Legislator Case Law & Legislation
1260/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment in private construction contract dispute between municipality and individual.

Case Number 1260/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Grevena's appeal against the Second Instance Court's final judgment. The municipality argued the contract was administrative due to public purpose and claimed unjust enrichment, but the court found it was a private contract. The court held that the lower court correctly determined the municipality was not unjustly enriched and rejected the appeal for lack of legal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 4 of the Code of Civil Procedure; Art. 94 §§ 1 and 2 of the Constitution: An appeal is admissible only if the court exceeded jurisdiction, and administrative contracts are defined by public purpose and superior public position, not merely by the identity of the parties.

Keywords

AI generated
administrative contract private contract unjust enrichment jurisdictional appeal public purpose municipal liability civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 94 §§ 1 and 2 of the Constitution
Art. 1 § 2 item i' of Law 1406/1983
82/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, προσκομίζεται δε για το παραδεκτό της συζητήσεώς της κατ' άρθρο 72 § 1 του Ν.
Art. 1 of the Code of Civil Procedure
82/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, προσκομίζεται δε για το παραδεκτό της συζητήσεώς της κατ' άρθρο 72 § 1 του Ν.
Art. 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Municipalities and Communities Code (Law 3463/2006)
Art. 72 § 1 of Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated
AED 3/1999
OLAP 8/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1260 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1260/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Γρεβενών", που εδρεύει στα Γρεβενά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κλησιάρη. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-8-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Γρεβενών, στρεφόμενη κατά της 52/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του, επικυρώνοντας έτσι την εκδοθείσα σε βάρος του ιδίου (ως εναγομένου) υπ' αριθμ. 82/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, προσκομίζεται δε για το παραδεκτό της συζητήσεώς της κατ' άρθρο 72 § 1 του Ν. 3852/2010 η υπ' αριθμ. 120/2016 εγκριτική απόφαση της οικείας Οικονομικής Επιτροπής.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 94 §§ 1 και 2 του Συντάγματος, 1 § 2 στοιχ. ι' του ν. 1406/1983 και 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές εκ συμβάσεων υπάγονται στα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια, αναλόγως αν πρόκειται για ιδιωτικές ή διοικητικές συμβάσεις.

Διοικητική σύμβαση είναι μόνο εκείνη, στην οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους είναι το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η οποία με το περιεχόμενό της εξυπηρετεί κατά τρόπο άμεσο ένα δημόσιο σκοπό εντασσόμενο στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος, το δε Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ., είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται χάριν του εν λόγω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος (ΑΕΔ 3/1999, ΟλΑΠ 8/2000).

Συμβάσεις, στις οποίες δεν συντρέχουν σωρευτικώς τα εκτεθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, είναι ιδιωτικές και οι εξ αυτών διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Στα τελευταία υπάγονται και οι εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού διαφορές που έχουν ως υπόβαθρο μια άκυρη σύμβαση έργου ιδιωτικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, επί του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι το θέρος του έτους 2010 συμφώνησε προφορικά με τον Κ. Φ., Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της πρώην Κοινότητας ..., να αναλάβει αυτός, ως εμπειροτέχνης εργολάβος, με δικά του υλικά την ανακατασκευή του κτιρίου του τυροκομείου ..., έργο το οποίο εκτέλεσε και παρέδωσε στις 31-12-2010, συνολικής αξίας 46.250,13 ευρώ, υπολογιζόμενης βάσει των αναλυτικά αναφερομένων στην αγωγή κατά ποσότητες και τιμή μονάδος επιμέρους εργασιών.

Λόγω όμως του ότι δεν προηγήθηκε της συνάψεως της συμβάσεως αυτής διαγωνισμός, πράγμα που συνεπάγεται κατά νόμον ακυρότητα αυτής, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος Γρεβενών, ως διάδοχος της άνω Κοινότητας, να του καταβάλει το ποσό αυτό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, για το λόγο ότι χωρίς νόμιμη αιτία εξοικονόμησε αντίστοιχη δαπάνη που θα κατέβαλλε σε άλλον εργολάβο, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για έργο που σώζεται έως σήμερα.

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής σαφώς προκύπτει ότι με αυτήν εισάγεται διαφορά από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, διότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος σωρευτικά για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση διοικητική και να υπάγεται κατά συνέπεια στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, και ειδικότερα δεν προκύπτει συνδρομή της ύπαρξης κανονιστικού καθεστώτος που να περιάγει τον αντισυμβαλλόμενο του ενάγοντος Δήμο σε υπερέχουσα έναντι εκείνου θέση ή συμβατική πρόβλεψη υπαγωγής σε τέτοιο κανονιστικό καθεστώς, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων Δήμος επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του την ύπαρξη τέτοιου ειδικού καθεστώτος.

Επομένως η ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική και, συνεπώς, η υπό κρίση, εξ αυτής, διαφορά εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχθηκε ότι η εκδίκαση της ένδικης αγωγής (με το προεκτεθέν περιεχόμενο) υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 209 §§ 1, 2 και 9 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), 83 § 1 του ν. 2362/1995, 17 § 1 του ν. 2539/1997 και των Α.Υ.Ο. 2/45564/0026/2001 (ΦΕΚ Β'1066) και 35130/739/9-8-2010 (ΦΕΚ Β' 1291), που ίσχυαν κατά το χρόνο γενέσεως της ένδικης αξιώσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών συνάπτονται για λογαριασμό των δήμων και των κοινοτήτων απευθείας από τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας, ακόμη και χωρίς διαγωνισμό, μόνον όταν η αξία τους δεν υπερβαίνει κατ' είδος σε ετήσια βάση το ποσό των 15.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, και από 11-8-2010 το ποσό των 20.000 ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, η σύμβαση έργου με απευθείας ανάθεση από το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας επιτρέπεται να συναφθεί μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών περιπτώσεων ειδικά αιτιολογημένων και μόνο εφόσον υπάρχει εγγραφή στον προϋπολογισμό εξειδικευμένης πίστωσης προορισμένης για προμήθεια, εργασία ή μεταφορά, που κατονομάζεται ρητά στον προϋπολογισμό.

Συμβάσεις, που συνάπτονται για λογαριασμό δήμων και κοινοτήτων από τους δημάρχους ή προέδρους τους, αντίστοιχα, κατά παράβαση των ανωτέρω, είναι άκυρες κατ' άρθρο 85 του Ν.2362/1995 και δεν παράγουν έννομες συνέπειες και ειδικότερα υποχρεώσεις σε βάρος των ΟΤΑ. Εξ άλλου κατά το άρθρο 904 § 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας και έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι' αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ.

ΑΠ 218/1977), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι -εκτός άλλων και- η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλ. η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία.

Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η παροχή είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 501/2016).

Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010).

Εν προκειμένω, η ένδικη αγωγή με το προεκτεθέν περιεχόμενο περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για τη νομική της θεμελίωση στοιχεία, δηλ. την περιγραφή του έργου που εκτελέσθηκε, τον πλουτισμό του εναγομένου χωρίς νόμιμη αιτία, με δεδομένο ότι η επικαλούμενη σύμβαση έργου με απευθείας ανάθεση από τον πρόεδρο της κοινότητας ...

ήταν άκυρη, ως υπερβαίνουσα κατ' αξία το ποσό των 15.000 € αλλά και των 20.000 €, γενόμενη άνευ διαγωνισμού και χωρίς να συντρέχει επείγουσα περίπτωση, όπως έκρινε ανελέγκτως και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, και ως εκ τούτου οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (και όχι τον αριθ. 10) ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

IV. Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "Το καλοκαίρι του έτους 2010, κατόπιν προφορικής συμφωνίας του προέδρου της τότε κοινότητας ..., ήδη συγχωνευθείσας με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Γρεβενών, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3852/2010, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ανέλαβε ως εργολάβος οικοδομών, την επισκευή και ανακατασκευή με δικά του υλικά του τυροκομείου της κοινότητας ....

Χρόνος αποπεράτωσης του έργου συμφωνήθηκε η 31-12-2010, όπως και ο της καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος". Εν συνεχεία το Εφετείο, αφού απαριθμεί τις εκτελεσθείσες εργασίες κατ' είδος, μονάδα μετρήσεως και τιμή μονάδος, υπολογίζει την αξία του έργου στο συνολικό ποσό των 46.250,13 ευρώ και συνεχίζει: "το έργο εκτελέστηκε προσηκόντως και παραδόθηκε στην Κοινότητα εμπροθέσμως, ενώ κατά την εκτέλεσή του επέβλεπαν αυτό ο Ι.

Μ., μηχανικός, αλλά και ο πρόεδρος της τότε κοινότητας .... Η παραπάνω σύμβαση, που καταρτίστηκε προφορικά, είναι άκυρη, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος που απαιτείται από τη νομοθεσία και διέπει την κατάρτιση συμβάσεων με συμβαλλόμενο το Δημόσιο ή τους ΟΤΑ, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά, κατά τα αρθρ. 158 και 159§1 ΑΚ, άκυρη τη σύμβαση, ενώ επιπλέον έγινε με απευθείας ανάθεση, χωρίς την τήρηση των οικείων διατάξεων περί δημοσίων και δημοτικών έργων.

Επομένως, λόγω αυτής της ακυρότητας, τα μέρη δεν μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από την ως άνω σύμβαση και να στηρίξουν τυχόν αξιώσεις τους. Ωστόσο, με την εκτέλεση και παράδοση του παραπάνω έργου και την παροχή των παραπάνω υπηρεσιών από τον ενάγοντα, στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, χωρίς την καταβολή της σχετικής αμοιβής, ο εναγόμενος Δήμος Γρεβενών, ο οποίος υπεισήλθε στη θέση της αρχικής αντισυμβαλλόμενης Κοινότητας ..., κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, η δε ωφέλειά του συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου και στη δαπάνη που εξοικονόμησε ο Δήμος, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Συνεπώς, η δαπάνη που εξοικονόμησε ο εναγόμενος και οφείλει στον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 46.250,13 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.... Εξάλλου, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να μορφώσει εδραία δικανική πεποίθηση για την προκείμενη διαφορά, ενώ δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, όπως ζητεί ο εναγόμενος.

Κατ' ακολουθίαν, το ως άνω υποβληθέν αίτημα του εναγομένου, προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο. Τέλος, ο εναγόμενος ισχυρίζεται, το πρώτον με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι έσφαλε η εκκαλουμένη, ως προς το ύψος της επιδικασθείσας σε βάρος του δικαστικής δαπάνης, μη λαμβάνουσα υπ' όψιν τις κείμενες διατάξεις που αφορούν τους Ο.Τ.Α., αλλά και τις γενικές διατάξεις περί καθορισμού του ύψους αυτής.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί προτείνεται, ως λόγος έφεσης, το πρώτον με τις προτάσεις του εκκαλούντος και όχι με το δικόγραφο της ένδικης έφεσής του, ενώ δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως παραδεκτώς ασκηθείς πρόσθετος λόγος έφεσης....". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, που έκρινε με τον ίδιο τρόπο και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε, με ελεύθερη συνεκτίμηση όλων των μέσων αποδείξεως που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στο αποδεικτικό πόρισμά του, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων, κατά νόμο διάδοχος της κοινότητας ..., κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά την αξία του κατασκευασθέντος έργου, είναι δε το μεν αβάσιμοι το δε απαράδεκτοι οι λοιποί λόγοι (τέταρτος, πέμπτος και έκτος) της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10 και (κατ'εκτίμηση) 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι αγνόησε τους ισχυρισμούς του, δηλαδή τα επιχειρήματά του και συγκεκριμένα:

α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως παθητικής του νομιμοποιήσεως, δεδομένου ότι επρόκειτο περί ιδιωτικού και όχι κοινοτικού έργου, β) δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο αναιρεσείων κατέστη πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου κατά την αξία του κατασκευασθέντος έργου, γ) κακώς απέρριψε το αίτημά του περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για το εκτελεσθέν έργο και το κόστος αυτού και δ) έσφαλε ως προς το ύψος της προσδιορισθείσης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών σε βάρος του δικαστικής δαπάνης.

Ειδικότερα, το Εφετείο: α) δέχθηκε ότι το εκτελεσθέν έργο ήταν για δημόσιο και όχι ιδιωτικό σκοπό, και κατόπιν αυτού δέχθηκε ότι νομιμοποιείτο παθητικά ο αναιρεσείων Δήμος, ως διάδοχος της Κοινότητας ..., στην αναζήτηση του πλουτισμού, και κατά συνέπεια έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμος.

β)σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος του αναιρεσίβλητου από τα παρατιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου και τα επικαλούμενα έγγραφα των διαδίκων, γ) Εξάλλου, δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από την απόρριψη ρητά ή σιωπηρά του αιτήματος για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή για την ύπαρξη ζητήματος, που απαιτεί ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Τέλος, όχι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο το λόγο εφέσεως για το ύψος της δικαστικής δαπάνης, εφόσον η αιτίαση αυτή προτάθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις και όχι με την έφεση ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 του Κώδικα Δήμων & Κοινοτήτων (Ν.3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-8-2016 αίτηση του Δήμου Γρεβενών για αναίρεση της υπ' αριθμ. 52/2016 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 10 της 1260/2018 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Μ.Κ.