Supreme Court dismisses appeal on evidence assessment, upholding lower court's finding of dependent employment relationship.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a dependent employment relationship. The appellant argued the lower court accepted unproven facts without evidence, but the court found the Second Instance Court properly evaluated all documentary and testimonial evidence. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's decision was based on a reasoned assessment of the available proof rather than an error of law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the lack of evidence for accepted facts is inadmissible if the lower court reached its conclusion through a reasoned assessment of the submitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1260 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1260/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνη Καραντάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Του ..., κατοίκου ομοίως, ατομικά αλλά και ως ομορρύθμου εταίρου της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Αλυσσανδράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 364/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1208/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-4-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι'αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογεί την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμένη δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.
Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχολήσεώς του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων διατείνεται α) με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι εσφαλμένως το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 6 ν.765/1943, 2 παρ.3 του ν.2335/1995 και 2 ν.1846/1951, με το να δεχθεί ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και όχι αυτή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, και β) με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε το Εφετείο ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθόσον, ενώ δέχεται ότι υπήρχε εξάρτηση αυτού από τους αναιρεσίβλητους ως προς το τρόπο, τόπο και χρόνο που παρείχε αυτός τις υπηρεσίες του, παρόλα αυτά έκρινε ότι δεν υπήρχε το ποιοτικό στοιχείο για να χαρακτηρισθεί η μεταξύ τους σύμβαση, ως τέτοια ανεξαρτήτων υπηρεσιών, και για το ότι ενώ από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προέκυπτε ότι εκείνος (αναιρεσείων) τελούσε υπό την πλήρη εξάρτηση των αναιρεσιβλήτων, κατά την παροχή των υπηρεσιών του, ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υφίστατο καμία εξάρτηση του πρώτου από τους δεύτερους.
Το Εφετείο δε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανέλεγκτα και τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά : Τον Φεβρουάριο του έτος 1992 ο αναιρεσείων συμφώνησε προφορικά με το δεύτερο αναιρεσίβλητο που διατηρούσε ατομική επιχείρηση φροντιστηρίου αγγλικής γλώσσας για στελέχη επιχειρήσεως με παράρτημα στην ..., την διδασκαλία της γλώσσας αυτής στο προσωπικό επιχειρήσεως με έδρα την ..., το ...και τις γύρω περιοχές.
Από τον Μάϊο του έτους 2000, τον δεύτερο αναιρεσίβλητο διαδέχθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση φροντιστηρίου η πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία υπεισήλθε και στην μεταξύ των παραπάνω διαδίκων προϋφισταμένη σύμβαση που συνεχίσθηκε με τους ίδιους όρους μέχρι την 19-10-2004, οπότε και έληξε. Ο αναιρεσείων μετέβαινε κατά τα συμφωνηθέντα σχεδόν καθημερινά στο παράρτημα της πρώτης στην ...
και κάποιες ημέρες του μήνα στους πέριξ αυτής τόπους, με το ιδιόκτητο αυτοκίνητό του, για να διδάξει το προσωπικό των εταιρειών που είχαν συμβληθεί με την αναιρεσίβλητη την αγγλική γλώσσα.... Ο χρόνος εργασίας του αναιρεσείοντος καθοριζόταν κατόπιν συμφωνίας με τους αναιρεσιβλήτους και όχι μονομερώς από αυτούς.
Συγκεκριμένα η μάρτυρας... στην 2-12-2005 ένορκη βεβαίωσή της...., ως υπεύθυνη Εκπαιδευτικών προγραμμάτων, καταθέτει ότι πάντα ζητούσε από τον αναιρεσείοντα να τις ορίσει εκείνος τις ώρες που θα εργαζόταν και πολλές φορές αναγκαζόταν ν'αλλάξει τις ώρες των μαθημάτων, γιατί ο τελευταίος είχε δικά του μαθήματα και οι ώρες του συνέπιπταν.
Ο αναιρεσείων υποχρεούτο μόνο να τους παραδίδει κατάσταση με τις ώρες που είχε εργασθεί και τα παρουσιολόγια για να υπολογίζουν την αμοιβή του, διότι αμοιβόταν με ωρομίσθιο 15 ευρώ ανά ώρα εργασίας και όχι με πάγιο μηνιαίο μισθό. Μετά το τέλος των μαθημάτων αυτών ο αναιρεσείων δεν ήταν υποχρεωμένος να παραμένει στα γραφεία των αναιρεσιβλήτων, ούτε να τελεί σε ετοιμότητα παροχής εργασίας για επιπλέον ώρες διδασκαλίας με αντίστοιχη αμοιβή, ήταν ελεύθερος να αποχωρήσει και να παραδίδει στους δικούς του μαθητές, χρησιμοποιώντας μάλιστα τους χώρους διδασκαλίας των αναιρεσιβλήτων στην....
Ως προς τον τρόπο εργασίας του, ο αναιρεσείων ακολουθούσε την ίδια ύλη και βιβλία διδασκαλίας με τους υπολοίπους μισθωτούς καθηγητές που απασχολούνταν στους αναιρεσιβλήτους, πλην όμως ως καθηγητής με μητρική γλώσσα την αγγλική και σπουδές στο εξωτερικό, διαμόρφωνε ελεύθερα τον τρόπο και τη μέθοδο διδασκαλίας του, χωρίς να ελέγχεται και να εποπτεύεται από τους αναιρεσιβλήτους.
Με την άθροιση των επί μέρους ωρών διδασκαλίας, η κατά μήνα αμοιβή του αναιρεσείοντος υπερέβαινε κατά πολύ τους μηνιαίους μισθούς των άλλων μισθωτών καθηγητών που απασχολούνταν στους αναιρεσιβλήτους. Καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας του αυτής με τους αναιρεσιβλήτους, ήτοι από τον Φεβρουάριο του 1992 έως τα τέλη Οκτωβρίου 2004, δεν υπάγονταν στην μισθοδοσία τους και εξέδιδε έντυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών με την ένδειξη <<Χ1 καθηγητής Αγγλικής Γλώσσας (Σεμινάρια)>> θεωρημένες από την εφορία, ήτοι ένδειξη που δήλωνε με σαφήνεια την επαγγελματική του αυτοτέλεια (οργάνωση σεμιναρίων).
Άλλωστε, με την έκδοση αποδείξεων παροχής υπηρεσιών μέχρι του εκάστοτε ισχύοντος ετησίου ορίου της εφορίας ο αναιρεσείων, εμφανιζόμενος ως ελεύθερος επαγγελματίας, επωφελείτο στο τέλος κάθε χρόνου του φόρου του 20% που παρακρατούσαν οι αναιρεσίβλητοι σε κάθε απόδειξη και που απέδιδαν στην εφορία. Κατά τη δωδεκαετή διάρκεια της συνεργασίας του με τους αναιρεσιβλήτους ο αναιρεσείων ήταν μόνιμα ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ ως ελεύθερος επαγγελματίας, με εξαίρεση μόνο τους μήνες Φεβρουάριο 97 έως Απρίλιο 1997 που ασφαλίστηκε στο ΙΚΑ και κατόπιν επανήλθε ο ίδιος στο ΤΕΒΕ.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι πριν από την από 19-10-2004 επίδοση του από 7-10-2004 εξωδίκου του ο αναιρεσείων ζητούσε κατ'επανάληψη από τους αναιρεσιβλήτους την υπαγωγή του στην ασφάλιση του ΙΚΑ. Αντιθέτως από τα αντίγραφα των ενσήμων που ο ίδιος προσκομίζει, καταδεικνύεται ότι πριν από την έναρξη της συνεργασίας του με τους αναιρεσιβλήτους ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, από το έτος 1981 για προηγουμένη και διαφορετική από την επίδικη απασχόληση του που είχε τον χαρακτήρα της νομικής και προσωπικής εξάρτησης.
Ως εκ τούτου ο αναιρεσείων με την ανωτέρω σύμβαση επιστημονικών υπηρεσιών που επέλεξε ο ίδιος τους βασικούς όρους της απασχόλησης του χωρίς τον έλεγχο του εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών τόπο δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με τα προλεχθέντα στην παραπάνω μείζονα σκέψη.
Ο δε χαρακτηρισμός που αρμόζει στην επίδικη σύμβαση είναι αυτός της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών στην οποία, απέβλεπαν τα μέρη και στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας... Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Δεν στέρησε δε την απόφαση του από νόμιμη βάση, στην οποία διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος και τρίτος από τους λόγους της αναίρεσης, ως αβάσιμοι.
Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που υπό το πρόσχημα της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.
β', 524 παρ.1, 591 παρ.1 στοιχ.β' και δ', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του.
Μπορεί δε να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως που προσκομίζονται, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ, η οποία, παρά το ότι αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", εν τούτοις έχει εφαρμογή και αναφορικά με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (βλ.
σχ. Ολ.ΑΠ 9/2000). Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ'έφεση επίκληση αποδεικτικού μέσου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται μόνο γενική αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων, ή με ενσωμάτωση ή αντιγραφή των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης.
Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αυτές.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή παράσταση αυτού κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενό της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι ως προς τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 11γ Κ.Πολ.Δικ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι δεν λήφθηκαν υπόψη απ'αυτή τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα τα οποία είχε επικαλεστεί αυτός με την έφεσή του και τις προτάσεις του της δευτεροβάθμιας δίκης και συγκεκριμένα : 1)Τις από 3-5-1995, 7-5-2001, 31-3-2003 βεβαιώσεις των αναιρεσιβλήτων, ότι τον απασχολούσαν ως καθηγητή αγγλικών, ακολουθώντας το προκαθορισμένο πρόγραμμά τους, 2)αντίγραφα των μπλοκ παροχής υπηρεσιών του από το έτος 1997 έως το 2004, από τα οποία αποδεικνύεται ότι εργαζόταν αυτός μόνο αποκλειστικά στους αναιρεσιβλήτους, 3)τις υπ'αριθμ..../07-12-2005, .../18-09-2007 και .../18-09-2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων,..., ...,..., ...
και ..., που δόθηκαν, η μεν πρώτη ενώπιον της συμβολαιογράφου Ελένης Ραγιά και οι άλλες δύο ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Διονυσίας Γκαδόλου, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι υπήρχε άμεση σχέση εξάρτησης από τους αντιδίκους του, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο της εργασίας του, 4)τα απουσιολόγια αλλά και το εγχειρίδιο οδηγιών των αναιρεσιβλήτων, από τα οποία αποδεικνύεται ότι υπήρχε άμεση εποπτεία από τους αναιρεσιβλήτους αλλά και προκαθορισμένη ύλη και τρόπος διδασκαλίας, 5)αντίγραφο της κατάστασης ασφαλίσεως προσωπικού των αντιδίκων για το έτος 1997, από την οποία αποδεικνύεται ότι για περίπου 5 μήνες τον είχαν ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, τις βεβαιώσεις παράδοσης μαθημάτων του από τις εταιρείες Frigo Glass ΑΒΕΕ, ΠΑΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, ..., ΤΡΙΑ ΕΨΙΛΟΝ ΑΕ, από το 1997 και μετά και ζ)τα αναλυτικά τιμολόγια για τα ποσά που ξόδευε για βενζίνη στο αυτοκίνητό του για τα ταξίδια που έκανε στα πλαίσια της εργασίας του στους αναιρεσιβλήτους.
Όπως δε προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της υπ'αριθμ.364/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, και το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται, αυτός από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, επικαλέσθηκε νόμιμα τις ως άνω βεβαιώσεις των αναιρεσιβλήτων, το εγχειρίδιο οδηγιών αυτών και τα απουσιολόγια των ετών διδασκαλίας του, τα οποία αποτελούντα έγγραφα, όπως προκύπτει από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο τα έλαβε υπόψη, δεν ήταν δε αναγκαίο να μνημονεύονται αυτά στην προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του ως άνω άρθρου, πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος του αυτό ως αβάσιμος. Περαιτέρω και αναφορικά με την υπ'αριθμ. .../07-12-2005 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ελένης Ραγιά, τα αντίγραφα των μπλοκ παροχής υπηρεσιών, το αντίγραφο της κατάστασης ασφάλισης του προσωπικού των αναιρεσιβλήτων και τις βεβαιώσεις παράδοσης μαθημάτων του αναιρεσείοντος στις προλεχθείσες εταιρείες, και τα αναλυτικά τιμολόγια για τις δαπάνες βενζίνης για το αυτοκίνητό του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ανωτέρω διαδικαστικών έγγραφων, δεν γίνεται καθόλου επίκληση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, ειμή μόνο στο τμήμα των προτάσεων του αναιρεσείοντος της δευτεροβάθμιας δίκης, που έχουν ενσωματωθεί κατ'αντιγραφή, οι πρωτόδικες προτάσεις, χωρίς όμως να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των πρωτοβαθμίων προτάσεων, όπου γίνεται σαφής επίκληση των διαληφθέντων αποδεικτικών μέσων, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δικ.
Πλην όμως, η επίκληση αυτή δεν είναι, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, νόμιμη. Επομένως, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του πιο πάνω αριθμού (11γ) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γι'αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του αυτό, ως απαράδεκτος.
Τέλος, και ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της κρίσης του, τις προεκτεθείσες υπ'αριθμ.... και.../18-9-2007 ένορκες βεβαιώσεις, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του αυτό, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο αφενός μεν τις εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, από τις οποίες αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων για να παραστούν κατά τη λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, ούτε επίσης αναφέρει το περιεχόμενο των βεβαιώσεων αυτών, δηλαδή τα κατατεθέντα από τους ανωτέρω μάρτυρες ενώπιον της προεκτεθείσας συμβολαιογράφου, περί των οποίων καταρτίσθηκαν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, ώστε να κριθεί αν το αποδεικτικό αυτό μέσο είναι κρίσιμο για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, ότι δηλαδή υπήρχε άμεση σχέση εξάρτησης του αναιρεσείοντος από τους αναιρεσιβλήτους ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο της εργασίας του.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι'αυτά.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, παρά την ύπαρξη αποδείξεων που αποδεικνύουν το αντίθετο, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως σχετικώς αναφερόμενα. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι'αυτό ο αμέσως πιο πάνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται, το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση, με τον ίδιο λόγο, ότι δέχθηκε το Εφετείο ως αληθή την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, ..., ότι ζητούσε από τον αναιρεσείοντα να καθορίσει τις ώρες των μαθημάτων, ενώ από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε αυτός, αποδεικνυόταν ότι οι ώρες των μαθημάτων του ήσαν δεδομένες και συγκεκριμένες ανά εβδομάδα και ανά μήνα, και ότι αυτός έχει ένσημα από το 1981 για εντελώς διαφορετική απασχόληση, ενώ από τα ένσημα που προσκόμισε εκείνος, στο Εφετείο προκύπτει ότι ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ από το 1985 ως καθηγητής αγγλικών, εργαζόμενος σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον, υπό το πρόσχημα της παράβασης του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-4-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.1208/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ