Supreme Court dismisses appeal for distortion of evidence where lower court made factual assessments based on document evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Patras Court of Appeal's decision regarding a property dispute in Zakynthos. The appellants argued the lower court distorted evidence by accepting a document's content without sufficient scrutiny, but the court found this constituted a permissible factual assessment rather than a legal error. The court ruled that the appellate body cannot re-evaluate the weight of evidence when the lower court considered documents alongside other proof like witness testimonies.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) & Art. 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the factual assessment of evidence or the weight given to documents when the lower court has considered them alongside other proof, as such evaluation is excluded from appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1260 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1260/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Απόστολο Γεωργιάδη, Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα και Σπυρίδωνα Τσαντίνη.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου ...... Ζακύνθου που εδρεύει στον ........ Ζακύνθου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Χατζησαράντο και Ιωάννη Φιλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την 18-1-1997 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/1997, 41/2001 προδικαστικές, 46/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2007 αίτησή τους και με τους από 27-3-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 16-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 12-3-2007 αίτηση και οι από 27-3-2008 πρόσθετοι λόγοι, για αναίρεση της 212/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 4.081 τμ, βρίσκεται στη θέση "....." της Λίμνης .... του Δημοτικού Διαμερίσματος .... τον Δήμου ...... Ζακύνθου, συνορεύει, ανατολικά, επί πλευράς μήκους 38,50 μέτρων με κοινοτικό δρόμο, πέραν του οποίου εκτείνεται ο αιγιαλός και η θάλασσα, βόρεια, επί πλευράς μήκους 106 μέτρων, με ιδιοκτησία Ι.
Ν. ..... και δυτικά, επί πλευράς μήκους 38,50 μέτρων και νότια, επί πλευράς μήκους 106 μέτρων με υπόλοιπη έκταση της λίμνης ...... Αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, 300 περίπου στρεμμάτων, η οποία ονομάζεται "Λίμνη ....", γιατί ήταν ανέκαθεν ελώδης περιοχή, συνορεύει ανατολικά με την πιο πάνω κοινοτική οδό και πέραν αυτής με αιγιαλό και θάλασσα και οριοθετείται από την υπόλοιπη έκταση της περιοχής με αποστραγγιστική τάφρο, πλάτους 4 περίπου μέτρων που την περιβάλλει σε σχήμα πετάλου, βόρεια, νότια και δυτικά.
Η περιοχή της λίμνης .... ήταν ανέκαθεν βαλτώδης και γι' αυτό μόνον κάποια προσβάσιμα κατά καιρούς μικρά χωρίς νερό τμήματά της, όχι πάντοτε τα ίδια, καλλιεργούνταν αυθαίρετα μέχρι το 1920 από κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι είχαν κατασκευάσει, αυτοσχέδια, αποστραγγιστικούς χάνδακες. Από το 1920 όμως και μετά, λόγω ανόδου της στάθμης των νερών και του πολέμου, η καλλιέργεια διακόπηκε, με συνέπεια να κλείσουν οι αποστραγγιστικοί χάνδακες, να ανέλθει περισσότερο η στάθμη των νερών και να επεκταθεί το έλος, στο οποίο φύονταν μόνον βούρλα, ψαθιά και άλλα υδρόβια φυτά και να είναι πλέον καθ' ολοκληρίαν φυσικά αδύνατη, σε μόνιμη και διαρκή βάση, κάθε καλλιέργεια.
Το έτος 1932 η Κοινότητα ...., μετά από απόφαση τον Κοινοτικού Συμβουλίου της, θεωρώντας την πιο πάνω έκταση της λίμνης ως κοινοτική, κατασκεύασε, με δικές της δαπάνες και σε απόσταση τριάντα περίπου μέτρων από τη θάλασσα, κοντά στο μεσαίο αποστραγγιστικό χάνδακα, σκεπαστό πλυσταριό για την εξυπηρέτηση των γυναικών της Κοινότητας, ερείπια δε αυτού υπάρχουν ακόμη και σήμερα.
Το έτος 1952 η Κοινότητα συνήψε δάνειο με το Ταμείο Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών, ύψους 43.000.000 δραχμών για την εκτέλεση αποστραγγιστικών έργων αποξήρανσης του έλους της λίμνης. Το ίδιο έτος (1952) κατασκευάστηκε με μηχάνημα της Υπηρεσίας Μηχανικής Καλλιέργειας της Νομαρχίας Ζακύνθου, αλλά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνση του τότε Προέδρου της Κοινότητας ..., περιφερειακή αποστραγγιστική τάφρος σε σχήμα πετάλου, πλάτους τεσσάρων περίπου μέτρων και βάθους δύο μέτρων.
Λόγω όμως των μεγάλων σεισμών που έπληξαν την περιοχή το έτος 1953, το έργο αποστράγγισης δεν ολοκληρώθηκε και το έλος παρέμεινε. Στη διάρκεια των ετών 1920 έως 1952 στη λίμνη .... επιτρεπόταν, με γενική άδεια της Κοινότητας, η βοσκή των ζώων μόνον κατά τις περιόδους και στις θέσεις που όριζε η Κοινότητα, η οποία φρόντιζε με τους αγροφύλακες της περιοχής να τηρούνται οι σχετικές αποφάσεις της από όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους.
Οι τελευταίοι εισήγαγαν και έβοσκαν τα ζώα τους όπου υπήρχαν τεμάχια χωρίς νερά, όχι ο καθένας σε συγκεκριμένο μέρος και χωρίς ποτέ κάποιος από αυτούς να προβάλει ίδια δικαιώματα ιδιοκτησίας και νομή με διάνοια κυρίου. Επειδή όμως το έργο αποξήρανσης της λίμνης ... ήταν σημαντικό για την περιοχή, η Κοινότητα ..., με την από 21-7-1960 αίτησή της προς τη Νομαρχία Ζακύνθου, ζήτησε τη χορήγηση νέου δανείου, το οποίο εγκρίθηκε και της χορηγήθηκε για την εκτέλεση αποστραγγιστικών και αρδευτικών έργων το ποσό των 300.000 δραχμών.
Στη συνέχεια, η Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων της Νομαρχίας Ζακύνθου συνέταξε την από ..... μελέτη για την εκτέλεση έργων κατασκευής αντλιοστασίου στη λίμνη ... και η Κοινότητα ..., συμβληθείσα δια του τότε Προέδρου της ....., ως κυρία της έκτασης, ανέθεσε εγγράφως την εκτέλεση του έργου στον εργολάβο δημοσίων έργων ......
Το τελευταίο έργο εκτελέστηκε με αυτεπιστασία της Κοινότητας και έγινε καθαρισμός της περιφερειακής τάφρου, διάνοιξη σε ολόκληρη την περιοχή της λίμνης περιφερειακών τάφρων σε σχήμα ψαροκόκαλου για την αποστράγγιση των νερών, ενώ προς την πλευρά της παραλίας κατασκευάστηκε, επίσης από την Κοινότητα, ανάχωμα για την προστασία από τα θαλάσσια νερά και κατά μήκος αυτού δρόμος.
Επίσης, κοντά στη θάλασσα και προς την έξοδο του κεντρικού χάνδακα κατασκευάστηκε το αντλιοστάσιο για να διοχετεύονται τα νερά προς τη θάλασσα. Με την κατασκευή όμως της παραλιακής οδού αναβαθμίστηκε η περιοχή και λόγω της μεγάλης τουριστικής ανάπτυξης που επακολούθησε, το έτος 1973 ορισμένοι από τους κατοίκους της Κοινότητας επιχείρησαν αυθαίρετα να καταλάβουν τμήματα της λίμνης επί της παραλιακής οδού.
Μεταξύ αυτών ήταν και ο εναγόμενος - ενάγων Χ1, ο οποίος έως τότε διατηρούσε εστιατόριο μέσα στο χωριό ..... και θέλησε να μεταφέρει την επιχείρησή του στον παραθαλάσσιο χώρο της λίμνης. Προκειμένου όμως να κατασκευάσει κτίσμα για τη στέγαση της επιχείρησής του και να λάβει σχετική άδεια από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, έλαβε από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ..., Χα, την από ......
βεβαίωση, στην οποία βεβαιώνονταν ψευδώς τα εξής: "Ο Χ1, κάτοικος της ημετέρας Κοινότητος δεν καταπατεί κοινοτικόν χώρον εις την περιοχήν της Κοινότητος (λίμνη ...) ανοικοδομώντας οικίαν και η περιοχή αυτή ήτο προ ετών σταφιδάμπελος ιδιοκτησίας της οικογενείας Χ1......". Σύμφωνα όμως με το άρθρο 88 εδ. 1 τον ισχύοντος το έτος 1973 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν.δ. 2888/1954) ο Πρόεδρος της Κοινότητας εκδίδει πιστοποιητικά μόνον περί της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης των δημοτών.
Έτσι, η πιο πάνω βεβαίωση, που βεβαιώνει ψευδώς για προϋφιστάμενη στο έλος σταφιδάμπελο και εκδόθηκε από τον Χα υπό την ιδιότητα μεν του Προέδρου της Κοινότητας ...., αλλά για θέμα που δεν υπαγόταν στην αρμοδιότητά τον, αποτελεί απλή βεβαίωση τρίτου και δεν έχει ισχύ δημόσιου εγγράφου. Την προαναφερόμενη ψευδή βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας ...., ο εναγόμενος-ενάγων Χ1 υπέβαλε προς την Πολεοδομία Ζακύνθου και εκδόθηκε η ......
άδεια περί ανέγερσης ισόγειας οικοδομής, επιφάνειας 42,34 τμ. Στο σχετικό τοπογραφικό σκαρίφημα απεικονίζει τη φερόμενη ως ιδιοκτησία του με διαστάσεις 48 Χ 125 μ, δηλαδή επιφάνειας 6.000 τ.μ. Κατά την ανέγερση της οικοδομής του περιέφραξε, από την εμφανιζόμενη ως δήθεν ιδιοκτησία του έκταση των 6.000 τ.μ, 300 τ.μ, τα οποία και επιχωμάτωσε με την εναπόθεση μπαζών.
Στις 1-11-1973 όμως υποβλήθηκε αναφορά από το Δασικό Σταθμό Ζακύνθου προς το Δασάρχη Ζακύνθου και ο τελευταίος, με το ...... πρωτόκολλο, διέταξε τη διοικητική αποβολή του Χ1, με την αιτιολογία ότι καταπάτησε δημόσια δασική έκταση. Στις 28-11-1973 ο ίδιος Δασάρχης διενήργησε αυτοψία στο επίδικο, κατά την οποία διαπίστωσε ότι η καταληφθείσα έκταση βρίσκεται σε απόσταση δέκα μέτρων από το χειμέριο κύμα και καλυπτόταν από νερά, καλάμια, αγριάδες, βούρλα και ποώδη φυτά.
Κατά του προαναφερόμενου πρωτοκόλλου ο Χ1 άσκησε ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την 3/1974 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, που επικυρώθηκε με τη 18/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Το ότι με το άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 καταργήθηκε επί των δασικών εκτάσεων της Επτανήσου το έως τότε ισχύον τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου και τα μέχρι τότε πρωτόκολλα καταργήθηκαν αυτοδίκαια, έστω και αν κατέστησαν τελεσίδικα, ουδόλως αναιρεί την αλήθεια των παραδοχών επί πραγματικών περιστατικών των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων επί της δίκης κατά του πρωτοκόλλου.
Μετά την έκδοση του πιο πάνω πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής έγινε διακοπή των οικοδομικών εργασιών από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, ενώ μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής του κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ο Χ1, με την από 20-6-1975 αίτησή του προς τη Νομαρχία Ζακύνθου, ζήτησε την εκμίσθωση σ' αυτόν της έκτασης των 300 τ.μ, που κατέλαβε παράνομα και του κτίσματος που ανήγειρε, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα ότι δεν έχει επ' αυτών δικαίωμα κυριότητας, ενώ δεν άσκησε τακτική αγωγή κυριότητας κατά του Δημοσίου ή της Κοινότητας ....
Ο Νομάρχης Ζακύνθου ενέκρινε, στις 9-8-1975, την εκμίσθωση για το χρονικό διάστημα μέχρι 31-5-1976 αντί μηνιαίου μισθώματος 500 δραχμών. Ο Νομοδασάρχης Ζακύνθου διαβίβασε την πιο πάνω αίτηση του Χ1 προς τη Γενική Διεύθυνση Δασών του Υπουργείου Γεωργίας. Ο αρμόδιος Υφυπουργός, με το από ..... έγγραφο του προς το Νομοδασαρχείο Ζακύνθου, απάντησε ότι δεν μπορεί να γίνει παραχώρηση της έκτασης χωρίς δημοπρασία, αλλά και ότι σε κάθε περίπτωση κρίνεται σκόπιμο να μη διατίθενται οι παραλιακές εκτάσεις ούτε με δημοπρασία, εκτός αν πρόκειται για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών.
Μετά την αποτυχία της προσπάθειας του Χ1 να καταρτίσει σύμβαση μίσθωσης με το Ελληνικό Δημόσιο, ο γιος του και εναγόμενος Χ υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Χωροφυλακής Ζακύνθου την από 10-6-1976 αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ζυθεστιατορίου - καφέ μπαρ, η οποία και του χορηγήθηκε στις 12-7-1976. Από τότε λειτουργεί στο επίδικο επιχείρηση ζυθεστιατορίου - καφέ μπαρ, την οποία εκμεταλλεύεται ο Χ1, με τους γιους του Χ3 και Χ2, ενώ σε χρόνο που δεν αποδεικνύεται ακριβώς επέκτειναν την κατάληψη κατά 200 τ.μ., ακόμα και έτσι η, παράνομα, χωρίς κανένα δικαίωμα κυριότητας, καταληφθείσα από αυτούς έκταση, με την ανοχή της τότε Κοινοτικής Αρχής, που κρίνεται ως δόλια υπέρ των καταπατητών, ανήλθε συνολικά σε 500 τ.μ.
Στις 4-11-1982 ο Χ1, μη εγκαταλείποντας το υπάρχον σχέδιο καταπάτησης, αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα του Χ, που απεβίωσε στις 12-9-1955, δυνάμει της ...... πράξης της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Διονυσίας Κεφαλλωνίτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, δηλαδή μετά 27 έτη από το θάνατο τον πατέρα του, για να κατασκευάσει τίτλο ιδιοκτησίας, ενώ μάλιστα υπήρχαν και άλλοι αδελφοί και δεν ήταν μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος, αφού ο πατέρας του απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη.
Τον Ιούλιο του 1983, μετά από συνεδρίαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Ζακύνθου σχετικά με την αξιοποίηση της λίμνης ..., ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας ... Ζακύνθου ....... απηύθυνε πρόσκληση προς τους κατοίκους, ώστε όσοι από αυτούς διεκδικούν δικαιώματα στη λίμνη να το αναφέρουν, γιατί η Κοινότητα επρόκειτο να ασκήσει εις βάρος τους αναγνωριστική αγωγή.
Τέτοια δήλωση υπέβαλαν μόνον ένδεκα κάτοικοι και ο Ιερός Ναός ...., στους οποίους όμως δεν περιλαμβανόταν ο Χ1. Η Κοινότητα άσκησε κατά των προαναφερόμενων προσώπων και του Ιερού Ναού, την από 3-5-1984 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία έγινε πρωτόδικα και τελεσίδικα δεκτή ως προς τα φυσικά πρόσωπα και απορρίφθηκε ως προς τον Ιερό Ναό, λόγω ανέγερσης εκκλησίας με το όνομα "....." σε τεμάχιο της πιο πάνω Λίμνης ....
προ του πολέμου, δυνάμει της 1196/1991 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό, ότι η Κοινότητα έγινε κυρία της όλης έκτασης της λίμνης .... με έκτακτη χρησικτησία Με βάση όλα τα παραπάνω πραγματικά αποδεικνύεται, ότι στο επίδικο ακίνητο, έκτασης 4.081 τ.μ, που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 300 στρεμμάτων (λίμνης ....), ασκούσε πράξεις νομής η Κοινότητα ...
Ζακύνθου δια των αρμοδίων οργάνων της συνεχώς, δημοσίως, ειρηνικώς, αναμφιβόλως, αδιαταράκτως και επί τω λόγω κυριότητας τουλάχιστον από το έτος 1932 έως τις 23-2-1946 και στη συνέχεια (μετά την ισχύ του Α.Κ.) με διάνοια κυρίου έως την άσκηση της αγωγής της, στο καταληφθέν δε από τους εναγομένους τμήμα έως το έτος 1973.
Συνεπώς, αυτή, ασκώντας στο επίδικο τις παραπάνω εμφανείς υλικές πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και ήταν οι ίδιες για ολόκληρη την έκταση της λίμνης ...., επί εξήντα και πλέον έτη, απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι το επίδικο κατείχε η οικογένεια του Χ1 από το έτος 1870 μέχρι το έτος 1997 και ειδικότερα ο Χ1 από το έτος 1955 και έως την άσκηση της αγωγής του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Χ.
Ο Χ από έτος 1883 έως το 1955 ως μοναδικός γιος και κληρονόμος του Χα και ο τελευταίος από το έτος 1870 έως το έτος 1883. Η άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από τον Χ1 από το έτος 1973 που έγινε η κατάληψη έως το 1996 που ασκήθηκε η αγωγή της Κοινότητας ..., δεν μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα ιδίας κυριότητας του τελευταίου επί του επιδίκου με βάση την έκτακτη χρησικτησία, γιατί, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν.δ. 31/1968 και 4 του α.ν. 1539/1938 , ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας εις βάρος ακινήτων που ανήκουν στην κυριότητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης έπρεπε να έχει συμπληρωθεί έως την έναρξη ισχύος του ν.δ. 31/1968, δηλαδή έως τις 2-12-1968, ενώ από 2-12-1968 και μετά τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
Ολόκληρη η περιοχή των 300 στρεμμάτων της λίμνης .... (και το επίδικο) ήταν βαλτώδης και για το λόγο αυτό δεν καλλιεργήθηκε καθόλου τουλάχιστον από το έτος 1920 και εφεξής. Φύονταν δε σ' αυτή μόνον καλάμια, βούρλα, ψάθες και ποώδη φυτά. Έτσι, ούτε ο Χ1, ούτε ο πατέρας του μπορούσαν να καλλιεργήσουν, ούτε καλλιέργησαν στο επίδικο ποτέ άμπελο, ντομάτες και καρπούζια από το 1920 και εντεύθεν, καθόσον τα φυτά αυτά δεν ευδοκιμούν σε ελώδεις εκτάσεις.
Αν δε υπήρχε στο επίδικο σταφιδόκτημα μέχρι το 1920 που το εκρίζωσε ο πατέρας του παραπάνω Χ, λόγω γήρατος της σταφιδαμπέλου, ασφαλώς θα είχαν φυτέψει και πάλι νέα άμπελο ή ελιές στο κτήμα αυτό, πράγμα που ουδέποτε έπραξαν. Εξάλλου, ο ίδιος ο Χ1, γνωρίζοντας ότι είχε καταλάβει το επίδικο αυθαίρετα και παράνομα, μετά την τελεσίδικη επικύρωση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Ζακύνθου εις βάρος του, υπέβαλε, έστω και αναρμοδίως, προς τη Νομαρχία Ζακύνθου, αίτηση προς σύναψη μισθωτικής σύμβασης του επίδικου ακινήτου, πράγμα που ασφαλώς ουδέποτε θα έπραττε, αν πίστευε ότι είναι αληθινός κύριος του ακινήτου.
Δέχθηκε, τέλος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικώς με την ένσταση των εναγομένων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας Κοινότητας, ότι ο εναγόμενος Χ1 κατέλαβε το έτος 1973 τμήμα του επιδίκου αυθαίρετα και παράνομα, γνωρίζοντας ότι η έκταση αυτή, η οποία απέχει μόλις δέκα μέτρα από το χειμέριο κύμα, δεν ανήκε στην κυριότητα του ίδιου, ούτε κάποιου από τους δικαιοπαρόχους του.
Το γεγονός ότι ο Χ1 έλαβε κατά τα έτη 1973 και 1982 βεβαιώσεις από τους τότε Προέδρους της Κοινότητας ... Χα και Γ1, περί του ότι δεν καταπατεί κοινοτική έκταση, οι οποίες εκδόθηκαν αναρμοδίως και δεν έχουν ισχύ δημόσιου εγγράφου, ενώ οι ίδιος δολίως με ηθική αυτουργία τις υφάρπασε για την υποβοήθηση του σχεδίου του περί καταπάτησης κοινοτικής παραθαλάσσιας έκτασης, δεν ήταν ικανό να δημιουργήσει στον ίδιο και τους υπόλοιπους εναγόμενους - γιους του, ούτε τους δημιούργησε, την πεποίθηση ότι η κυρία του επιδίκου, Κοινότητα ..., δεν θα ασκήσει το δικαίωμα της κατ' αυτών, δεδομένου ότι οι βεβαιώσεις αυτές ήταν προδήλως ψευδείς, γεγονός που επεδίωξε ο πρώτος εναγόμενος και γνώριζαν όλοι οι εναγόμενοι, όπως γνώριζαν και ότι οι κοινοτικοί άρχοντες αλλάζουν και ότι σε ολόκληρη την περιοχή της λίμνης ...., έκτασης 300 περίπου στρεμμάτων που αποστραγγίστηκε, ουδείς άλλος ιδιώτης από εκείνους τους συγχωριανούς τους, που επιχείρησαν να καταπατήσουν εκτάσεις της κοινοτικής λίμνης, παρέμεινε, πλην αυτών.
Τέτοια πεποίθηση δεν δημιουργήθηκε στους εναγομένους ούτε από την είσπραξη από μέρους της Κοινότητας του τυπικού τέλους παρεπιδημούντων, η οποία συνδέεται με το είδος της επιχείρησης που ασκούσαν στο επίδικο, ούτε ακόμη από μόνο το γεγονός ότι από το έτος 1973 έως την άσκηση της αγωγής παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να οχληθούν από την Κοινότητα ή να ασκηθεί και κατ' αυτών αγωγή το έτος 1984, καθόσον το 1984 ανακοινώθηκε δημόσια και ζητήθηκε από την Κοινότητα όσοι εκ των κατοίκων διεκδικούν δικαιώματα στη λίμνη να υποβάλουν έγγραφη δήλωση και μετά από αυτό αγωγή ασκήθηκε από την Κοινότητα μόνον κατά των ιδιωτών που υπέβαλαν δήλωση, ότι διεκδικούν δικαιώματα στη λίμνη και οι εναγόμενοι, που έλαβαν γνώση της παραπάνω πρόσκλησης, δεν είχαν υποβάλει τότε τέτοια δήλωση.
Ως προς δε τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για την κατασκευή τον κτίσματος επί του κοινοτικού επίδικου ακινήτου ο Χ1, αυτές έγιναν με δική του ευθύνη, εν γνώσει του ότι ανοικοδομεί επί καταπατημένου αλλότριου ακινήτου και σε κάθε περίπτωση, με τη λειτουργία ζυθεστιατορίου-καφέ μπαρ για χρονικό διάστημα αρκετών ετών, τα κέρδη που αποκομίστηκαν ήταν πολύ μεγαλύτερα από τις δαπάνες και η αποβολή από το επίδικο δεν θα έχει για τον ίδιο και τους υπόλοιπους εναγομένους δυσμενείς οικονομικές συνέπειες.
Ενόψει όλων των παραπάνω περιστατικών, που μεσολάβησαν από την αυθαίρετη και παράνομη κατάληψη του επιδίκου από τον πρώτο εναγόμενο το πρώτον το έτος 1973 και στη συνέχεια και από τους υπόλοιπους έως την άσκηση της από 3-9-1996 αγωγής, ουδόλως δημιουργήθηκε και μάλιστα εύλογα στους εναγομένους η πεποίθηση, ότι το δικαίωμα της Κοινότητας ...
για αναγνώριση της κυριότητας επί του επιδίκου και την απόδοση του καταληφθέντος από αυτούς τμήματος (500 τ.μ) δεν πρόκειται να ασκηθεί. Ούτε, εξάλλου, η μεταγενέστερη το έτος 1996 άσκησή του έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ώστε να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά και να επιφέρει μετατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε με επαχθείς συνέπειες για τους εναγομένους, προς αποφυγή των οποίων επιβάλλεται η θυσία του δικαιώματος της ενάγουσας Κοινότητας, που αποβλέπει στην περιφρούρηση των δικαιωμάτων της επί πρώην ελώδους αποστραγγισμένης δημοτικής παραθαλάσσιας έκτασης, προς όφελος όλων των δημοτών, κατοίκων της περιοχής, ενόψει μάλιστα του ότι αποβλήθηκαν με την αμετάκλητη 1196/1991 απόφαση όλοι οι καταπατητές κάτοικοι της περιοχής και απέμειναν να κατέχουν τμήμα της κοινοτικής έκτασης της λίμνης μόνον οι εναγόμενοι.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ως βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του επίδικου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, ως αβάσιμες, την αντίθετη αναγνωριστική κυριότητας του ίδιου ακινήτου αγωγή του πρώτου των αναιρεσειόντων και την ένσταση των τελευταίων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, και απέρριψε την έφεσή τους -αναιρεσειόντων-.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη θέση του επίδικου ακινήτου εντός του τμήματος της μείζονος ελώδους έκτασης της λίμνης ..., της άσκησης σ' αυτό, από την Κοινότητα ..., διακατοχικών πράξεων νομής, - οι οποίες επακριβώς προσδιορίζονται-, με διάνοια κυρίου, " δημοσίως, ειρηνικώς, αναμφιβόλως, αδιαταράκτως" από το έτος 1932 έως τις 23-2-1946 και στη συνέχεια (μετά την ισχύ του Α.Κ.) με διάνοια κυρίου έως την άσκηση της αγωγής της, και, συνακόλουθα, της απόκτησης της κυριότητας τούτου από την τελευταία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, της μη άσκησης διακατοχικών πράξεων επ' αυτού, από το έτος 1870 έως και το έτος 1997 από τον πρώτο των αναιρεσειόντων Χ1, τους δικαιοπαρόχους αυτού Χ και Χα, την αυθαίρετη κατάληψη τμήματος του επιδίκου, το έτος 1973, από τον πρώτο και τη μη απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από αυτόν, παραγώγως ή με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και για ποίους λόγους δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1045 και 281ΑΚ,που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή του από το άρθρο 559 αριθ 19 ΚΠολΔ και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από την ίδια διάταξη του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, με τον μεν πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του πρώτου τούτων περί της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, καθώς και της ένστασής του περί καταχρηστικής άσκησης του από τον αναιρεσίβλητο ασκούμενου δικαιώματος, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή ως εξώδικες ομολογίες, τις από ....
και από ...... βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας ...., με τις οποίες βεβαιωνόταν ότι ο Χ1 δεν καταπατεί Κοινοτικό χώρο, αλλά ότι νεμόταν ως κύριος το επίδικο ακίνητο, με τον δε ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, προβάλλεται, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπέπεσε, "ταυτοχρόνως", στην από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν προσέδωσε στις αυτές ως άνω δύο βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας ..., τις οποίες έλαβε υπόψη ως βεβαιώσεις τρίτου που δεν έχουν ισχύ δημοσίου εγγράφου, τη δέουσα αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου(άρθρ.438ΚΠολΔ), άλλως του ιδιωτικού εγγράφου του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής (άρθρ 445ΚΠολΔ), άλλως της εξώδικης ομολογίας.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω της μεταξύ τους αντιφατικότητας.
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ως "πράγματα",κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.10 περ. α' ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται, όμως να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποία έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ.
α' του άρθρου 559ΚπολΔ, γιατί έλαβε υπόψη, χωρίς να έχει προταθεί, ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ήτοι ότι οι από .... και ...... βεβαιώσεις των Προέδρων της Κοινότητας ..., ότι ο Χ1 δεν καταπατεί κοινοτικό χώρο, εκδόθηκαν αναρμοδίως, και είναι ψευδείς κατά περιεχόμενο. Τα ανωτέρω, όμως, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχειρήματα νομικά, που αντλήθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, από το νόμο, ήτοι το άρθρο 88 εδ.1 του ισχύοντος το έτος 1973 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα(ν.δ.2888/1954), που αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση, ως προς την αναρμοδιότητα των προσώπων που εξέδωσαν τις ανωτέρω βεβαιώσεις, και πραγματικά, ως προς το ψευδές του περιεχομένου αυτών, που αντλήθηκαν, από το ίδιο Δικαστήριο, από τις αποδείξεις κατά την κυριαρχική του εκτίμηση.
Συνεπώς η λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 8 περ.α' του άρθρου559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, γιαυτό και οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Με το δεύτερο πρόσθετο, πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται, επικουρικώς, κατά ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 10 περ.
α' και β' ΚΠολΔ, διότι δεν εκθέτει στην απόφαση από ποία αποδεικτικά στοιχεία έχει αντλήσει το Δικαστήριο της ουσίας την απόδειξη αναφορικώς με την παραδοχή του, ως προς το ψευδές των ανωτέρω, από .... και από ..... βεβαιώσεων του Προέδρου της Κοινότητας ..., καθώς και για το ότι αυτές υφάρπασε ο πρώτος των αναιρεσειόντων "δολίως και με ηθική αυτουργία".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος: Ως προς μεν την αιτίαση, ότι δεν εκτίθεται στην πληττόμενη απόφαση από ποία αποδεικτικά στοιχεία έχει αντλήσει το Δικαστήριο της ουσίας την απόδειξη για την παραδοχή του αναφορικώς με το ψευδές των ως άνω βεβαιώσεων, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην παραδοχή του περιστατικού, που έχει ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων καταπατεί κοινοτικό χώρο και ότι δε νεμόταν ως κύριος το επίδικο ακίνητο, συνακόλουθα και για το ανακριβές των ανωτέρω βεβαιώσεων, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και δεν κατέληξε, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, χωρίς απόδειξη, όπως με το λόγο αυτό αναίρεσης προβάλλεται.
Ως προς δε την αιτίαση, ότι οι ανωτέρω βεβαιώσεις υφαρπάχθηκαν από τον πρώτο των αναιρεσειόντων "δολίως και με ηθική αυτουργία",ως απαράδεκτος, διότι οι παραδοχές αυτές δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια που εκτέθηκε, αλλά συμπεράσματα του Δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή, για να είναι παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ.
β' του ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001,λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν διέταξε αποδείξεις για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται, δηλαδή το σφάλμα της απόφασης ως προς τη διατύπωση του θέματος απόδειξης, να προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της;
ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2ΚΠολΔ, και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι αυτό έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο και το δεύτερο μέρος αναίρεσης, προβάλλεται, επικουρικώς και κατά την ορθή εκτίμησή του, η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι ψευδείς οι από ....
και από ..... βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας ..., χωρίς απόδειξη, αφού το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την 135/1997 προδικαστική απόφασή του, δεν διέταξε αποδείξεις επί των σχετικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, που υποβλήθηκαν με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και με τους οποίους αμφισβητήθηκε το τεκμήριο της αληθείας του περιεχομένου των ανωτέρω βεβαιώσεων, χωρίς όμως περαιτέρω να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αυτός αναίρεσης προτάθηκε στο Εφετείο.
Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξαιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.
Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚπολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των ....,.....,.....,...... πρακτικών συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητας ..., ως προς το αν η επίδικη έκταση διαλαμβανόταν στην ευρύτερη έκταση των 300 στρεμμάτων και ως προς την μη άσκηση πράξεων νομής επ' αυτής από την ανωτέρω Κοινότητα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς την θέση του επίδικου ακινήτου και την άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής από την Κοινότητα ...., δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αποτελεί εκτίμηση, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση τόσο των ανωτέρω εγγράφων, όσο και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως καταθέσεων μαρτύρων, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτική αξία των εν λόγω εγγράφων για τα αποδεικτέα αυτά θέματα.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια της παραμόρφωσης από το Δικαστήριο της ουσίας της 1196/1991 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, διότι με αυτήν απορρίφθηκε η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της Κοινότητας ... κατά του Ιερού Ναού ...., όχι λόγω ανέγερσης εκκλησίας με το όνομα ..., σε τεμάχιο της λίμνης ...., όπως με την πληττόμενη απόφαση έγινε δεκτό, αλλά διότι ο Ι.
Ναός έγινε κύριος με τακτική χρησικτησία. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου δεν οφείλεται σε διαγνωστικό σφάλμα της ανωτέρω 1196/1991 απόφασης, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου αυτής από το Δικαστήριο της ουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2007 αίτηση και τους από 27-3-2008 πρόσθετους λόγους των Χ1 κλπ, για αναίρεση της 212/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ