Legislator Case Law & Legislation
1260/2011 AI generated

1260/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1260/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 200/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 21.12.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 5467/2007 οριστική απόφαση του ΠολΠρΑθηνών, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει, για ποσό 41.386,33 ευρώ, την από 19.7.2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που είχε γίνει επίσης εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά για τo μεγαλύτερο ποσό των 60.000 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564,566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

1260/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι απορριπτέος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, η οποία πρέπει συνακόλουθα να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

Keywords

AI generated
participation in matrimonial property surplus extraordinary marital contribution promotion of home ownership intention to appropriate increased earnings safeguarding the purpose of benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1260 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1260/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λιαρομμάτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5467/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 200/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 20 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 200/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 21.12.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 5467/2007 οριστική απόφαση του ΠολΠρΑθηνών, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει, για ποσό 41.386,33 ευρώ, την από 19.7.2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που είχε γίνει επίσης εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά για τo μεγαλύτερο ποσό των 60.000 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564,566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007).

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Από τις διατάξεις του άρθρ. 1400 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται και για γάμους που τελέσθηκαν ή για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρ. 12 ν. 1649/1986), συνάγεται, σε συνδυασμό και με το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου και συνεπώς αναγκαία στοιχεία για να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή είναι:

α) η αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή η διάσταση των συζύγων για χρόνο μεγαλύτερο της τριετίας, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων (υποχρέου) κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του άλλου συζύγου (δικαιούχου) στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο, η οποία (συμβολή) θα πρέπει και να προσδιορίζεται ως προς το είδος και την αξία της.

Για τη διαπίστωση έτσι αυξητικής διαφοράς στην περιουσιακή κατάσταση του ενός των συζύγων, που είναι και η αποδοτέα, συγκρίνεται η περιουσία του κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) με αυτή που υπάρχει κατά το χρόνο που γεννιέται από το νόμο η αξίωση του άλλου συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Εφόσον από τη σύγκριση αυτή, με αναγωγή της αξίας των δυο περιουσιών σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1500/2006, ΑΠ 1223/2007), προκύπτει ότι η τελική περιουσία του εναγόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση συζύγου υπερβαίνει την αρχική περιουσία του, υπάρχει υποχρέωσή του για απόδοση στον άλλο σύζυγο (ενάγοντα) όσων απέκτησε με τη συμβολή του άλλου συζύγου (ΑΠ 1652/2003, ΑΠ 477/2005, ΑΠ 593/2008, ΑΠ 1249/2009) και κρίσιμος χρόνος για τη γέννηση της αντίστοιχης αξίωσης του τελευταίου είναι ο χρόνος της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσης του γάμου των συζύγων ή αναλόγως, στην περίπτωση που η σχετική αξίωση βασίζεται στην τριετή διάσταση των συζύγων, ο χρόνος συμπλήρωσης και όχι έναρξης της τριετούς διάστασής τους (ΑΠ 1590/2005, ΑΠ 1223/2007, ΑΠ 460/2009).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η απόφαση αυτή, αφού εξαφάνισε την προσβληθείσα με την από 21.12.2007 έφεσή της πρωτόδικη οριστική απόφαση και δίκασε από την αρχή την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζήτησε να του επιδικασθούν νομιμοτόκως τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, απέρριψε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) ως αόριστη την κύρια βάση και αίτημα της ένδικης αγωγής, ενώ τη δέχθηκε κατά την επικουρική βάση και επιδίκασε νομιμοτόκως στον αντίδικό της το ποσό των 41.386,33 ευρώ, ως τεκμαρτή συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, μολονότι η αγωγή, ως προς τη βάση αυτή ήταν αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτή η αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο έναρξης της διάστασής της με τον αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι, από την παραδεκτή εισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου δεν προκύπτει η επίκληση της ως άνω αοριστίας στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι γι' αυτό προπάντων απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, αλλά και της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, ο αναιρεσίβλητος στήριξε την αξίωσή του για συμμετοχή του στα αποκτήματα της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους όχι στην ύπαρξη μεταξύ τους τριετούς διάστασης, η οποία κατά την απόφαση άρχισε τον Δεκέμβριο του 2001, αλλά στο γεγονός της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους στις 20.6.2003, δηλαδή σε χρόνο που δεν είχε συμπληρωθεί τριετία υπό καθεστώς διάστασής τους και στη βάση ακριβώς αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του.

Αντίστοιχα σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του υπό στοιχεία 2.1-2.3, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι στην απόφαση αυτή δεν προσδιορίζεται το μέγεθος της περιουσιακής της αύξησης με τη συμβολή, του αναιρεσιβλήτου κατά το χρόνο έναρξης της μεταξύ τους διάστασης. 3.

Η αξίωσης συμμετοχής του ενός των συζύγων στα αποκτήματα του άλλου, η οποία συνιστά χρηματική κατ' αρχήν ενοχή (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 252/2002), έχει ως αντικείμενο την απόδοση στον ενάγοντα σύζυγο της αύξησης που με τη δική του συμβολή επήλθε στην περιουσία του εναγόμενου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου τους, νοείται δε ως αύξηση όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν και συνιστούν τα αποκτήματα με την ευρεία έννοια του όρου.

Επομένως ως απόκτημα θεωρείται και η αποφυγή μείωσης της περιουσίας του δικαιούχου συζύγου με τη συμβολή και πάλι του υποχρέου (ΑΠ 1223/2007? ΑΠ 460/2009). Εξ άλλου η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, όπως είναι και οι υπηρεσίες που παρέχονται στο συζυγικό οίκο, εφόσον όμως αυτές υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από τα άρθρ. 1389 και 1390 ΑΚ για την εκπλήρωση της υποχρέωσης συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες (ΑΠ 1418/2004, ΑΠ 1678/2005, ΑΠ 1889/2007, ΑΠ 593/2008, ΑΠ 460/2009).

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).

Με το δεύτερο λόγο από την παραπάνω διάταξη, της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του υπό στοιχεία 2.4, αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι χωρίς επαρκείς αιτιολογίες προσδιόρισε σε 30.000 ευρώ την οφειλόμενη στη συμβολή του αναιρεσιβλήτου αύξηση της αξίας της φωτογραφικής επιχείρησης της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο, κατά το ορθόδοξο δόγμα, θρησκευτικό γάμο στις 15.3.1986 ...

Με την υπ' αριθ. 1795/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 16.5.2003 και κατόπιν παραιτήσεως των διαδίκων από του δικαιώματος της ασκήσεως κατ' αυτής ενδίκων μέσων κατέστη αμετάκλητη στις 20.6.2003, ο μεταξύ των γάμος λύθηκε κοινή συναινέσει. Μετά τον γάμο των και μέχρι της κατά μήνα Δεκέμβριον 2001 αποχωρήσεως του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) εκ της συζυγικής οικίας οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν και διέμεναν σε διαμέρισμα που είχαν παραχωρήσει σ' αυτούς οι γονείς της εναγομένης (αναιρεσείουσας) και ευρίσκετο σε οικοδομή κειμένη στην περιοχή ...και επί της οδού ...

αριθ. 30 ... Το έτος 1998 οι διάδικοι προέβησαν στην ίδρυση και λειτουργία μικρού καταστήματος φωτογραφήσεων και βιντεοσκοπήσεων στον ισόγειο χώρο της επί της οδού ... αριθ. 30 της περιοχής Αλίμου κειμένης ως άνω οικοδομής της εναγομένης... Έτσι για την ίδρυση και λειτουργία του ως άνω φωτογραφικού καταστήματος της εναγομένης δαπανήθηκε συνολικά το ποσό των ... 29.784.905 δραχμών ή 46.488 ευρώ ...

Όμως ... στην ίδρυση και λειτουργία της προαναφερομένης φωτογραφικής επιχειρήσεως της εναγομένης, καθώς και στην ανάπτυξη της δραστηριότητας αυτής, συνέβαλε σημαντικώς και ο ενάγων, ο οποίος ασχολούμενος ερασιτεχνικώς από νεαράς ηλικίας με την φωτογραφική τέχνη και έχων αποκτήσει σημαντικές γνώσεις και εμπειρία, κατά τον εκτός υπηρεσίας ελεύθερο χρόνο του και ιδία κατά τις απογευματινές ώρες και τις ημέρες αδείας και αργιών του, προσέφερε ανελλιπώς την προσωπική του εργασία στο άνω κατάστημα της εναγομένης, ασχολούμενος με την εμφάνιση φωτογραφιών, καθώς και με βιντεοσκοπήσεις γάμων, βαπτίσεων και διαφόρων κοινωνικών εκδηλώσεων, τόσον μόνος όσον και μετά της εναγομένης, την οποία πολλές φορές συνόδευε σε διάφορες φωτογραφήσεις και βιντεοσκοπήσεις, πραγματοποιούμενες εκτός του καταστήματος.

Έτσι με την παροχή της άνω προσωπικής εργασίας του ενάγοντος στη λειτουργία του προαναφερομένου καταστήματος της εναγομένης και τις γνωριμίες, τις οποίες διέθετε ούτος στην ευρυτέρα περιοχή των Δήμων Παλαιού Φαλήρου και Αλίμου, κατέστη δυνατόν κατά τη διάρκεια του γάμου τους η επιχείρηση αυτή να αποκτήσει μεγάλο κύκλο πελατών και να αυξήσει τα κέρδη της και έτσι να αυξηθεί και η όλη αξία της κατά το ποσό των 30.000 ευρώ, στο οποίο αποτιμάται η παροχή της προσωπικής εργασίας του ενάγοντος, ανελθούσα τελικώς αυτή στο ποσό των 76.488 ευρώ".

Οι παραδοχές αυτές του Εφετείου αρκούν για να θεμελιώσουν πλήρως την κρίση του ότι στην περιουσία της αναιρεσείουσας, που αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, συνυπολογίζεται και η αξία που προστέθηκε στη φωτογραφική της επιχείρηση με τη συμβολή του αναιρεσιβλήτου. Η συμβολή αυτή εξειδικεύεται σε παροχή απ' αυτόν κατά τη λειτουργία της φωτογραφικής επιχείρησης προσωπικής εργασίας, η οποία σε συνδυασμό και με τις γνωριμίες του στην ευρύτερη περιοχή της επιχείρησης είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του κύκλου των πελατών της και κατ' επέκταση των κερδών της, προσδίδοντας σ' αυτή επιπλέον αξία 30.000 ευρώ.

Η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζεται ειδικότερα το μέγεθος κατά το οποίο αυξήθηκε με τη συμβολή του αναιρεσιβλήτου ο κύκλος των πελατών και τα κέρδη της φωτογραφικής της επιχείρησης ούτε ο τρόπος που η όποια σχετική αύξηση συνέβαλε στη συνολική αξία της επιχείρησής της.

Τα στοιχεία όμως αυτά ανάγονται σε περαιτέρω ανάλυση των αποδείξεων και κατά τη νομική σκέψη που προηγήθηκε δεν είναι κρίσιμα για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον κατά τα λοιπά αυτή κατέληξε σε σαφές συμπέρασμα ως προς την αποτίμηση της επιπλέον αξίας που προσέδωσε στην φωτογραφική επιχείρηση της αναιρεσείουσας η συμβολή του αναιρεσιβλήτου στη λειτουργία της.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. 4. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, ΑΠ 1446/2003, ΑΠ 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, ΑΠ 539/2003, ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994, ΑΠ 140/2006, AΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, ΑΠ 1668/2005). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι αν και πρόβαλε προς συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες κατ' αυτού απαιτήσεις της, ωστόσο η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει μόνο έλαβε υπόψη της και απέρριψε κατ' ουσίαν τη σχετική ένσταση συμψηφισμού που επικουρικά πρότεινε με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε και στο Εφετείο, δηλαδή η εφετειακή απόφαση έκρινε μόνον την απαίτησή της ποσού 75.780 ευρώ για συμμετοχή της στα αποκτήματα του αντιδίκου της κατά τη διάρκεια του γάμου τους (την οποία από παραδρομή αναφέρει ως απαίτηση 252.600 ευρώ), ενώ παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της και δεν αξιολόγησε τις λοιπές κατ' αυτού απαιτήσεις της, που πρότεινε επίσης προς συμψηφισμό και αφορούν την απόδοση του πλουτισμού που αδικαιολόγητα κατ' αυτή αποκόμισε ο αντίδικός της κατά τα ποσά των 17.776,47 και 16.623,342 ευρώ, στα οποία αποτιμά την υπερβάλλουσα το νόμιμο μέτρο συνεισφορά της στις οικογενειακές τους δαπάνες.

Αντίθετα όμως με όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, οι παραπάνω απαιτήσεις της λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, όπως προκύπτει απ' αυτή, δέχθηκε σχετικά στη σελίδα 26 ότι "... η αύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί με την συμβολή και του ενάγοντος και ειδικότερα με την παροχή των εισοδημάτων του εκ της προαναφερομένης εργασίας του τόσον για την αντιμετώπιση των δαπανών βελτιώσεως, διαμορφώσεως και αποπερατώσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών της και των οικογενειακών δαπανών και δη πέραν των εκ του γάμου υποχρεώσεών του προς συνεισφορά, όσον και (για την αντιμετώπιση) των δαπανών ιδρύσεως και λειτουργίας της προαναφερόμενης φωτογραφικής επιχειρήσεως της εναγομένης ...".

Η ίδια απόφαση δέχθηκε περαιτέρω στις σελίδες 29 και 30 ότι η αναιρεσείουσα δεν συνέβαλε από την πλευρά της στην αύξηση της δικής του περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου τους, καθώς αποδείχθηκε ότι η δαπάνη για τις εργασίες ανεγέρσεως και αποπερατώσεως των δυο διαμερισμάτων του, που απέκτησε από τον πατέρα του, "καλύφθηκε εξ ολοκλήρου δια χρημάτων των γονέων του ...

χωρίς καμία συμβολή της ενισταμένης εναγομένης και ειδικότερα παροχή εκ μέρους της προσωπικής εργασίας κατά την εκτέλεση των διαφόρων οικοδομικών εργασιών... ή παροχή των εκ της εργασίας της εισοδημάτων στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών πέραν του κατά νόμον επιβαλλομένου μέτρου συνεισφοράς της ή της διαρκούς παροχής της ιδιοκτήτου οικίας της προς στέγαση της οικογενείας της ...".

Δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα δεν συνεισέφερε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο υπηρεσίες και μέσα που υπερέβαιναν το νόμιμο μέτρο για την αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών και ότι αντίθετα ο αντίδικός της διέθεσε για την αντιμετώπιση των αναγκών αυτών υπέρτερα των οφειλόμενων εισοδήματά του, δέχθηκε κατ' επέκταση και την ανυπαρξία αδικαιολόγητου πλουτισμού του αναιρεσιβλήτου για την παραπάνω αιτία και έμμεσα, αλλά σαφώς, απέρριψε κατ' ουσίαν τις σχετικές απαιτήσεις της αναιρεσείουσας που πρότεινε αυτή προς συμψηφισμό, χωρίς μάλιστα να ισχυρίζεται η ίδια ότι η επικαλούμενη υπερβάλλουσα συνεισφορά της στις οικογενειακές τους ανάγκες έγινε με πρόθεσή της να την αναζητήσει από τον αναιρεσίβλητο, ώστε ο όποιος πλουτισμός του να μπορεί κατά το άρθρ. 904 ΑΚ να θεωρηθεί αδικαιολόγητος, δηλαδή μη στηριζόμενος στη δικαιολογούσα αυτόν βούλησή της.

Συνεπώς ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι απορριπτέος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, η οποία πρέπει συνακόλουθα να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.6.2009 αίτηση της Μ. Σ.για αναίρεση της υπ' αριθ. 200/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ