Legislator Case Law & Legislation
1260/2020 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against single judge's bankruptcy ruling due to defendant's absence.

Case Number 1260/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against a single judge's decision in a bankruptcy dispute. The defendant, E.B., failed to appear at the scheduled hearing despite receiving proper legal summons. Consequently, the court proceeded with the trial ex officio and upheld the lower court's judgment declaring the payment order invalid.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 Civil Procedure Code; Art. 242 para. 2 Civil Procedure Code: When a summoned defendant fails to appear at a hearing, the court must verify the summons was served legally and in advance; if confirmed, the court proceeds to the hearing ex officio and the defendant's absence constitutes a default judgment.

Keywords

AI generated
bankruptcy proceedings default judgment legal summons supreme court appeal civil procedure code payment order bankruptcy reorganization

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Civil Procedure Code
Art. 242 para. 2 of the Civil Procedure Code
Art. 103 para. 4 of the Bankruptcy Code
Art. 101 para. 3 of the Bankruptcy Code
Art. 495 para. 4 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1260 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1260/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AE" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη, η οποία, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE".

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Σ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-04-2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 726/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 13578/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 11527Ε'/14-6-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Καϊμακάμη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην αναιρεσίβλητη Ε. Β.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Με την κρινόμενη από 04-10-2018 αίτηση προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους υπ' αριθμ. 13578/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την προσβληθείσα με την έφεση υπ' αριθμ. 726/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και, περαιτέρω, έκανε δεκτή την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την 3382/2009 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης. Με την ως άνω 726/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης είχε απορριφθεί η ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με αίτηση της αναιρεσείουσας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 564 ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 99 έως 106 του Πτωχευτικού Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 3588/2007 και όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν αρχικά, πριν τις μετέπειτα τροποποιήσεις τους, προκύπτει ότι, παρά το γεγονός ότι η από τις εν λόγω διατάξεις ρυθμιζόμενη διαδικασία συνδιαλλαγής αποτελεί συλλογική συναινετική διαδικασία, που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας, εντούτοις προβλέπεται επανειλημμένη παρέμβαση σε αυτήν του δικαστηρίου, η οποία εκδηλώνεται, πλην των άλλων, και με την έκδοση στα πλαίσια αυτής τριών αποφάσεων, δυνάμει των οποίων ρυθμίζεται η εν λόγω διαδικασία και ειδικότερα, της πρώτης που επιτρέπει το άνοιγμα της διαδικασίας (άρθρ. 100 ΠτΚ), της δεύτερης που επικυρώνει ή μη τη συμφωνία, η οποία τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών που έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (άρθρ. 101 παρ. 1 ΠτΚ) και της τρίτης, που διατάσσει τη λύση της συμφωνίας λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της (άρθρ. 105 ΠτΚ).

Με την πρώτη απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠτΚ), να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως, α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να ορίσει μεσεγγυούχο και γ) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών.

Η αναστολή αυτή των ατομικών διώξεων των πιστωτών κατά του οφειλέτη ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 ΠτΚ αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη αυτή "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους.

Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσης ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες".

Κατ' ακολουθίαν αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κήρυξη της πτώχευσης, αλλά και η ένταξη του οφειλέτη στη διαδικασία συνδιαλλαγής συνεπάγονται τις ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθέντων, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών κατά του οφειλέτη κηρύσσεται απαράδεκτη.

Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του πτωχού ή του στη διαδικασία της συνδιαλλαγής οφειλέτη.

Η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών επί εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Πρέπει δε να γίνει δεκτό ότι δεν είναι δυνατή ούτε η έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του οφειλέτη, παρά την γραμματική διατύπωση του νόμου, μη αναφέροντος ρητά τούτο, καθώς η διαταγή πληρωμής με την επίδοσή της σε δύο φάσεις είναι δυνατόν να οδηγήσει σε δεδικασμένο (άρθρ. 633 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε αποτέλεσμα δηλαδή που κατεξοχήν διακρίνει τις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται μετά από άσκηση αγωγής, έστω και αναγνωριστικού χαρακτήρα, γεγονός που δεν συνάδει με τη χορηγηθείσα από το πτωχευτικό δικαστήριο αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη, αλλά και με τη σκοπιμότητα της αναστολής.

Συνακόλουθα, μετά την κήρυξη της πτώχευσης, όπως και μετά το άνοιγμα της διαδικασίας της συνδιαλλαγής κατά το άρθρο 100 του ΠτΚ, ούτε αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής (άρθρ. 626 ΚΠολΔ) κατά του πτωχού ή του οφειλέτη που έχει ενταχθεί στη διαδικασία της συνδιαλλαγής μπορεί να υποβληθεί, αφού η διαταγή πληρωμής που εκδίδεται επ' αυτής, όπως και η απόφαση που εκδίδεται επί καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να οδηγήσει σε δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν. Πράξεις δε, επιχειρούμενες κατά παράβαση της διαταχθείσας με την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου αναστολής των ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη, όπως είναι και η αίτηση και η επ' αυτής εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, είναι απολύτως άκυρες, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του ΠτΚ.

Πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι το ανεπίτρεπτο της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά του πτωχού, λόγω της αναστολής των κατ' αυτού ατομικών διώξεων, γινόταν δεκτό και υπό τον προϊσχύσαντα Πτωχευτικό Κώδικα. Μόνον οι ενέγγυοι πιστωτές εξαιρούνταν της αναστολής των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού (όπως προβλέπεται και με το άρθρο 26 Ν. 3588/2007), οι οποίοι μπορούσαν ως εκ τούτου να επιδιώξουν την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του πτωχού με σκοπό να τρέψουν στη συνέχεια, με βάση τη διαταγή πληρωμής, την υφιστάμενη μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης προσημείωση σε υποθήκη (ΑΠ 815/1979).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας υπ' αριθμ. 3382/2009 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και μετά από έφεση της πρώτης κατά της υπ' αριθμ. 726/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα:

"Η ανακοπτομένη με αριθμό 3382/2009 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε με βάση τη με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή, που εξέδωσε στη Θεσσαλονίκη η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 10-01-2009, ποσού 8.700 ευρώ, πληρωτέα από την Τράπεζα ALPHA BANK, σε διαταγή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", η οποία τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση και με τη ρήτρα "αξία ληφθείσα προς είσπραξη" στην καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσείουσα). Η εν λόγω ανακοπή εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την καθ' ης η ανακοπή προς πληρωμή στις 11-01-2009 και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον τραπεζικό λογαριασμό της ανακόπτουσας, όπως προκύπτει από την από 14-01-2009 σχετική επισημείωση στο σώμα της. Έναντι της οφειλής της από την προαναφερόμενη επιταγή, η ανακόπτουσα κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.500 ευρώ με αποτέλεσμα το οφειλόμενο από αυτήν ποσό να ανέρχεται σε 6.200 ευρώ.

Η ανακόπτουσα, με την με αριθμό κατάθεσης 977/13-1-2009 αίτησή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής για τους λόγους που εξέθετε σε αυτήν. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η με αριθμό 8462/9-3-2009 απόφαση του προαναφερομένου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και η αναστολή των ατομικών διώξεων και των μέτρων, εκκρεμών ή μη, ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της ανακόπτουσας, για την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών της, μέχρι την έκδοση επικυρωτικής απόφασης της διαδικασίας αυτής, κατά το άρθρο 103 παρ. 4 του Πτωχευτικού Κώδικα ή σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρι την έκδοση απόφασης που θα κηρύσσει το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά το άρθρο 101 παρ, 3 του ίδιου Κώδικα. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στο με αρ. φύλλου 9109/17-4-2009 Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Όταν στις 07-04-2009 η καθ' ης η ανακοπή κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης την από 07-04-2009 αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, ίσχυε η παραπάνω απόφαση περί αναστολής των ατομικών διώξεων εναντίον της ανακόπτουσας.

Συνεπώς, η διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί ατομική δίωξη εναντίον της ανακόπτουσας, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, εκδόθηκε κατά παράβαση της απαγόρευσης που έθετε η με αριθμό 8462/9-3-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε την έφεση της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την 726/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, ακύρωσε την 3382/2009 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με αίτηση της αναιρεσείουσας.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ως άνω διαταγή πληρωμής, εκδοθείσα μετά την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της αναιρεσίβλητης, που είχε διαταχθεί με την 8462/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε επίσης, κατά παραδοχή σχετικής αίτησής της, το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, είναι απολύτως άκυρη, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων μοναδικός λόγος της αναίρεσης περί παράβασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 10, 25 και 100 του Ν. 3588/2007, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 04-10-2018 αίτηση για αναίρεση της 13578/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 05-10-2018 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, αφού η αναιρεσίβλητη, ως εκ της ερημοδικίας της, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-10-2018 αίτηση της Τράπεζας Eurobank-Ergasias AE, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η "Τράπεζα Eurobank AE" για αναίρεση της 13578/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ