Legislator Case Law & Legislation
1260/2017 AI generated

1260/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1260/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1260/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
accident insurance premium financing of accident insurance motor vehicle liability insurance insurable value right to higher insurance cover motor vehicle expenses
AI generated
392/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
1213/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 17/4/2002 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2270/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/6/2005 αίτησή της.
994/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8112/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2530/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζήτησε το αναιρεσείον με την από 10/1/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 64/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 3/4/2008 κλήση του.
1428/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας.
478/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1260 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1260/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ελληνικής εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ανδροβιτσανέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέτα Τσιακουμάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2012 (όπως συμπληρώθηκε με την 170/2012) οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 163/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής), αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου νόμου, κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Τέλος, κατά τα άρθρα 16 και 17 του ίδιου ως άνω νόμου, στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου. Το ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματος πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου.

Ο ασφαλιστής μπορεί με ξεχωριστή συμφωνία, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, να προβεί σε αποτίμηση της ασφαλισμένης περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή το ασφάλισμα υπολογίζεται με βάση την αξία της αποτίμησης. Η αποτίμηση μπορεί να προσβληθεί μόνο για πλάνη, απάτη, απειλή ή εικονικότητα (άρθρο 16). Στην ασφάλιση πραγμάτων, αν η αξία τους που δηλώθηκε κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης (ασφαλιστική αξία) υπολείπεται της τρέχουσας ή, αν δεν υπάρχει, της συνηθισμένης αξίας αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου, η ευθύνη του ασφαλιστή περιορίζεται στην αποκατάσταση ανάλογου μέρους της ζημίας.

Αν η αξία των πραγμάτων που δηλώθηκε κατά τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης, υπερβαίνει την τρέχουσα ή, αν δεν υπάρχει, τη συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου, οποιοσδήποτε από τους συμβαλλομένους μπορεί να απαιτήσει τη μείωση της ασφαλιστικής αξίας και του ασφαλίστρου, για το υπολειπόμενο διάστημα ισχύος της σύμβασης.

Σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου, ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται για το υπερβάλλον. Αν η υπερασφάλιση οφείλεται σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, η ασφάλιση είναι άκυρη. Ο καλόπιστος ασφαλιστής δικαιούται τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα (άρθρο 17). Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται η αρχή του αποζημιωτικού χαρακτήρα της ασφαλιστικής συμβάσεως, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα στους ασφαλισμένους να χρησιμοποιούν τη σύμβαση για τον πορισμό κέρδους, προς πραγματοποίηση του οποίου είναι ενδεχομένη η ψευδής αποτίμηση των ασφαλιζομένων πραγμάτων και στη συνέχεια η από δόλο καταστροφή αυτών, δηλαδή η πρόκληση επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως με μέσα, τα οποία αποκρούονται από την έννομη τάξη.

Ενόψει του σκοπού της απαγορεύσεως της υπερασφάλισης και του περιορισμού της ασφαλιστικής συμβάσεως στον αποζημιωτικό και μόνο χαρακτήρα της, οι διατάξεις που καθιερώνουν την απαγόρευση και τον περιορισμό αυτόν και αποσκοπούν στην προστασία της έννομης τάξεως, είναι δημοσίας τάξεως, μη δυνάμενες να μεταβληθούν με την ιδιωτική βούληση (Ολ.ΑΠ 6/1990).

Έτσι, αν έλαβε χώρα αποτίμηση της αξίας από τον ασφαλιστή, η οποία έγινε αποδεκτή, τότε η αποτίμηση αυτή υπερισχύει έναντι κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου και αποστερεί τον ασφαλιστή από το δικαίωμα να αποδείξει τη μικρότερη αξία του πράγματος, εκτός αν η αποτίμηση έγινε από τον ασφαλισμένο κατά τρόπο δόλιο (βλ.

υπό την ισχύ της διαταξ. 208 Εμπ.Ν αναλόγου περιεχομένου με τις ανωτέρω διατάξεις, ΑΠ 739/2003, ΑΠ 622/1993). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα εξής, σε σχέση με τους εξεταζόμενους λόγους αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων κύριος του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής AUDI, μοντέλου A4 DTM TFS QUATTRO, 1984 cc, 14 φορολογήσιμων ίππων, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε τεθεί για πρώτη φορά σε κυκλοφορία στις 20-10-2005, κατόπιν της με στοιχεία ...

αίτησης ασφάλισης, σύναψε στις 16-3-2010 στην Καβάλα με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ".....", την οποία εκπροσώπησε ο ασφαλιστικός της πράκτορας Κ. Χ., την με αριθμό ... ασφαλιστική σύμβαση, με την οποία η τελευταία ασφάλισε το ως άνω αυτοκίνητο αρχικά για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από την πρόκληση τροχαίων ατυχημάτων και για άλλους κινδύνους (νομική προστασία, κρύσταλλα, υλικές ζημίες από ανασφάλιστο όχημα και προστασία Β.Μ.) για το από 16-3-2010 έως 16-9-2010 χρονικό διάστημα, έναντι αρχικού ασφαλίστρου 238,58 ευρώ.

Στη συνέχεια, επειδή η με στοιχεία ... αίτηση του ενάγοντος προς την εναγομένη περιελάμβανε πρόταση να περιληφθούν στη σύμβαση ασφάλισης του αυτοκινήτου του και πρόσθετοι κίνδυνοι πυρός, τρομοκρατικών ενεργειών και ολικής-μερικής κλοπής, η τελευταία διόρισε ως πραγματογνώμονα τον εξωτερικό συνεργάτη της Θ.

Α., προκειμένου να ελέγξει το όχημα του ενάγοντος και διαπιστώσει την εμπορική αξία του στον ανωτέρω χρόνο. Πράγματι, αυτός ήλεγξε το αυτοκίνητο και εκτίμησε ότι η εμπορική αξία του ανερχόταν στο ποσό των 38.000 ευρώ. Επί τη βάσει της προηγηθείσης αποτίμησης, την οποία αποδέχθηκε ο ενάγων, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η από 24-3-2010 έγγραφη πρόσθετη πράξη της με αριθμό ...

ασφαλιστικής σύμβασης, με την οποία συμφώνησαν την επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης του άνω αυτοκινήτου για το από 24-3-2010 έως 16-9-2010 χρονικό διάστημα μεταξύ άλλων και στους κινδύνους πυρός, τρομοκρατικών ενεργειών και ολικής-μερικής κλοπής, στην οποία αναφέρεται το ποσό των 38.000 ευρώ ως εμπορική αξία, προσδιορίζοντας εκ νέου το ασφάλιστρο στο ποσό των 643,07 ευρώ, το οποίο ο ενάγων κατέβαλε άμεσα στην εναγομένη.

Επομένως, αποδεικνύεται ότι περί της αξίας του αυτοκινήτου υφίσταται έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, η οποία στηρίζεται στη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που είχε διορίσει η ίδια η εναγομένη, η ειδική δε αυτή συμφωνία αποτυπώθηκε στην πρόσθετη πράξη με την αναγραφή του ποσού των 38.000 ευρώ ως αμοιβαίως γενόμενης αποδεκτής της αποτίμησης της αξίας του αυτοκινήτου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ 23:45 της 17ης Αυγούστου 2010 και 09:00 της 18ης Αυγούστου 2010 άγνωστοι δράστες έκλεψαν το ως άνω αυτοκίνητο του ενάγοντος από την οδό ..., όπου ήταν σταθμευμένο, χωρίς έκτοτε να εντοπιστεί ούτε ίχνος των δραστών ούτε το κλεμμένο αυτοκίνητο (βλ. .../...-8-2010 και .../...-12-2010 βεβαιώσεις Α.Τ.

Πανοράματος). Κατόπιν τούτων, ο ενάγων γνωστοποίησε στην εναγομένη την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου της ολικής κλοπής του αυτοκινήτου του και ζήτησε να του καταβάλει το ασφάλισμα των 38.000 ευρώ, πλην όμως, η τελευταία αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απορρέουσα από τη με αριθμό ... ασφαλιστική σύμβαση και την από 24-3-2010 πρόσθετη πράξη της ενοχική της υποχρέωση για καταβολή του ασφαλίσματος προβάλλοντας την αιτίαση ότι η εμπορική αξία του ως άνω ασφαλισμένου αυτοκινήτου κατά το χρόνο της κλοπής του ανερχόταν στο ποσό των 21.000 ευρώ.

Η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με την έφεσή της τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε συμβατική αποτίμηση της αξίας του οχήματος του ενάγοντος, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 ν. 2496/1997. Ο ισχυρισμός αυτός όμως είναι απορριπτέος, καθόσον η αποτίμηση της εμπορικής αξίας του οχήματος του ενάγοντος αποτυπώθηκε στην από 24-3-2010 πρόσθετη πράξη της με αριθμό ...

ασφαλιστικής σύμβασης, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η οποία έγινε κατόπιν εκτιμήσεως από τον πραγματογνώμονα, που διόρισε η εναγομένη, την οποία αποδέχθηκε ο ενάγων, όπως προελέχθη, η οποία σημειωτέον δεν προσβάλλεται για πλάνη, απάτη, απειλή ή εικονικότητα. Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά και την παραδοχή ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος προσδιόρισε την ασφαλιστική αποζημίωση επί τη βάσει της συμβατικής αποτίμησης της αξίας του οχήματος του ενάγοντος, κατά το άρθρο 6 παρ. 3 ν. 2496/1997 και όχι κατόπιν αντιπαραβολής της αξίας του πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου, δηλαδή την κλοπή του, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως υποστηρίζει η εναγομένη εκκαλούσα με την έφεσή της.

Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν". Και με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 2496/1997, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των διαλαμβανομένων στις ως άνω διατάξεις νομικών εννοιών.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, το αποδεικτικό της πόρισμα.

Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως, ότι η, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του παραπάνω νόμου, προβλεπόμενη αποτίμηση της αξίας των ασφαλιζομένων πραγμάτων αναφέρεται σε σύνταξη έγγραφης σύμβασης μεταξύ ασφαλιστού και ασφαλιζόμενου, πράγμα που δεν συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, διότι η πρόσθετη πράξη ασφάλισης είναι συμπληρωματική ασφαλιστική σύμβαση, η οποία εκδίδεται με αίτηση του ασφαλισμένου και δεν είναι η προβλεπόμενη από το νόμο σύμβαση περί αποτίμησης της αξίας του πράγματος, ούτε ο ασφαλιστικός πράκτορας είναι εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου προς την εναγομένη - αναιρεσείουσα, να περιληφθούν στη σύμβαση ασφαλίσεως του αυτοκινήτου του και πρόσθετοι κίνδυνοι πυρός, τρομοκρατικών ενεργειών και ολικής- μερικής κλοπής, η τελευταία διόρισε τον εξωτερικό συνεργάτη της Θ.

Α. ως πραγματογνώμονα, προκειμένου να ελέγξει το ως άνω αυτοκίνητο και να διαπιστώσει την αξία του, αυτός δε την αποτίμησε στο ποσό των 38.000 ευρώ και ότι βάσει της προηγηθείσης αποτιμήσεως, συνήφθη η από 24-3-2010 έγγραφη πρόσθετη πράξη της υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστικής συμβάσεως. Επομένως η αποτίμηση της αξίας του αυτοκινήτου έγινε από πρόσωπο της επιλογής της αναιρεσείουσας και εγκύρως συνήφθη έγγραφη πρόσθετη πράξη ασφαλίσεως, με βάση την οποία καταβαλλόταν σ’ αυτή αυξημένα ασφάλιστρα βάσει της γενομένης αποτιμήσεως της αξίας του αυτοκινήτου.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ο λόγος της αναιρέσεως κατ’ αμφότερες τις αιτιάσεις του, ήτοι για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ και η αναίρεση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων για την άσκησή της παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2015 με αριθμ. …2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 163/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων, από την αναιρεσείουσα, παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ