Legislator Case Law & Legislation
1260/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of appeal against default judgment due to procedural defects.

Case Number 1260/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision rejecting an appeal against a default judgment. The appellant argued that the appellate court failed to properly consider evidence regarding the death of their lawyer and relied on insufficient reasoning. The court ruled that since the appellate decision was based primarily on the rejection of the main ground of appeal, the appellant's additional arguments regarding the lawyer's death were legally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553 § 1 and 554 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a default judgment is only permissible if the appellate court's decision rejecting the appeal is based on multiple grounds, and if the appellant successfully challenges the primary ground, the additional grounds become inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal against default judgment multiple grounds of appeal inadmissible arguments procedural defects appellate court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 568 §§ 1 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 498 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 553 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1260 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1260/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαος Κοψαχείλης

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2000, 68/2003 μη οριστικές 52/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 121/2006 μη οριστική και 803/2007 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-8-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 22-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§§1 και 4 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση και, σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρικάλων ... αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 08.03.2010, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε, έστω με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

II. Επειδή, κατά το άρθρο 553 § 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή.

Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή.

Το ανασταλτικό όμως αυτό αποτέλεσμα δεν έχει και η ανακοπή που ασκείται εκπροθέσμως, αφού, η πάροδος της προθεσμίας αυτής καθιστά τελεσίδικη την ερήμην απόφαση, έκτοτε δε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία της αναίρεσης (Ολομ. Α.Π. 11/1998). Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις άρθρων 566§1 και 577§§1 και 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες μεταξύ των στοιχείων που απαιτούνται για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης είναι η συμπερίληψη σ'αυτή ενός τουλάχιστον λόγου αναίρεσης, συνάγεται ότι αν στην αίτηση για αναίρεση της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος αναιρετικός λόγος, είτε κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, είτε κατά της συμπροσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, η αναιρετική αίτηση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ως προς εκείνη των συμπροσβαλλόμενων αποφάσεων, ως προς την οποία άρχει η έλλειψη, έστω και ενός, λόγου αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης προκύπτει ότι με αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ'αριθμ. 803/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη ανακοπή ερημοδικίας του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ερήμην του εκδοθείσας υπ'αριθμ. 121/2006 απόφασης του ίδιου Εφετείου, καθώς και η αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως.

Στο δικόγραφο όμως αυτής (αίτησης) δεν περιέχεται κανένας λόγος αναίρεσης ως προς τη συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 121/2006 ερήμην απόφαση του Εφετείου. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, καθ'όσον με αυτή διώκεται η αναίρεση της εν λόγω υπ' αριθμ. 12 1/2006 απόφασης του Εφετείου, είναι απαράδεκτη.

III. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται και αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί ούτε με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης.

Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία έννοια ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη.

Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Τέτοιο γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί για τον διάδικο που ερημοδικάσθηκε

και ο αιφνίδιος θάνατος, πριν τη διεξαγωγή της δίκης, του πληρεξουσίου του δικηγόρου, υπό την προϋπόθεση ότι ο διάδικος, αν και επέδειξε την εξιδιασμένη επιμέλεια και προσοχή για τις υποθέσεις του, δεν πληροφορήθηκε εγκαίρως τον θάνατο του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ώστε να αναθέσει την υπόθεση του σε άλλον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον λόγο αυτό προσβάλλεται και η απόφαση, η οποία, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας, αν προσάπτεται σ' αυτή, ότι παρά τον νόμο δε δέχτηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία, διότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του διαδίκου, που ερημοδικάσθηκε, λόγος ανώτερης βίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την από 10.4.2006 ανακοπή ερημοδικίας, ζήτησε να εξαφανισθεί η υπ' αριθ. 121/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε ερήμην του και δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 52/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, προβάλλοντας ακυρότητα της ερημοδικίας, διότι συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας.

Ειδικότερα, ο ανακόπτων προέβαλε ότι την 29.10.2004 επιδόθηκε σ' αυτόν προσωπικά, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αντιδίκου του, αντίγραφο της έφεσης του τελευταίου με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 4.11.2005, την ίδια δε ημέρα (29.10.2004) αυτός (ανακόπτων) επισκέφθηκε στο γραφείο του στα ...

τον δικηγόρο Βασίλειο Διβάνη, προκειμένου να του αναθέσει την εντολή εκπροσώπησης του ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και να του καταβάλει την αμοιβή του, ο εν λόγω δε δικηγόρος αποδέχθηκε την εντολή και τον διαβεβαίωσε ότι δεν απαιτείτο η προσωπική παρουσία του εντολέα στο Εφετείο, θα τον ειδοποιούσε δε σχετικά με την έκβαση της υπόθεσης, μετά την έκδοση απόφασης από το Εφετείο.

Ότι το Πάσχα του έτους 2005 συνάντησε και πάλι τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα μεριμνούσε ο ίδιος για τη συζήτηση της υπόθεσης. Ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον το Εφετείου, την 4.11.2005 ο εν λόγω πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν παρέστη και δεν εκπροσώπησε αυτόν, διότι τη 17.06.2005 είχε αποβιώσει αιφνιδίως στα ..., γεγονός που ο ανακόπτων δεν είχε πληροφορηθεί, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων στην ...

και της σχεδόν μόνιμης διαμονής του εκεί, ούτε είχαν επίσης πληροφορηθεί τον θάνατό του τα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα του ανακόπτοντος που διέμεναν στα ..., το πληροφορήθηκε δε ο ίδιος ολίγες ημέρες μετά την άνω δικάσιμο της 4.11.2005. Με τα πραγματικά αυτά περιστατικά, επικαλούμενος ο ανακόπτων ανώτερη βία εξ αιτίας της οποίας δεν μπόρεσε να επιμεληθεί για τον διορισμό άλλου πληρεξουσίου δικηγόρου προκειμένου να παραστεί και τον εκπροσωπήσει στο Εφετείο κατά την άνω δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε ερήμην του η έφεση του αντιδίκου του, ζήτησε με την ανακοπή του να ακυρωθεί η ως άνω ερήμην αυτού εκδοθείσα απόφαση.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ανακοπή, με την επάλληλη αιτιολογία κυρίως μεν ότι τα άνω περιστατικά που ο ανακόπτων επικαλέστηκε, και αληθινά υποτιθέμενα, δεν συνιστούν ανώτερη βία, διότι αν αυτός είχε επιδείξει έστω και τη συνηθισμένη επιμέλεια, πολύ δε περισσότερο άκρα επιμέλεια και σύνεση για τις υποθέσεις του, δεν θα εφησύχαζε στις διαβεβαιώσεις του δικηγόρου του κατά μήνα Οκτώβριο 2004 και Πάσχα 2005, ότι αυτός θα επιμεληθεί να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά το πεντάμηνο περίπου χρονικό διάστημα που διέρρευσε από του θανάτου του δικηγόρου του μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδιώκοντας επικοινωνία με τον δικηγόρο του, θα είχε πληροφορηθεί τον θάνατο του και θα επιμελείτο για τον διορισμό άλλου πληρεξουσίου, επικουρικώς δε ότι δεν πιθανολογήθηκε πως ο ανακόπτων δεν εγνώριζε τον θάνατό του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ο οποίος ήταν δικηγόρος στη μικρή πόλη των ....

με πολυετή επαγγελματική δραστηριότητα και γνωστός, συνεπεία αυτής, στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο της πόλης, όπου και κατοικούσε ο ανακόπτων. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο και απέρριψε την ανακοπή, κυρίως ως νόμω αβάσιμη, δεχθέν ότι τα άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο ανακόπτων δεν συνιστούν ανώτερη βία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης ακυρότητας, όπως με τον πρώτο λόγο, κατά το οικείο μέρος, πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ο αναιρεσείων, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή, χωρίς να λάβει υπόψη πράγματα και ειδικότερα τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι κατά το πεντάμηνο χρονικό διάστημα, από του θανάτου του πληρεξουσίου του δικηγόρου μέχρι την ερήμην του συζήτηση της υπόθεσης, δεν μπόρεσε να πληροφορηθεί τον θάνατο του πληρεξουσίου του, διότι, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, διέμενε σχεδόν μόνιμα στην ..., καθώς και τους ισχυρισμούς του, ότι ο μετέπειτα θανών δικηγόρος τον είχε διαβεβαιώσει, μετά την ανάθεση σ'αυτόν της υπόθεσης, κατά μήνα Οκτώβριο 2004 και το Πάσχα του έτους 2005, πως δεν απαιτείτο η παρουσία του ίδιου στο Εφετείο και θα διεκπεραίωνε αυτός την υπόθεσή του και θα τον ενημέρωνε σχετικά μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, είναι αβάσιμος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος τους έλαβε υπόψη το Εφετείο και τους απέρριψε.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι τα άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν λόγο ανώτερης βίας, είναι απαράδεκτος, διότι η θεμελίωσή του προϋποθέτει την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, εν προκειμένω όμως η ανακοπή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη.

Επειδή στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, κύριες ή επικουρικές, έστω και αν αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές.

Δηλαδή σε περίπτωση διαδοχικής (επάλληλης) αιτιολογίας χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν, κάθε μία αυτοτελώς, το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, η επικουρική δε αυτή αιτιολογία μπορεί να εισάγεται με τις φράσεις "ανεξάρτητα απ'αυτά", ή " πέρα απ'αυτά" ή "σε κάθε περίπτωση" ή "εξάλλου" κλπ.

στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το οικείο μέρος του και δεύτερο λόγους αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες ότι, με το απορρίψει με την επικουρική αιτιολογία ως ουσία αβάσιμη την ανακοπή, δεχθέν πως δεν πιθανολογήθηκε ότι ο ανακόπτων δεν εγνώριζε, όπως ισχυρίζονταν με την ανακοπή του, τον θάνατο του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, κατά την οποία αυτός (ανακόπτων) δικάστηκε ερήμην, αφ'ενός μεν περιέλαβε στην απόφαση του, ως προς την επάλληλη αυτή αιτιολογία, ανεπαρκείς αιτιολογίες (πρώτος λόγος κατά το οικείο μέρος του), αφ' ετέρου δε παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις και ειδικότερα την ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της ανακοπής, ένορκη εξέταση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος (2ος λόγος).Οι λόγοι αυτοί, ο πρώτος από τον αριθμό 19 και ο δεύτερος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μετά την απόρριψη ως άνω των λόγων που πλήττουν την κυρία αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αλυσιτελείς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.08.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση των υπ' αριθμ.803/2007 και 121/2006 αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ