Supreme Court dismisses appeal against bank contract dispute ruling due to abuse of litigation rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and individuals against a lower court decision in a contract dispute with a bank. The appellants argued that the bank's refusal to provide specific documents constituted an abuse of litigation rights, claiming the bank had already provided sufficient quarterly updates. The court rejected this, finding the appellants' demands for documents spanning over a decade were unreasonable and they refused to pay the associated retrieval costs despite the bank's offer. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to bear the additional party's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; The right to request documents from the opposing party is not an abuse of litigation rights if exercised for legitimate information purposes, but becomes abusive when the request is excessive in scope, ignores the party's own refusal to pay retrieval costs, and lacks a genuine intent to uncover illegal contract breaches.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1260 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1260/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 3) Κ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., 4) Π. Μ. του Α., κατοίκου ... και 5) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Γαρίδη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εν προκειμένω εκπροσωπείται νόμιμα από το διευθυντή του καταστήματός της στην …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης διαχειρίστριας εταιρίας της ειδικής διαδόχου της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Ευστρατιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2012 αίτησή τους. Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 3-12-2018 παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αίτηση αναίρεσης και το από 03.12.2018 δικόγραφο της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρο 246) σε συνδυασμό με άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Από την υπ' αριθ. .....4Γ'/30.03.2018, έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Λ. Β. Φ., προκύπτει, ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μαζί με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 1191/2003). Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο όμως σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται.
Εν προκειμένω, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτής με την από 3.12.2018 (αριθ. εκθ. καταθ. 2/2019) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", επικαλούμενη ότι έχει έννομο συμφέρον να απορριφθεί η αναίρεση, διότι έχει νόμιμα συσταθεί και δανειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει (συνεδρίαση 225/12.04.2017 της επιτροπής πιστωτικών και ασφαλιστικών θεμάτων δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Β' 1391/24.04.2017).
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η προσθέτως παρεμβαίνουσα προκύπτει ότι: παρεμβαίνει δε στη συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", από χορηγήσεις δανείων ή και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την Τράπεζα και οι οποίες έχουν μεταβιβασθεί στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων δυνάμει της από 30.06.2017 συμβάσεως πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων και της με ίδια ημερομηνία διορθωτικής πράξης αυτής, αντίγραφα των οποίων έχουν νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000, και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 84/2017 και 109/2017 αντιστοίχως, από την Τράπεζα στην αλλοδαπή εταιρεία με επωνυμία "...
S.A.", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, και ότι έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει υπέρ της αρχικής διαδίκου - αναιρεσίβλητης (δικαιοπαρόχου της ως προς την επίδικη έννομη σχέση), προς αντίκρουση της υπό κρίση αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της εκδοθησομένης απόφασης, δηλαδή το δεδικασμένο από αυτή, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και την ειδική διάδοχο "...
S.A." της οποίας η διαχείριση των απαιτήσεων έχει ανατεθεί σε αυτή.
Η παρέμβαση, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο οποίος άλλωστε με πανηγυρικό τρόπο διατυπώνεται και στο δικόγραφό της, διότι, εφόσον η παρεμβαίνουσα κατέστη νόμιμη διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης, κατά τη διάρκεια της δίκης, η ισχύς της αποφάσεως επί της κύριας δίκης επεκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτής (προσθέτως παρεμβαίνουσας) προς τους αντιδίκους της.
Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ των κυρίων διαδίκων (αναιρεσίβλητης) και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ1/2008).
Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιόν ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίστηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου559 ΚΠολΔ (ΑΠ451/2014, ΑΠ1454/2017).
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Ειδικότερα, κατ' αρχήν, προβλέπεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με το Κεφ. Γ' παρ. 1 δ' αυτής, (ενν. την 2501/31.10.2002 πράξη Διοικητή Τραπέζης της Ελλάδος) χορηγούν στους πελάτες τους παραστατικά συναλλαγών, καθώς και ανάλυση των καταβολών που πραγματοποιούν οι συναλλασσόμενοι σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους από τόκους, προμήθειες, εφάπαξ δαπάνες, λοιπά έξοδα και φόρους - τέλη.
Η ανάλυση αυτή παρέχεται το αργότερο με την επόμενη της συναλλαγής περιοδική ενημέρωση, συγκεκριμένα δε, ως προς την περιοδική ενημέρωση, όσον αφορά στις χορηγήσεις, σύμφωνα με το Κεφ. Γ' παρ. 2 β της ΠΔΤΕ, παρέχεται ενημέρωση ως προς την εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών, των τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και ως προς κάθε μεταβολή του επιτοκίου, όπου αυτή επιτρέπεται, τουλάχιστον κάθε τρίμηνο, εκτός εάν, η περίοδος εξυπηρέτησης του δανείου είναι μεγαλύτερη ή υπάρχει εκ των προτέρων συμφωνία για συχνότερη ενημέρωση.
Επομένως, η εναγομένη τράπεζα παρείχε ανά τρίμηνο ενημέρωση για την εξέλιξη την εν λόγω πίστωσης στους ενάγοντες (πρωτοφειλέτρια και εγγυητές), πολύ περισσότερο αφού η πρωτοφειλέτρια, έχουσα τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, θα ήταν αδύνατο να λειτουργεί χωρίς να διαθέτει τα παραπάνω παραστατικά, εφόσον τηρεί κατά νόμο λογιστικά βιβλία και στοιχεία συντάσσει ισολογισμούς κλπ...".
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής τα οποία λαμβάνει το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως υπόψη), σχημάτισε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, αξιολογώντας αναλυτικά τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία αποτελούν και αυτά αποδεικτικό μέσο και μάλιστα τα αντιπαρέβαλε και ειδικά τα συνέκρινε ως προς την αποδεικτική τους δύναμη, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα Επομένως το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτος σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται τα ακόλουθα: "...Σημειωτέον ότι, με την από 30.09.2010 επιστολή τους..., την οποία προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εναγόμενη τράπεζα, οι ενάγοντες αναγνώρισαν εγγράφως το τότε υφιστάμενο χρεωστικό υπόλοιπο στον υπ' αριθμ. ... τηρούμενο λογαριασμό, στα πλαίσια της υπ' αριθμ. 758/2008 σύμβασης ποσού 183.725,50 ευρώ.
Βέβαια, οι τελευταίοι αμφισβητούν τη γνησιότητα των υπογραφών τους επί της από 30.09.2010 επιστολής αναγνώρισης υπολοίπου οφειλής, και επισημαίνουν ότι η εν λόγω επιστολή δεν φέρει πέντε υπογραφές αλλά μόνο τέσσερις, ότι, αιτήθηκαν την παροχή στοιχείων το πρώτον με την από 26.01.2010 επιστολή της πρώτης εξ αυτών καθώς και ότι, δεν έγινε επίκληση της εν λόγω επιστολής για την έκδοση της υπ' αριθμ. 410/2014 διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε εναντίον τους.
Ωστόσο, η γνησιότητα των υπογραφών των εναγόντων, και ειδικότερα των τριών φυσικών προσώπων - εγγυητών, προκύπτει κατ' αρχήν από μια απλή επισκόπηση των προσκομιζόμενων λοιπών εγγράφων που φέρουν τις υπογραφές τους, την γνησιότητα των οποίων ουδέποτε αμφισβήτησαν οι ενάγοντες. Ειδικότερα, οι υπογραφές των φυσικών προσώπων επί της από 30.09.2010 επιστολής είναι απολύτως πανομοιότυπες με τις υπογραφές που ετέθησαν επί της υπ' αριθμ. 785/09.04.2008 σύμβασης πίστωσης, καθώς και από της υπ' αριθμ. 785/1/20.02.2009 πρόσθετης πράξης αυτής...".
Η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ κατά το δεύτερο σκέλος τους, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε τη γνησιότητα της ως άνω επιστολής χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 τον ΑΚ η άσκηση τον δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός τον δικαιώματος. Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη τον αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει τον δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.
Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά τον δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση τον δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση τον δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 642/2012, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 184/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης σε ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Ακόμη κατά την έννοια του αριθμ.19 του ίδιου άρθρου, ανεπαρκής αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους δεύτερο και τρίτο (όπως διορθώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ) λόγους της αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες σχετικά με την απόρριψη του συναφούς λόγου έφεσης κατά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο , όμως είχε κάνει δεκτή την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...".
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, σχετικά με την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, ως αποδεχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Δυνάμει της υπ' αριθμ. 785/09.04.2008 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε ανάμεσα στην πρώτη ενάγουσα, Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η τελευταία χορήγησε σε αυτήν πίστωση έως 2.000.000 ευρώ, η οποία με την υπ' αριθμ. ..85/20.02.2009 πρόσθετη πράξη αυτής ανήλθε στο ποσό των 2.500.000 ευρώ. Την τήρηση των όρων της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης εγγυήθηκαν ο δεύτερος, τρίτη και τέταρτος των εναγόντων ήδη κατά την υπογραφή της σύμβασης, ενώ η πέμπτη των εναγόντων εγγυήθηκε την τήρηση των όρων αυτής μέχρι του ποσού των 2.000.000 ευρώ με την από 10.04.2008 σύμβαση εγγύησης, παραιτούμενοι άπαντες της ένστασης διζήσεως και των δικαιωμάτων και ενστάσεων, που απορρέουν από τα άρθρα 852, 853, 858, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ.
Στα πλαίσια της παραπάνω σύμβασης τηρήθηκαν οι ακόλουθοι λογαριασμοί: α) ..., β)..., γ)..., δ)..., ε)..., στ)..., ζ)..., η)..., θ)..., ι)... και ια)..., οι οποίοι εμφάνισαν χρεωστικό υπόλοιπο 351.564,97 ευρώ, οπότε η εναγομένη με την από 12.09.2014 εξώδικη καταγγελία της προέβη σε κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού με το ανωτέρω συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο.
Σε βάρος των εναγόντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...10/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ποσού 351.564,97 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, κατά της οποίας ασκήθηκε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η υπ' αριθμ. 367/17.11.2014 ανακοπή, καθώς και οι υπ' αριθμ. 82/02.03.2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής, δικάσιμος των οποίων είχε αρχικά οριστεί η 20.10.2015, ακολούθως συζητήθηκε, μετά από αναβολή, την 20.09.2016, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι έχει εκδοθεί απόφαση επ' αυτής.
Σημειωτέον ότι, με την από 30.09.2010 επιστολή τους (καλώς έχειν), την οποία προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εναγόμενη τράπεζα, οι ενάγοντες αναγνώρισαν εγγράφως το τότε υφιστάμενο χρεωστικό υπόλοιπο στον υπ' αριθμ. ...02962 τηρούμενο λογαριασμό, στα πλαίσια της υπ' αριθμ. ....85/2008 σύμβασης ποσού 183.725,50 ευρώ. Βέβαια, οι τελευταίοι αμφισβητούν την γνησιότητα των υπογραφών τους επί της από 30.09.2010 επιστολής αναγνώρισης υπολοίπου οφειλής, και επισημαίνουν ότι η εν λόγω επιστολή δεν φέρει πέντε υπογραφές αλλά μόνο τέσσερις, ότι, αιτήθηκαν την παροχή στοιχείων το πρώτον με την από 26.01.2010 επιστολή της πρώτης εξ αυτών καθώς και ότι, δεν έγινε επίκληση της εν λόγω επιστολής για την έκδοση της υπ' αριθμ. ....10/2014 διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε εναντίον τους.
Ωστόσο, η γνησιότητα των υπογραφών των εναγόντων, και ειδικότερα των τριών φυσικών προσώπων - εγγυητών, προκύπτει κατ' αρχήν από μια απλή επισκόπηση των προσκομιζόμενων λοιπών εγγράφων που φέρουν τις υπογραφές τους, τη γνησιότητα των οποίων ουδέποτε αμφισβήτησαν οι ενάγοντες. Ειδικότερα, οι υπογραφές των φυσικών προσώπων επί της από 30.09.2010 επιστολής είναι απολύτως πανομοιότυπες με τις υπογραφές που ετέθησαν επί της υπ' αριθμ. .....85/09.04.2008 σύμβασης πίστωσης, καθώς και επί της υπ' αριθμ. ....85/1/20.02.2009 πρόσθετης πράξης αυτής ...".
Περαιτέρω, προέκυψε, ότι η πρώτη ενάγουσα έχει αμφισβητήσει στο παρελθόν προμήθειες που χρέωσε η εναγομένη σε εγγυητικές επιστολές... και με την κρινόμενη αγωγή η οποία ασκήθηκε πριν από την εν λόγω ανακοπή, ζητεί τα αναφερόμενα σε αυτή (εν τέλει 658) έγγραφα που αφορούν σε κινήσεις των λογαριασμών τήρησης της πίστωσης και των εγγυήσεων αυτής (αφαιρουμένων των 42 που προσκόμισε η εναγομένη και ως προς τα οποία περιόρισε παραδεκτά την αγωγή της), τα οποία περιλαμβάνουν αδικαιολόγητες και παράνομες χρεώσεις με τεράστια χρηματικά ποσά ως διατείνεται.
Πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής είχε ζητήσει από την εναγόμενη κατ' επανάληψη τα παραστατικά κίνησης των λογαριασμών αυτών (με το από 16.01.2013 έγγραφο της, την από 06.09.2013 εξώδικη δήλωση της και το από 12.11.2013 έγγραφο της), παρέλαβε δε την 13.02.2014 σαράντα τέσσερα (44) παραστατικά έγγραφα, απ' τα οποία σαράντα δύο (42) συγκαταλέγονται στα επτακόσια (700) αιτούμενα με την αγωγή.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι, από τα επτακόσια (700) παραστατικά κίνησης λογαριασμών, που αιτούνται με την αγωγή μόνο εξήντα οκτώ (68) εξ αυτών, αναφέρονται στους λογαριασμούς τήρησης του αλληλόχρεου, που προαναφέρθηκαν, συγκεκριμένα στους υπ' αριθμ. ... και υπ' αριθμ. ...λογαριασμούς, ενώ τα υπόλοιπα αναφέρονται στους υπ' αριθμ. ...
και ... λογαριασμούς οι οποίοι δεν συγκαταλέγονται στην τήρηση του αλληλόχρεου, ωστόσο, δεν αποκλείεται να σχετίζονται με τις λοιπές τραπεζικές εγγυήσεις, που συνόδευαν την εν λόγω πίστωση, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον η εναγομένη δεν αντιλέγει σχετικά προς τούτο. Επιπλέον, οι ενάγοντες, με την κρισιολογούμενη αγωγή τους, αιτούνταν την χορήγηση αντιγράφων εγγράφων τα οποία τους είχαν ήδη χορηγηθεί, τόσο ταυτόχρονα με την υπογραφή της υπ' αριθμ. .....85/2008 σύμβασης (λ.χ.
αντίγραφο της εν λόγω σύμβασης, το οποίο τους χορηγήθηκε κατά την υπογραφή της), όσο και την 13.02.2014, μετά από σχετικό αίτημά τους όπως συνομολογούν στην προαναφερόμενη με αριθμό κατάθεσης 367/2014 ανακοπή τους κατά της υπ' αριθμ. .....10/2014 διαταγής πληρωμής. Με την αίτηση χορήγησης όλων των ανωτέρω παραστατικών εγγράφων, οι ενάγοντες ασκούν νόμιμο δικαίωμα τους, που θεμελιώνεται στην υπ' αριθμ. 2501/31.10.2002 Πράξη Διοικητή Τραπέζης της Ελλάδος (ΦΕΚ Α' 277/18.11.2002) περί "Ενημέρωσης των συναλλασσομένων μετά πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους", κατά την οποία, τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να ανταποκρίνονται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σε αιτήματα συναλλασσομένων για την παροχή πληροφοριών και διευκρινήσεων σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών όρων, καθώς, σύμφωνα με το Κεφ.
Γ παρ. 2 της ΠΔΤΕ, προβλέπεται διαδικασία ενημέρωσης κατόπιν αιτήματος, σύμφωνα με την οποία: α) τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν κατά τη διάρκεια ισχύος των συμφωνιών καταθέσεων, δανείων και πιστώσεων, κατόπιν σχετικών αιτημάτων των συναλλασσομένων, πληροφορίες, που ενδεχομένως δεν καλύπτονται απ' την περιοδική ενημέρωση τους, εντός ευλόγου διαστήματος, ανάλογα με τον απαιτούμενο βαθμό έρευνας για την παροχή των πληροφοριών, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το κατά την παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν.2873/2000 όπως ισχύει όριο.
Ωστόσο, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, προέκυψε ότι οι ενάγοντες καταχρηστικά, ήτοι με τρόπο, που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προβαίνουν στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος τους που προβλέπεται στην ανωτέρω ΠΔΤΕ. ...
Ακόμη, η εναγομένη δεν είχε αιτηθεί μέχρι και την ημέρα συζήτησης της κρινόμενης αγωγής την καταβολή εξόδων για την προσκόμιση των ζητούμενων και με την αγωγή αντιγράφων, παρότι, κατά τη ρύθμιση της ανωτέρω ΠΔΤΕ τα πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν αναλυτικά τους συναλλασσόμενους για τα έξοδα που συνεπάγεται η ενημέρωση αυτή, όπου το ύψος του ποσού και ο τρόπος καταβολής του προσδιορίζονται, κατ' εύλογη κρίση, από τα πιστωτικά ιδρύματα, συνεκτιμωμένου και του είδους της συναλλαγής, μολονότι έως τότε είχε υποβληθεί σε έξοδα ύψους 769,26 ευρώ (όπως προκύπτει και από την ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Θ.
Τ. του Θ., διευθύντριας υποκαταστήματος … της εναγομένης) και παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα ήταν χρονοβόρο για τους υπαλλήλους του εν λόγω υποκαταστήματος και κοστοβόρο για την ίδια την τράπεζα..., δεδομένου, μάλιστα, ότι στα πλαίσια λειτουργίας της πίστωσης οι ενάγοντες ελάμβαναν ανά τακτά χρονικά διαστήματα την προβλεπόμενη ενημέρωση, κατά τα ήδη αναφερθέντα.
Αντιθέτως, μολονότι οι ενάγοντες ζητούσαν έναν τόσο μεγάλο όγκο εγγράφων, ήτοι επτακόσια (700) τον αριθμό, πολλά εκ των οποίων βρίσκονταν αποθηκευμένα στις αποθήκες της εναγομένης στην …, ώστε αυτά τα δύο στοιχεία καταφανώς συνηγορούσαν στην ικανοποίηση του αιτήματος εντός ευλόγου διαστήματος, που με βάση τον απαιτούμενο βαθμό έρευνας για την παροχή των πληροφοριών, όπως προεκτέθηκε, εκτείνεται σε βάθος χρόνου, εντούτοις, αφενός σε σχετικό αίτημα της εναγομένης...
οι ενάγοντες απάντησαν αρνητικά, θεωρώντας ότι δεν επιτρέπεται υπέρβαση του τριμήνου..., αφετέρου, ουδέποτε προσφέρθηκαν οι ίδιοι προκαταβολικώς στην πληρωμή των εξόδων, παρά μόνο στις 07.05.2015..., αφού προηγουμένως οχλήθηκαν από την εναγομένη για την καταβολή ποσού 132 ευρώ. Σε επίρρωση των ανωτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, αμέσως μετά την ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η εναγομένη απέστειλε στην πρώτη ενάγουσα την υπ' αριθμ.120/06.05/2015 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να προσέλθει στο κατάστημά της στην ...., προκειμένου να παραλάβει τα συγκεντρωθέντα από τον ειδικά φυλασσόμενο χώρο στην περιοχή "..." επτακόσια (700) από τα αιτηθέντα με την αγωγή έγγραφα, με την καταβολή της δαπάνης αποστολής ύψους 769, 26 ευρώ.
Οι ενάγοντες, άμεσα με την από 07.05.2015 εξώδικη απάντηση τους, κάλεσαν την εναγόμενη να καταθέσει τα παραπάνω έγγραφα στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Ακολούθως, με την από 08.05.2015 εξώδικη δήλωση της..., η εναγόμενη ισχυριζόμενη ότι η πρόταση τους καταφανώς αποβλέπει στην αποφυγή καταβολής της δαπάνης αποστολής των εγγράφων, διαμαρτυρόμενη για την κακόπιστη συμπεριφορά τους- αφού αιτήθηκαν, ως η ίδια διατείνεται, για όλες τις εταιρείες του ομίλου των επιχειρήσεων τους επτά χιλιάδες τετρακόσια (7.400) παραστατικά, ήτοι το σύνολο των περιστατικών εγγράφων των συναλλαγών με την Τράπεζα επί περισσότερα από δεκαπέντε έτη- κάλεσε τους ενάγοντες να παραλάβουν τα αιτηθέντα έγγραφα, τα οποία κατόρθωσαν να ανακτήσουν, ζητώντας να καταβάλουν τη δαπάνη αποστολής κάθε ομάδας εγγράφων που θα παραλάμβαναν, καθόσον θα ήταν αντικειμενικά αδύνατη η εφάπαξ ανάκτηση και αποστολή τους, ωστόσο ουδέποτε παρέλαβαν αυτοί τα έγγραφα τα οποία βρίσκονται ακόμα στο κατάστημα της στην ….
Τέλος, είναι άξιο μνείας και το γεγονός ότι για την έκδοση της υπ' αριθμ. .....10/2014 διαταγής πληρωμής (με βάση την υπ' αριθμ. ....85/2008 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό), προσκομίσθηκαν ενώπιον του εκδώσαντος τη διαταγή πληρωμής Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας όλα τα σχετικά έγγραφα, ήτοι αντίγραφο της ως άνω σύμβασης, της πρόσθετης αυτής πράξης, της από 10.04.2008 σύμβασης εγγύησης, αντίγραφο των κινήσεων των λογαριασμών της σύμβασης, τα οποία - σε επικυρωμένες φωτοτυπίες - φυλάσσονται στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου, απ' όπου οι ενάγοντες θα είχαν τη δυνατότητα να αιτηθούν και να παραλάβουν αντίγραφα.
Ενόψει των ανωτέρω, η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων με τον ανωτέρω τρόπο υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν οι συναλλακτική καλή πίστη, την οποία οφείλει να αποδεικνύει ο μέσος κοινωνός κατά τις συναλλαγές. Κυρίως όμως το δικαίωμα των εναγόντων από την ανωτέρω ΠΔΤΕ για την παροχή πληροφοριών και διευκρινήσεων σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών όρων της εν λόγω πίστωσης, καθ' ο τρόπο και περιεχόμενο κατευθύνθηκε ως αξίωση, με την ένδικη αγωγή, υπερβαίνει τον κοινωνικό και δη τον οικονομικό σκοπό του εν λόγω δικαιώματος, που συνίσταται στην αποκατάσταση κανόνων διαφάνειας στη λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι των συναλλασσομένων με αυτά ενόψει του ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, λόγω του ιδρυματικού τους χαρακτήρα, διατηρούν το προνόμιο της εξορθολογισμένης οργάνωσης και σχεδιασμού της πιστωτικής τους πολιτικής, ώστε οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος πληροφόρησης, είναι να δύναται ο συναλλασσόμενος με αυτά, ευρισκόμενος κατά τεκμήριο σε μάλλον αδύναμη θέση, να προστατευθεί διά της ενημέρωσης από αντισυμβατικές πρακτικές των πιστωτικών ιδρυμάτων, ιδιαίτερα δε από παράνομες χρεώσεις.
Επομένως, εφόσον αποδείχτηκε ότι, ενώ οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους ζητούν επτακόσια (700) παραστατικά κίνησης της σύμβασης πίστωσης, εξακόσια είκοσι (620) εκ των οποίων έχουν εκδοθεί πριν από τις 30.09.2010, την ανωτέρω ημερομηνία με την από 30.09.2010 προσκομιζόμενη από την εναγομένη επιστολή τους αναγνωρίζουν ότι το υπόλοιπο εκείνη την ημερομηνία ποσό των 183.725,50 ευρώ είναι ακριβές και ότι όλη η κίνηση του λογαριασμού είναι νόμιμη, ώστε η συσσώρευση ενός τόσο μεγάλου αριθμού επιδεικτέων εγγράφων δεν αποσκοπεί στην ενημέρωση αυτών για την πορεία του λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου οικειοθελώς αναγνώρισαν, μη εγείροντες αμφισβήτηση για κρυφές χρεώσεις και αθέμιτες πρακτικές, το δικαίωμα τους εν συνόλω ασκήθηκε καταχρηστικά και αντίθετα προς προγενέστερη δήλη και έγγραφη συμπεριφορά τους.
Ώστε, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της εναγομένης, η αγωγή θα πρέπει αν απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της...". Με βάση της παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Δεν στέρησε δε την απόφασή του νομίμου βάσης, σ' ότι αφορά τη γενόμενη δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της εν λόγω ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη, αφού με επάρκεια και σαφήνεια διέλαβε στην απόφαση αυτή όλα τα περιστατικά τα οποία κατά νόμον κάνουν δεκτή την εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία και δεν παραβίασε εκ πλαγίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ίδιας διάταξης.
Ειδικότερα, η κρίση του Εφετείου ότι το δικαίωμα των αναιρεσειόντων για την επίδειξη εγγράφων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ασκείται καταχρηστικά αφού δεν αποσκοπούσε στην ενημέρωση τους για ενδεχόμενες αντισυμβατικές παράνομες ενέργειες της πιστώτριας, στηρίχθηκε στις παραδοχές: α) ότι την πιστούχο εταιρεία παρεχόταν αναλυτική ενημέρωση για την πορεία της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού τουλάχιστον ανά τρίμηνο, με βάση δε την ενημέρωση αυτή τηρούνταν τα λογιστικά βιβλία της πιστούχου και συντασσόταν ο ετήσιος ισολογισμός.
β) ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό παραστατικών, που αφορούσαν χρονικό διάστημα πέραν της δεκαετίας και η ανάκτηση των οποίων από τις αποθήκες της Τράπεζας στην ......, περιοχή "..." ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρα και δαπανηρή, απέφευγαν δε επιμελώς να καταβάλουν τη δαπάνη αποστολής των εγγράφων αυτών, αρνούμενοι μάλιστα να συναινέσουν και στην παράταση της προθεσμίας παροχής των αιτουμένων εγγράφων και γ) ακόμη και μετά της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αρνήθηκαν να καταβάλουν τη δαπάνη των 700€ για την ανάκτηση των σχετικών εγγράφων και την παραλαβή τους από το οικείο υποκατάστημα της Τράπεζα στην ......, ζητώντας να κατατεθούν αυτά στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Καβάλας.
Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος της αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.11.2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε." κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθ.171/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ