση δεν παράγει πλήρη απόδειξη σχετικά με την επιστημονική εκτίμηση του συντάκτη της ως προς τη νοσηρή διαταραχή των πνευματικών λειτουργιών του αποβιώσαντος κατά το χρόνο που υπεγράφη το ένδικο πληρεξούσιο, δυναμένη μάλιστα να ανταποδειχθεί μόνο με την προσβολή αυτής ως πλαστής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών, αλλά εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, υπό τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του, το οποίο, για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης, εκτίμησε ελεύθερα την επίμαχη ιατρική βεβαίωση, ως προς την επιστημονική εκτίμηση του συντάκτη της περί της διαταραχής των πνευματικών λειτουργιών του ασθενούς Ν. Δ., την οποία τη συναξιολόγησε με τις λοιπές αποδείξεις και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από αυτό που υποστηρίζει ως ορθό ο αναιρεσείων, και συγκεκριμένα ότι ο ανωτέρω, ήδη αποβιώσας (Ν.
Δ.), κατά τον κρίσιμο χρόνο συντάξεως του επίδικου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, παρά την επιβαρυμένη σωματική κατάσταση της υγείας του, είχε την ικανότητα να διαγνώσει, με πνευματική διαύγεια, την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεών του και ήταν σε θέση να ορίζει τη βούλησή του, με λογικούς υπολογισμούς και, κατόπιν τούτου, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως προς το αίτημα αυτής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του επίδικου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ως συνταγέντος από άτομο, το οποίο τελούσε σε ψυχική και διανοητική διαταραχή (άρθρο 131 παρ. 1 του Α.Κ.), δεν παραβίασε τους ορισμούς των άρθρων 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ., σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της προαναφερόμενης ιατρικής βεβαίωσης ως προς την εκτίμηση και γνώμη του συντάκτη της σχετικά με την πνευματική κατάσταση του ως άνω ασθενούς, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα.
Συνεπώς, περί του αντιθέτου ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος.
Η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα, κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό σχετικά με αποδεικτικό μέσο. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται ότι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα νομίμως είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο και είχε επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (άρθρο 562 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 1501/2014, Α.Π. 564/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ.β' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο (μονομελές και πολυμελές πρωτοδικείο), συμπληρωματικά, μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394.
Στην έννοια των αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου εντάσσονται και οι εξαιρετέοι μάρτυρες, τις καταθέσεις των οποίων το δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (Ολ.Α.Π. 1327/1977, Α.Π. 1310/2010, Α.Π. 1442/2008, Α.Π. 887/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε το λόγο της έφεσής του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του, υποβληθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση περί εξαιρέσεως, κατ' άρθρο 400 του Κ.Πολ.Δ., των εξετασθέντων, με πρωτοβουλία των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, στις υπ' αυτών επικληθείσες και προσκομισθείσες 6180/9-11-2016, 6181/9-11-2016 και 6187/9-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., τις οποίες το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες αφορούν, μόνο, στο παραδεκτό της υποβολής της αίτησης εξαιρέσεως των εξετασθέντων στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, ως υπαγόμενων στην κατηγορία των εξαιρετέων, κατ' άρθρο 400 του Κ.Πολ.Δ., μαρτύρων, είναι αλυσιτελείς, καθόσον το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα -όπως και έπραξε- να τις λάβει υπόψη για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης, ακόμη και αν οι ενόρκως βεβαιώσαντες ανήκαν στην κατηγορία των εξαιρετέων μαρτύρων, ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα και, συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο αποφάνθηκε περί του μη παραδεκτού της υποβολής της ως άνω αίτησης εξαίρεσης και απέρριψε το οικείο λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και, συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρα 1061, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-6-2020 (3681/425/25-6-2020) αίτηση του Ι. Δ. του Δ. για αναίρεση της 5969/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ....
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ