Legislator Case Law & Legislation
1260/2016 AI generated

1260/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1260/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1260/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α’ του ίδιου άρθρου, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".

Keywords

AI generated
property offenses vendor's statutory lien petty property offence acquisition of real estate proceeds of crime expropriation costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1260 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1260/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1558/1559/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Γ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση αναιρέσεως και στους από 17 Νοεμβρίου 2015 προσθέτους λόγους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 826/2014.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 1-9-2014 αίτηση και οι επ’ αυτής από 17-11-2015 πρόσθετοι λόγοι του Σ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1558-1559/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α’ Π.Κ., "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά δε την παρ. 2 εδ.

α’ του ίδιου άρθρου, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της προβλεπόμενης από τη δεύτερη (σε συνδυασμό με την πρώτη) παράγραφο του άνω άρθρου κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει σε άλλον, εκτός από το δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε)το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στ) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά διαλαμβανόμενες στο ανωτέρω άρθρο καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας.

Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ., ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.

Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής και γι’ αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεως στον εντολέα εκείνων που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του και όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του, να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο ή να προβαίνει σε καταβολές σε τρίτους με χρήματα του εντολέα του.

Γι’ αυτό και σε περίπτωση ιδιοποιήσεως των χρημάτων, που έλαβε ο εντολοδόχος δικηγόρος από πελάτη του, για να τα καταβάλει σε δανειστές του εντολέα του για την εξόφληση οφειλής του τελευταίου ή για να πληρώσει για λογαριασμό του εντολέα τρίτον, τελείται έγκλημα υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.

απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά μόνο από αυτά κατ’ επιλογή, όπως τούτο επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα και ανενδοιάστως, ότι αυτά έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους, αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα, που εισφέρθηκαν σ` αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη.

Η δε γενική αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως περί λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν σημαίνει αναμφίβολα και τη λήψη υπόψη του καθενός επί μέρους από αυτά, εκτός αν με τρόπο αναμφισβήτητο συνάγεται, από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο στο σύνολό τους (Α.Π. 659/2015, 30/2015, 1389/2010).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, κατά τα άνω, αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πλειοψηφία τεσσάρων μελών του έναντι ενός, τα εξής:

ΕΠΕΙΔΗ, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που διαβάστηκε στο ακροατήριο, και οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της παρούσας δημοσίας συνεδριάσεως, από την ανάγνωση όλων των προαναφερομένων εγγράφων που βρίσκονται στην παρούσα δικογραφία, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα εξής:

Ο πολιτικώς ενάγων, Γ. Γ., είναι εργολάβος οικοδομών και αναλαμβάνει την κατασκευή πολυώροφων κατοικιών. Κατά μήνα Ιούλιο του έτους 1997, ανέθεσε στον κατηγορούμενο, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, την εντολή να του βρίσκει άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να τα εκμεταλλεύεται είτε με το σύστημα της αντιπαροχής, είτε με την αγορά και ανοικοδόμησή τους και πώληση των διαμερισμάτων σε τρίτους.

Ο κατηγορούμενος, πράγματι, κατά τον ως άνω μήνα, υπέδειξε στον πολιτικώς ενάγοντα να αγοράσει ένα ακίνητο, έκτασης 200,19 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή ... Θεσσαλονίκης και έλαβε από τον τελευταίο (πολιτικώς ενάγοντα) 14.673,51 ευρώ (5.000.000 δραχμών), έναντι του τιμήματος, προκειμένου, στη συνέχεια, να το καταβάλλει στους συνιδιοκτήτες - πωλητές του οικοπέδου, στο όνομα βέβαια και για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος, όταν θα καταρτιζόταν το προσύμφωνο ή το οριστικό συμβόλαιο πώλησης.

Παράλληλα, κατέστησε σαφές στον πολιτικώς ενάγοντα ότι το εν λόγω ακίνητο βαρύνεται με νομικά ελαττώματα και ότι δεν ήταν ακόμη δυνατόν να μεταβιβαστεί σ’ αυτόν η κυριότητα του. Η εν λόγω πώληση τελικά ματαιώθηκε, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν διεκπεραίωσε εγκαίρως τις διαδικασίες, οι οποίες ήταν απαραίτητες για να αρθεί το νομικό ελάττωμα του ακινήτου.

Μετά από αυτά, ο πολιτικώς ενάγων, όχλησε επανειλημμένα τον κατηγορούμενο να του επιστρέψει το ανωτέρω ποσό των 14.673,51 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο, πλην όμως αυτός, δεν το απέδωσε, αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε, παράνομα. Περί των ανωτέρω το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο που δεν αναιρούνται από την απολογία του κατηγορουμένου και δεν κρίνεται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και η κατάθεση του απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, καθόσον ο ίδιος ο πολιτικώς ενάγων στην αναγνωσθείσα με ημερομηνία 26-6-2014 υπεύθυνη δήλωσή του, της οποίας βεβαιώθηκε το γνήσιο της υπογραφής, δηλώνει ότι επιθυμεί την καταδίκη του κατηγορουμένου και ότι ο τελευταίος πολλές φορές του δήλωσε ότι θα του επιστρέφει το επίδικο ποσό, το οποίο αν και έχουν περάσει 17 χρόνια δεν το επέστρεψε.

Με βάση τα ανωτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτής αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξης, απορριπτομένου ως αβασίμου του προβαλλομένου απ’ αυτόν αυτοτελούς ισχυρισμού περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή υπεξαίρεση (άρθρο 375 παρ. 1α Π.Κ.) και παραγραφής.

Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, κατά την άνω πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο (ενώ το μειοψηφήσαν μέλος του είχε τη γνώμη, ότι αυτός έπρεπε να κηρυχθεί αθώος), με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α’ Π.Κ.), της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο κατά πλειοψηφία του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, τον Ιούλιο του έτους 1997, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία του είχαν εμπιστευτεί ως εντολοδόχο και συγκεκριμένα στον τόπο και χρόνο που προαναφέρεται έλαβε ως δικηγόρος από τον εντολέα του.

Γ. Γ. του Σ., κάτοικο ..., ποσό δέκα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και πενήντα ενός λεπτών [14.673,51] για να το καταβάλει στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα του σε τρίτο ως τίμημα για την ενδεχόμενη αγορά ακινήτου του, το οποίο όμως παρά τη ματαίωση της σύμβασης και τις συνεχείς οχλήσεις του, δεν απέδωσε στον εντολέα του, αλλά το ενσωμάτωσε χωρίς δικαίωμα στην προσωπική του περιουσία.

Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αφού από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού (της πλειοψηφίας) σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, παρά τη γενική αναφορά του αιτιολογικού σε όλα τα αποδεικτικά μέσα (κατά το είδος τους), δεν προκύπτει με βεβαιότητα, αν συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και οι από 26-7-1997 και 30-7-1997 δύο έγγραφες αποδείξεις του Δ.

Σ., που φέρουν την υπογραφή του τελευταίου, ως και η υπ’ αριθ. .../21-9-2007 ένορκη βεβαίωση του ιδίου (Δ. Σ.) ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευγενίας Η. Ματθαίου, έγγραφα τα οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, με αύξοντες αριθμούς ..., αντίστοιχα, του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων, κατά το περιεχόμενο των οποίων το επίμαχο ποσό των 5.000.000 δρχ., που αποτελεί αντικείμενο της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων (το οποίο, ειδικότερα, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε ο κατηγορούμενος δικηγόρος από τον εντολέα του πολιτικώς ενάγοντα, για να το καταβάλει για λογαριασμό του, ως τίμημα, στον πωλητή του αναφερόμενου ακινήτου) το έλαβε ο Δ.

Σ. του Ι., ως πληρεξούσιος του πωλητή Γ. Κ. και το απέδωσε προς εκείνον, ούτε αιτιολογείται η μη λήψη υπόψη των εγγράφων τούτων, καίτοι έχουν διαφορετικό περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων και αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο, ότι το άνω ποσό περιήλθε στην κατοχή του ιδίου. Έτσι, υφίσταται ανεπάρκεια του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα ληφθέντα υπόψη για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσεως αποδεικτικά μέσα, αφού δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι αυτά αξιολογήθηκαν και εκτιμήθηκαν στο σύνολό τους.

Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν πληροί τις από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. τεθείσες προϋποθέσεις αξιολογήσεως όλων των αποδεικτικών μέσων και, ως εκ τούτου, η άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις αποδείξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια.

Κατά συνέπεια, είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του δικογράφου των προσθέτων (κατά το οικείο σκέλος τους), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της επιλεκτικής εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως και, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως (κυρίων και προσθέτων), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 1558-1559/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ