1260/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1610/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7581/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 8/8/2006 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 2189/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 23/8/2011 κλήση της.
Legislator headnote
AI generated1260/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 Ν. 1876/1999), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και τν επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Full text
Απόφαση 1260 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1260/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Ι. Ξ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1610/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7581/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 8/8/2006 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 2189/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 23/8/2011 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος διάβασε την από 10/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321 , 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή ΔΑ, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διέπεται από πλέγμα υφιστάμενο τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 Ν. 1876/1999), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και τν επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή Δ.Α μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή Δ.Α, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.
Περαιτέρω με την 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ και ΟΤΑ, ενώ με τον όρο 12 την 74/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 77663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΑ 1198/1972 και με την ΑΥΕ 17853/1989 κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους του εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1=7-1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας επεκτάθηκαν, στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ΝΔ 2592/1953, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988 (άρθρο 3 παρ. 1 της Ε.Σ.Σ.Ε).
Με το άρθρο 9της ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 3/2003, 10/2002, ΑΠ 775/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε με την από 9-10-2001 αγωγή της ότι προσελήφθη στις 21-8-1981 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ) με σύμβαση εργασίας εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καθαρίστρια και ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2000 έως 16-8-2001, με βάση την προϋπηρεσία της και την ιδιότητά της ως εγγάμου, έπρεπε να της καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή της μισθολογικές διαφορές κατά 11.387249 δρχ.
και ήδη 33418.18 ευρώ:1) λόγω μη υπολογισμού του βασικού μισθού, επί του προβλεπομένου από την 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, την 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και την από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε κατωτάτου ημερομισθίου ασφαλείας καθαρίστριας επί του οποίου έπρεπε να υπολογιστούν, τα εις την αγωγή αναφερόμενα επιδόματα και 2) λόγω μη υπολογισμού των τακτικώς και μονίμως αποδοχών του, για την προσφερθείσα εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρεσίμους αργίες επί των επιδομάτων εορτών και αδείας και 3) για την υπερωριακή απασχόλησή της.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αναιρεσείουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπαγόταν στις εκάστοτε ισχύουσες Ε.Σ.Σ.Ε της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν και όχι στο προϊσχύσαν μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και 74/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών. Περαιτέρω το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι με τις 5563/94, 3807/95, 496/97, 9054/97, 4912/00 και 1361/01 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν επί προηγούμενων συναφών αγωγών της, για εκδίκαση σ' αυτήν μισθολογικών διαφορών προηγουμένων του ενδίκου, χρονικών διαστημάτων (από 1-1-1989 έως και 31-12-1997), έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι η σχέση εργασίας της με το εναγόμενο δεν διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της ανωτέρω από 12-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν, αλλά από εκείνο της 42/1981 του Δ.Δ.Δ.Δ Πειραιώς.
Και τούτο διότι, το απορρέον από την απόφαση αυτή δεδικασμένο περιορίζεται για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος που αυτές αναφέρονται και δεν εκτείνεται σε μεταγενέστερες αξιώσεις και στην προκειμένη περίπτωση στις επίδικες αξιώσεις αφού οι νέες αυτές αξιώσεις θεμελιώνονται σε νέο νομικό καθεστώς.
Με τον μοναδικό (κατά τα οικεία μέρη) λόγω αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 1,8 και 16 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι: "κατά παράβαση των άρθρων 106, 110. 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ., ... άμα δε και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ.1 και 10 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, εν συνδυασμού προς τις διατάξεις των παραγράφων 28 της 42/81 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Πειραιώς και 12 και 13 της 74/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών και των άρθρων 680 ΑΚ, 9 της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν 1,2,3 και 11 της από 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε ΚΑΙ 1,2 ΚΑΙ 3 Της ΑΠΌ 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. ..." και χωρίς να λάβει υπόψη του τα προταθέντα;
Ενώπιον του Εφετείου από την αναιρεσείουσα σχετικώς με την ύπαρξη δεδικασμένου εκ των αναφερομένων στην αίτησή του αποφάσεων και επί των μνημονευομένων σε αυτή θεμάτων, δεν δέχτηκε ότι οι αποφάσεις αυτές παράγουν δεδικασμένο και για το ότι η ένδικη σχέση εργασίας διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Πειραιώς και για το μεταγενέστερο κρίσιμο χρονικό διάστημα και όχι από εκείνο της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν.
Το Εφετείο όμως, που δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, όπως ήδη προεκτέθηκε, έλαβε υπόψη του τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το νόμο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω αποφάσεις, για τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας που αφορούν το μεταγενέστερο από 1-9-2000 έως 16-8-2001 χρονικό διάστημα, ενώ δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες κατά περίπτωση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως με τις ως άνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος είναι ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως ( κατά το σχετικό του μέρος) από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 της δια του ΝΔ 53/1974 κυρωθείσης Ε.Σ.Δ.Α και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της, διότι η κρίση του δικαστηρίου ότι μία αγωγή με την οποία προβάλλονται ορισμένες εργατικές ή άλλες αξιώσεις είναι μη νόμιμη δεν συνιστά από μόνη της παραβίαση των εν λόγω διατάξεων με τις οποίες προστατεύονται περιουσιακά δικαιώματα.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αλλά να μην καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ελλείψη σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-8-2006 αίτηση της Ε. Ξ. για αναίρεση της 7581/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ