1260/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1260/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987 και ΑΠ 1493/1998).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1260 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1260/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ - GENERAL UNION ΑΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε α) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και β) από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., β. Β. Λ. του Α., νομίμως εκπροσωπουμένης από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής, μητέρας της Μ. Γ., κάτοικο ... και γ. Α. Λ. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης Β. Λ. χας Α. Λ. (αρχικώς δεύτερης ενάγουσας) και ως υπεισελθόντων στη θέση αυτής, έως και 10) Π. Δ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων η υπό στοιχ. 1β και η 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταυρόπουλο, οι 5ος, 6η, 7η και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρανάσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Α. χα Χ. Ζ. (9η) απεβίωσε στις 20-11-2011 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της α. Π. συζ. Γ. Κ. (6η ως άνω), β. Λ. Ζ. του Χ., κάτοικος ... και γ. Θ. Ζ. του Χ., κάτοικος ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ενώ οι υπό στοιχ. 1α, 1γ - 2ος, 4ος και 10ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Αναφορικά με τον Α. Λ. του Α. (υπό στοιχ. 1γ - 2ος) ο ως άνω δικηγόρος Κωνσταντίνος Καρανάσιος με τις από 19-12-2014 προτάσεις του δήλωσε ότι απεβίωσε στις 12-4-2013.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2008 αγωγή του ήδη 4ου των αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 8-7-2008 αγωγή των ήδη 5ου, 6ης, 7ης, 8ης των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Α. χας Χ. Ζ., την από 24-9-2008 αγωγή του ήδη 1α των αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων Β. χας Α. Λ. και Α. Λ. του Α., την από 17-10-2008 αγωγή της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την από 16-2-2009 αγωγή του ήδη 10ου των αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5033/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 602/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-1-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 14-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της από 13-1-2012 και με αριθμό καταθέσεως 3/2012 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 602/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987 και ΑΠ 1493/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η 9η των αναιρεσιβλήτων Α. χήρα Χ. Ζ., απεβίωσε πριν από την άσκηση της αναιρέσεως και συγκεκριμένα στις 20-11-2011 και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της είναι τα τέκνα της Λ. Ζ. του Χ., Θ. Ζ. του Χ. και Π. Ζ. του Χ., τα οποία, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κων/νου Καρανάσιου, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου της μητέρας τους στο αναιρεσείον, το οποίο αγνοούσε κατά την άσκηση της αναιρέσεως τον θάνατο της μητέρας τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν ως μοναδικοί κληρονόμοι της την δίκη.
Ο θάνατος της ως άνω 9ης αναιρεσίβλητης και η κληρονομική διαδοχή της από τα ως άνω τέκνα της αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου, το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως της θανούσας, ως και τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης της 9ης αναιρεσίβλητης και περί μη αποποιήσεως της κληρονομιάς της και δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (άρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο κατά την 20-11-2011 θάνατος της 9ης αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον κατά την άσκηση της αναιρέσεως γνώριζε το θάνατο της 9ης αναιρεσίβλητης, οι ως άνω δε κληρονόμοι της παρίστανται νομίμως στην θέση της, δηλώνουν ότι συνεχίζουν την δίκη και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της ως άνω 9ης αναιρεσίβλητης που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της και μπορεί να χωρήσει νομίμως η συζήτησή της με τους ως άνω κληρονόμους της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 291 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, ενώ η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη και ότι ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, αλλά και ο ομόδικός του, μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί προσκαλώντας τον για το σκοπό αυτόν με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορούν να κοινοποιήσουν την πρόσκληση και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή θεωρώντας ότι αυτή επήλθε και η δίκη στην περίπτωση αυτήν επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της προσκλήσεως.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος αυτού. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 110 παρ. 2 και 576 παρ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ., κατά την αναιρετική δίκη, αν ο αντίδικος ή ο ομόδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αρνητική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναιρέσεως.
Με το άρθρο 62 του Ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομότυπα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υποθέσεως στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση οι διάδικοι, συνάγεται ότι εφόσον οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και αυτός που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, αντίδικος ή ομόδικός τους, δεν έχει επιδώσει κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως σε όλους, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, ενώ αντίθετα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 98 του Ν. 4139/2013).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).
Τέλος, κατά το άρθρο 134 παρ.1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., "αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση ...". Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη κλήτευση με πλασματική επίδοση στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση με το νόμο 1334/1983 της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης, η οποία δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική αυτή επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το κατά τούτο καταργηθέν άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν αυτό απεστάλη στο εξωτερικό και παραλήφθηκε από εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση κατά τον οριζόμενο στην προαναφερόμενη σύμβαση τρόπο (άρθρα 15 και 16 της συμβάσεως αυτής), ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις της πιο πάνω διεθνούς συμβάσεως, η οποία τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από τις 18-9-1983, σύμφωνα με την από 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, έχοντας ειδικότερα την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν είναι γνωστή η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξεως στο εξωτερικό.
Τη σύμβαση αυτήν έχει επικυρώσει και η Ιταλία. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 15 της συμβάσεως αυτής, "αν μία πράξη δίκης ή ισοδύναμη πράξη χρειαστεί να διαβιβαστεί για το σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης στο εξωτερικό σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης αυτής και αν ο εναγόμενος δεν προσέλθει, ο δικαστής υποχρεούται να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως εφ' όσον χρόνο δεν διαπιστώνεται ότι:
α) Είτε ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τον τύπο τον προδιαγραφόμενο από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων που συντάχθηκαν σ' αυτό το κράτος και που προορίζονται για άτομα που βρίσκονται στο έδαφός του. β) Είτε ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του σύμφωνα με άλλη διαδικασία που προβλέπεται στη σύμβαση αυτή και ότι σε κάθε μία απ' αυτές τις περιπτώσεις είτε η επίδοση είτε η κοινοποίηση ή η παράδοση έγιναν έγκαιρα ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του".
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως και συγκεκριμένα στις 12-4-2013 απεβίωσε ο 1γ και 2ος αναιρεσίβλητος Α. Λ. του Α. και της Β. και κατέλειπε ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τον 1α αναιρεσίβλητο και ανηψιό του Α. Λ. του Α. και την 1β αναιρεσίβλητη και ανηψιά του Β.
Λ. του Α., μοναδικά τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Α. Λ. του Α. και της Β. (βλ. την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου, το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως της θανόντος και τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Νίκαιας περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του 2ου αναιρεσιβλήτου και περί μη αποποιήσεως της κληρονομιάς του) και η δίκη επαναλαμβάνεται μετά τον θάνατό του και πριν τη νομότυπη γνωστοποίηση του θανάτου του με εμπρόθεσμη πρόσκληση προς τους ως άνω κληρονόμους του και αναιρεσιβλήτους με κοινοποίηση δικογράφου για επανάληψη της δίκης από μέρους των 5ου, 6ης, 7ης και 8ης των αναιρεσιβλήτων και των προαναφερθέντων κληρονόμων της 9ης αναιρεσίβλητης, που επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης υποθέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (24-4-2015), όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, παρέστησαν το αναιρεσείον, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Μανουσάκη και Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, οι με στοιχεία 1β και 3 αναιρεσίβλητες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταυρόπουλο και οι με στοιχεία 5, 6, 7 και 8 αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Καρανάσιο, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι, πλην των κατά τα ανωτέρω αποβιωσάντων, δηλαδή οι υπό στοιχεία 1α, 4 και 10, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τους τελευταίους αναιρεσιβλήτους που δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, οι υπό στοιχεία 4 και 10, δηλαδή ο Ι. Λ. του Ν. και ο Π. Δ. του Ι., όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. 961/30-7-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας ... και από την υπ' αριθμ. 2870Γ/23-7-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άμφισσας Ι.
Α. Π., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι που επισπεύδουν τη συζήτηση, έχουν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 16ης Ιανουαρίου 2015, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως με επισημείωση στο πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο και κατά συνέπεια, παρά την απουσία τους, ως προς αυτούς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες.
Αντίθετα, ο υπό στοιχεία 1α αναιρεσίβλητος Α. Λ. του Α., ο οποίος επίσης δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ο οποίος είναι κάτοικος Ιταλίας, κλητεύθηκε, τόσο ως αναιρεσίβλητος διάδικος, όσο και ως κληρονόμος του αποβιώσαντος 1γ και 2 αναιρεσιβλήτου προς επανάληψη της δίκης, μόνον με πλασματική επίδοση της κλήσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και χωρίς να γίνει πραγματική επίδοση σ' αυτόν όπως επιβάλλει η από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνής Σύμβαση της Χάγης που κυρώθηκε με το Ν. 1334/1983 (βλ.
προσκ. τις υπ' αριθμ. 8152Γ, 8153Γ και 8154Γ/21-7-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ... προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τα αποσταλέντα στην Προϊσταμένη της Δ/νσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου με αριθμούς πρωτ. 4955, 4956 και 4949/25-11-2014 έγγραφα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, από τα οποία προκύπτει ότι δεν έγινε πραγματική επίδοση στον 1α αναιρεσίβλητο και κληρονόμο του 1γ και 2 αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, αφού αυτός δεν κλήθηκε νόμιμα ως κάτοικος γνωστής διαμονής στην Ιταλία με πραγματική επίδοση της κλήσεως σ' αυτόν και αφού, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, πρέπει ως προς αυτόν να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, ότι αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεών της πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης για όλη τη δίκη, και τούτο, χάριν της οικονομίας της δίκης, προς αποτροπή κατάτμησης και παρελκύσεως της δίκης και για την ταχεία περάτωση αυτής.
Έτσι, επί αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών και αιτήσεων δεν επιτρέπεται αναίρεση πριν περατωθεί οριστικά η δίκη ως προς όλα τα αιτήματα που ενώθηκαν στο ίδιο δικόγραφο, ακόμη και αν δεν υπάρχει κίνδυνος εκδόσεων αντιφατικών αποφάσεων και τούτο χάριν της οικονομίας της δίκης και για την ταχεία περάτωσή της και προς αποτροπή της κατάτμησης και της παρελκύσεως της δίκης με ταυτόχρονη αύξηση των εξόδων διεξαγωγής της (βλ.
ΑΠ 758/2013, ΑΠ 608/2012, ΑΠ 63/2003, ΑΠ 24/ 2001 και ΑΠ 1036/1981). Εξάλλου, μία τέτοια μη οριστική απόφαση είναι και η εκδιδόμενη σύμφωνα με το άρθρο 254 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη για να προσκομιστούν έγγραφα (ΑΠ 1027/1992). Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του Κ.Πολ.Δ., η έλλειψη προϋπόθεσης για το παραδεκτό της αναίρεσης, βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη 602/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, αλλά και από την παραδεκτή εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ως προς την αναιρεσίβλητη Β. Λ. του Α., η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εν μέρει οριστική, αφού το Δικαστήριο της αναγνώρισε μόνον απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης 50.000 ευρώ και ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά ως προς την αξίωση αποζημιώσεώς της λόγω της στερήσεως της διατροφής που θα της κατέβαλε ο θανατωθείς πατέρας της και προκειμένου να αποφασίσει επί της αξιώσεώς της αυτής διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προς το σκοπό της προσκομιδής βεβαιώσεων από τα ασφαλιστικά ταμεία του ΙΚΑ και του ΤΣΑΥ για το αν λαμβάνει συνταξιοδοτικές ή άλλου είδους παροχές εξαιτίας του θανάτου του πατέρα της.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απευθυνόμενη κατά της ως άνω 602/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όσον αφορά την αναιρεσίβλητη Β. Λ. του Α., δεν είναι οριστική απόφαση, καθόσον δεν περατώνει όλη τη δίκη, αλλά είναι εν μέρει οριστική και μάλιστα μόνον κατά τη διάταξή της που αναγνωρίζει υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ύψους 50.000 ευρώ, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση ούτε καν κατά της οριστικής διάταξής της και γι' αυτό πρέπει κατ' εφαρμογή των άρθρων 553 παρ. 1 εδ.
β' και 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω αναιρεσίβλητης Β. Λ. του Α..
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και σε αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο 10 Ν. ΓπΝ/1911), προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά, αντικειμενικώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που ως τέτοια θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και που χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ 60/2014), αποτελεί λόγο αναίρεσης, εφόσον αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος: "Στις 15 Σεπτεμβρίου 2007 και περί ώρα 15:45', ο πρώτος εναγόμενος των ανωτέρω αγωγών, Ι. Κ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ΖΡΟ - … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της Ε.Ο.
Λιβαδειάς - Άμφισσας, με κατεύθυνση προς Άμφισσα και πλησίαζε προς το ύψος του 13ου χλμ., όπου υπάρχει δεξιά - κατά την πορεία του - στροφή. Έμπροσθεν της άνω μοτοσυκλέτας προπορεύονταν το με αριθμό κυκλοφορίας ΑΜΑ - … κλειστό ι.χ.φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Π. Δ. (πρώτου ενάγοντος της άνω υπό στοιχ. VI αγωγής), το οποίο οδηγούσε ο Ι.
Δ. (δεύτερος ενάγων της άνω υπό στοιχ. VI αγωγής) έχοντας ως συνεπιβάτη τον Π. Δ. (τρίτο ενάγοντα της άνω υπό στοιχ. VI αγωγής), ενώ πίσω από την άνω μοτοσυκλέτα και σε μικρή απόσταση από αυτήν ακολουθούσαν κατά σειρά: α) το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΖΕ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Λ. (συγγενής των εναγόντων των άνω υπό στοιχ.
II και III αγωγών) έχοντας ως συνεπιβάτη τον Σ. Κ. (συγγενή των εναγόντων της από 14-4-2008 αγωγής) και β) η με αριθμό κυκλοφορίας ΕΗΕ - ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο Α. Κ. (συγγενής των εναγόντων της άνω υπό στοιχ. V αγωγής), με την ίδια με αυτήν (άνω μοτοσικλέτα) κατεύθυνση (ήτοι προς Άμφισσα). Την ίδια δε ως άνω χρονική στιγμή το με αριθμό κυκλοφορίας ΧΑΧ - ...
ι.χ.φ. αυτοκίνητο - ψυγείο, μικτού βάρους 26 τόννων, κενό όμως φορτίου, ιδιοκτησίας της Σ. Λ. (δεύτερης εναγομένης των άνω υπό στοιχ. II και III αγωγών και τρίτης εναγομένης των άνω υπό στοιχ. V και VI αγωγών - πέμπτης ενάγουσας της άνω υπό στοιχ. IV αγωγής), με οδηγό τον υιό της Κ., εκινείτο επί της ιδίας ως άνω Ε.Ο., στην ίδια χιλιομετρική θέση, με αντίθετη όμως προς όλα τα ανωτέρω οχήματα κατεύθυνση, ήτοι προς Λιβαδειά.
Στο ανωτέρω σημείο η Ε.Ο. Λιβαδειάς - Άμφισσας, η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων, παρουσιάζει κατωφέρεια με μικρή κλίση στο άγον προς Άμφισσα ρεύμα κυκλοφορίας της και ανωφέρεια στο άγον προς Λιβαδειά ρεύμα κυκλοφορίας της, ενώ τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη κατά μήκος διαγράμμιση ...
Επίσης, και στα δύο ως άνω ρεύματα κυκλοφορίας της Ε.Ο. και σε επαρκή απόσταση από το ανωτέρω σημείο υπάρχουν εκατέρωθεν πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-12 (ολισθηρό οδόστρωμα) και Κ-2α (επικίνδυνες δύο αντίρροπες ή διαδοχικές στροφές, η πρώτη αριστερά), καθώς και προειδοποιητική πινακίδα Π-75 (διαδοχικά βέλη κατεύθυνσης, που τοποθετούνται σε επικίνδυνες καμπύλες κυρίων αρτηριών), ενώ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται σε 50 χλμ/ώρα, με πινακίδες Ρ-32 ... .
Κατά τον ως άνω χρόνο υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κατάσταση της οδού ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων συνεχής, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια ... Όταν ο Ι. Κ. (πρώτος εναγόμενος των ανωτέρω αγωγών) έφθασε στο ύψος του 13ου χιλιομέτρου της άνω Ε.Ο.
όπως προεκτέθηκε, υπήρχε στην πορεία του δεξιά στροφή και επί του οδοστρώματος διαγράμμιση αποτελούμενη από δύο συνεχείς γραμμές, η οποία διαχώριζε τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και την οποία δεν επιτρεπόταν να διαβεί, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, επιχείρησε ανεπίτρεπτα να προσπεράσει με ταχύτητα το έμπροσθεν αυτού κανονικώς κινούμενο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ΑΜΑ - ...
και, αφού διέβη την παραπάνω διπλή διαχωριστική γραμμή, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρω Ε.Ο., με αποτέλεσμα να συγκρουστεί αρχικά με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΧ - ... ι.χ.φ. αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Κ. Λ. και το οποίο εκινείτο μεν στο ρεύμα πορείας του (στο προς Λιβαδειά), πλησίον όμως της διπλής διαχωριστικής γραμμής, με ταχύτητα περίπου 100 χλμ/ώρα, που υπερέβαινε κατά πολύ το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ..., εν συνεχεία δε με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ΑΜΑ - ..., το οποίο οδηγούσε ο Ι.
Δ.. Ακολούθως, συνεπεία της πρώτης συγκρούσεως, η πλήμνη (ζάντα) του εμπροσθίου αριστερού τροχού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΧ -... φορτηγού αυτοκινήτου παραμορφώθηκε και το ελαστικό επίσωτρό της έσπασε ("κλατάρισε"), πράγμα που φαίνεται καθαρά στις προσκομισθείσες φωτογραφίες, ο δε οδηγός του αυτοκινήτου αυτού (Κ.
Λ.) απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο, αφού διήνυσε ανεξέλεγκτα απόσταση 36 μ., εξετράπη της πορείας του και εισήλθε πλαγιολισθαίνοντας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της Ε.Ο., με αποτέλεσμα να συγκρουστεί αρχικά με το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ΙΖΕ - ... ι.χ.ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο Α. Λ. (του οποίου απέκλεισε με τον όγκο του τη δυνατότητα αντιδράσεως ή διαφυγής), και εν συνεχεία με την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ΕΗΕ - ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, την οποία οδηγούσε ο Α. Κ. και έτσι να καταλήξει να ανατραπεί σε παρακείμενη δασώδη έκταση. Συνεπεία των διαδοχικών ως άνω συγκρούσεων προκλήθηκαν σοβαρές υλικές ζημίες στα προαναφερόμενα οχήματα, από τα οποία τα δύο (ΙΖΕ -... και ΧΑΧ - ...) βρέθηκαν τελικώς εκτός δρόμου, ενώ τραυματίστηκαν σοβαρά:
α) ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ΧΑΧ - ... φορτηγού αυτοκινήτου Κ. Λ., ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος, λεκάνης και δεξιού μηρού, από τις οποίες επήλθε αμέσως ο θάνατός του ..., β) ο οδηγός και ο συνεπιβάτης του με αριθμό κυκλοφορίας ΙΖΕ - ... επιβατικού αυτοκινήτου, Α. Λ. και Σ. Κ., αντίστοιχα, οι οποίοι υπέστησαν, ο μεν πρώτος βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, αυχένος, θώρακος και κοιλίας, που επέφεραν το θάνατό του..., ο δε δεύτερος βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση - αυχένος, η οποία επέφερε επίσης το θάνατό του ...
και γ) ο οδηγός της με αριθμό κυκλοφορίας ΕΗΕ - ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Α. Κ., ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος, λεκάνης, άνω άκρων και δεξιού γόνατος, από τις οποίες επήλθε ο θάνατός του.... Επίσης, συνεπεία του άνω ατυχήματος τραυματίστηκε και η συνεπιβάτης του με αριθμό κυκλοφορίας ΧΑΧ - ... φορτηγού αυτοκινήτου Σ.
Λ., η οποία υπέστη θλαστικό τραύμα γλώσσας, άνω γνάθου και κρανίου, καθώς και κάταγμα υποτροχαντήριο (ΔΕ) και διπλό κάταγμα (ΔΕ) περόνης ... . Εν όψει τούτων, υπαίτιοι του πιο πάνω ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος θανάσιμου τραυματισμού των προαναφερθέντων τεσσάρων προσώπων, καθώς και του τραυματισμού της Σ.
Λ. (συνεπιβάτιδας του με αριθμό κυκλοφορίας ΧΑΧ - ... φορτηγού αυτοκινήτου), είναι αμφότεροι οι οδηγοί των ασφαλισμένων για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ("GENERAL UNION ΑΕΓΑ") - οχημάτων με αριθμούς κυκλοφορίας ΖΡΟ - ... και ΧΑΧ - ..., αντίστοιχα, Ι. Κ. και Κ. Λ. αντίστοιχα, κατά ποσοστό 70% ο πρώτος και κατά ποσοστό 30% ο δεύτερος, αφού οι αμελείς πράξεις και των δύο, συνδυαζόμενες μεταξύ τους, επέφεραν το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, η αμέλεια του πρώτου (Ι. Κ.) συνίσταται στο ότι αυτός, αν και στην πορεία του υπήρχε δεξιά στροφή και επί του οδοστρώματος διαγράμμιση αποτελούμενη από δύο συνεχείς γραμμές, η οποία διαχωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της ανωτέρω Ε.Ο. και την οποία δεν επιτρεπόταν να διαβεί, εντούτοις από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός να επιδείξει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματός του, επιχειρώντας δε ανεπίτρεπτα να προσπεράσει το κανονικώς κινούμενο έμπροσθεν αυτού όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ΑΜΑ - ..., διέβη την παραπάνω αναφερόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή και κατέλαβε μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας της ανωτέρω Ε.Ο., που προοριζόταν για την κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι προς Λιβαδειά, με αποτέλεσμα - που δεν προέβλεψε - την πρόκληση της συγκρούσεως των οχημάτων, που περιγράφηκε ανωτέρω (παράβαση άρθρων 5§8 α', 12§1, 19§1 και 16§4 του Κ.Ο.Κ.).
Επίσης, η αμέλεια του δεύτερου (Κ. Λ.) συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του πλησίον του δεξιού άκρου του ρεύματος πορείας του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της οδού (είσοδος σε αριστερή ως προς την πορεία του στροφή), ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, περαιτέρω δε εκινείτο με υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες και άνω του επιτρεπομένου ορίου (των 50 χλμ/ώρα) ταχύτητα, που πλησίαζε τα 100 χλμ/ώρα, την οποία ουδόλως μείωσε κατά την είσοδό του στην αριστερή, ως προς την πορεία του, στροφή της ανωτέρω Ε.Ο., με αποτέλεσμα - που δεν προέβλεψε - να συγκρουστεί αρχικά με το όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος I.
Κ., και εν συνεχεία, εξαιτίας των άνω πράξεων και παραλείψεών του, να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, να εκτραπεί της πορείας του, να εισέλθει στο έτερο ρεύμα κυκλοφορίας της Ε.Ο., που προοριζόταν για την κίνηση προς την αντίθετη ως προς αυτόν κατεύθυνση και να συγκρουστεί διαδοχικά με τα κανονικώς κινούμενα σ' αυτό ως άνω δύο οχήματα (παράβαση άρθρων 12§1, 19§1, 2, 3 και 16 §§ 1 και 4 του Κ.Ο.Κ.) ... .
Αντίθετα, από το αποδεικτικό υλικό, που προσκομίστηκε, δεν προέκυψαν στοιχεία που να θεμελιώνουν συντρέχουσα αμέλεια των αποβιωσάντων συγγενών των εναγόντων των ως άνω υπό στοιχ. Ill και V αγωγών, ήτοι των Α. Λ. και Α. Κ. (οδηγών των λοιπών εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων), καθώς και του δεύτερου ενάγοντος της υπό στοιχ.
VI αγωγής, Ι. Δ. (οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΑΜΑ - ... ι.χ.φ. αυτοκινήτου), καθόσον οι ανωτέρω εκινούντο με ταχύτητες εντός του νομίμου ορίου και εντός του άγοντος προς Άμφισσα ρεύματος κυκλοφορίας της ανωτέρω Ε.Ο....
Συνεπώς, η ένσταση περί συνυπαιτιότητας των προαναφερθέντων συγγενών των άνω εναγόντων (δηλ. των Α. Λ. και Α. Κ.) και του δεύτερου ενάγοντος της υπό στοιχ. VI αγωγής (Ι. Δ.) στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που προβλήθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη.
Αντίθετα, η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΧΑΧ - ... φορτηγού αυτοκινήτου, Κ. Λ. (συγγενούς των εναγόντων της υπό στοιχ. IV αγωγής), την οποία προέβαλε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμη". Με τις ως άνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα - συνυπαιτιότητα του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ΖΡΟ - ...
μοτοσικλέτας Ι. Κ. και του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΧΑΧ - ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου Κ. Λ. και την έλλειψη συνυπαιτιότητας των οδηγών των λοιπών οχημάτων για την επέλευση του ατυχήματος, αφού προσδιορίζει με σαφήνεια ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας Ι. Κ., ενήργησε υπέρβαση προπορευομένου αυτοκινήτου σε στροφή, παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή που διαχώριζε τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Ε.Ο., ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου Κ. Λ., παρά την ύπαρξη στην πορεία του προειδοποιητικής πινακίδας για αμφίρροπες συνεχόμενες στροφές και ρυθμιστικής πινακίδας που όριζε το ανώτατο όριο ταχύτητας στα 50 χιλιόμετρα την ώρα, δεν ρύθμισε την ταχύτητα για να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία στο αυτοκίνητο που οδηγούσε και να μπορεί να ενεργήσει τους κατάλληλους ελιγμούς, άλλα έβαινε με υπερβολική ταχύτητα που πλησίαζε τα 100 χιλιόμετρα την ώρα και μάλιστα κινούμενος, λόγω και της μεγάλης ταχύτητας που έβαινε, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και όχι στο δεξιό άκρο του ρεύματος της πορείας του, με συνέπεια, όταν εισήλθε στην αριστερή στροφή σε σχέση με την πορεία του και αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα που ενεργούσε την υπέρβαση και είχε παραβιάσει τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, να μην μπορέσει να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και να αποφύγει την πρόσκρουσή της επί του αριστερού εμπρόσθιου τροχού του αυτοκινήτου που οδηγούσε και ότι μετά από 36 μέτρα εκτράπηκε στο αντίθετο ρεύμα και συγκρούστηκε με τα οχήματα (αυτοκίνητο και μοτοσικλέτα) που ακολουθούσαν την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ι.
Κ., τα οποία κινούνταν κανονικά και με κανονική ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το νόμιμο όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα, στο ρεύμα της πορείας τους και με τις αιτιολογίες του αυτές, οι οποίες είναι επαρκείς και πλήρεις, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δεν χρειαζόταν να αναφέρεται σ' αυτήν ούτε η ακριβής απόσταση που χώριζε τη μοτοσικλέτα από το Ι.Χ.Φ.
αυτοκίνητο όταν η μοτοσικλέτα ξεκίνησε την υπέρβαση του προπορευόμενου σ' αυτήν αυτοκινήτου, ούτε το ακριβές σημείο της στροφής στο οποίο έγινε η αρχική σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ούτε η ακριβής απόσταση από τη διπλή διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων κυκλοφορίας του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κ.
Λ., ούτε η ακριβής απόσταση που βρίσκονταν τα άλλα οχήματα που ακολουθούσαν την μοτοσικλέτα όταν αυτή επέπεσε επί του αριστερού τροχού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, η οποία ξεπερνούσε τα 36 μέτρα, αφού μετά από 36 μέτρα εκτράπηκε το Ι.Χ.Φ. που οδηγούσε ο Κ. Λ. στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με αυτά.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας των οδηγών των οχημάτων που είναι ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς που με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με τις ως άνω παραδοχές του δέχθηκε και συνυπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου Κ. Λ. στην επέλευση των συγκρούσεων των οχημάτων και του ατυχήματος, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12§1, 19§1, 2, 3 και 16 §§ 1 και 4 του Κ.Ο.Κ., 10 του Ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η οδήγηση Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου σε σημείο που το όριο ταχύτητας ορίζεται λόγω αλλεπάλληλων στροφών σε 50 χιλιόμετρα την ώρα με ταχύτητα που πλησιάζει τα 100 χιλιόμετρα την ώρα και στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας του πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, αντί της οδηγήσεως με ταχύτητα μέχρι 50 χιλιόμετρα την ώρα και στο δεξιό άκρο του ρεύματος της πορείας του, είναι δυνατό να συντελέσει στην πρόκληση συγκρούσεως με αντιθέτως κινούμενα οχήματα και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατά τα προδιαληφθέντα επέλευση των αλλεπάλληλων συγκρούσεων και του ατυχήματος. Κατά συνέπεια, ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986 περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του Ν. 489/1976 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το Ν. 1569/ 1985 και τα Προεδρικά Διατάγματα 1019/1981 και 118/1985, "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986 "η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου". Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της από τα άρθρα 39 του Ν. 1569/85 και 3 του ΠΔ 264/1991 και πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 33 παρ. 2 του Ν. 3746/2009, "το ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις του ο Υπουργός Εμπορίου, για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.
Δεν μπορεί όμως για κάθε ατύχημα να οριστούν ποσά κατώτερα από αυτά που προβλέπονται ακολούθως: Από 1ης Ιανουαρίου 1996, 500.000 ECU για σωματικές βλάβες ανεξαρτήτως αριθμού θυμάτων και 100.000 ECU για υλικές ζημιές". Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Π.Δ. "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή".
Και κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 εδ. α' του ίδιου Π.Δ. "σε περίπτωση που έχουν ζημιωθεί περισσότερα πρόσωπα όταν το σύνολο των αποζημιώσεων που πρέπει να καταβληθούν από τον υπαίτιο υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό, το δικαίωμα καθενός από αυτούς κατά του ασφαλιστή περιορίζεται σύμμετρα, μέχρι τη συμπλήρωση του όλου ασφαλιστικού ποσού".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση καλύπτει ένα ζημιογόνο αυτοκίνητο και την αστική ευθύνη των ασφαλισμένων για το αυτοκίνητο αυτό προσώπων έναντι των τρίτων που ζημιώνονται και ότι τα πρόσωπα τα οποία ο νόμος θεωρεί τρίτους έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή από κάθε ασφαλιστική σύμβαση ζημιογόνου αυτοκινήτου και μέχρι του ποσού αυτής και σε περίπτωση που ο ίδιος ασφαλιστής έχει ασφαλίσει δύο αυτοκίνητα με δύο ξεχωριστές ασφαλιστικές συμβάσεις και από υπαιτιότητα - συνυπαιτιότητα των οδηγών των ασφαλισμένων αυτοκινήτων ζημιώθηκαν περισσότερα τρίτα πρόσωπα, έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή και από τις δύο ασφαλιστικές συμβάσεις και μέχρι του συνολικού ποσού και των δύο ασφαλιστικών συμβάσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αμφότερα τα ζημιογόνα οχήματα, δηλαδή η με αριθμό κυκλοφορίας ΖΡΟ - ... μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ι. Κ. και το με αριθμό κυκλοφορίας ΧΑΧ - ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κ. Λ., ήταν ασφαλισμένα, το καθένα με διαφορετική σύμβαση ασφαλίσεως, στην ίδια ασφαλιστική εταιρεία και ότι οι ζημιωθέντες από υπαιτιότητα - συνυπαιτιότητα των οδηγών τους τρίτοι (αναιρεσίβλητοι), έχουν αξίωση αποζημιώσεως μέχρι του ύψους του συνολικού ασφαλιστικού ποσού από αμφότερες τις ασφαλιστικές συμβάσεις.
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δεν παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις ως άνω διατάξεις, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. 489/1976, 481 και 926 του Α.Κ. και ο περί του εναντίου τρίτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πλην του 1α Α. Λ. του Α., ως προς τον οποίο είναι κατά τα προδιαληφθέντα απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως και της Β. Λ. του Α., ως προς την οποία είναι κατά τα προδιαληφθέντα απαράδεκτη η ασκηθείσα αναίρεση, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναιρέσεως όσον αφορά τον 1α αναιρεσίβλητο Α. Λ. του Α..
Απορρίπτει την από 13-1-2012 και με αριθμό καταθέσεως στο Εφετείο Πειραιώς 3/2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της 602/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταυρόπουλο, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρανάσιο, την οποία ορίζει επίσης σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ