Supreme Court dismisses appeal against first-instance property ownership ruling due to sufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the final judgment of the Single District Court of Chalkida regarding property ownership. The appellant argued the lower court lacked legal basis and provided insufficient reasoning, but the court found the first-instance decision well-founded. The court determined the appellant failed to prove ownership of the disputed land, noting the defendant's long-standing possession and the appellant's reliance on their relatives' tolerance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(a) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if the judgment contains sufficient and non-contradictory reasoning on the substantive issue of property ownership.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 125 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 125/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Α. Π., θυγ. Κ. και Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαρουφαλιά Δάρρα, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. συζ. Α. Ν., θυγ. Α. και Α. Δ., 2) Α. συζ. Α. Δ., θυγ. Κ. και Ο. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ανδρέου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ταμυνέων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2015 και 22/2016 μη οριστικές, 11/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 261/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναιρεσείουσα με την με αρ.κατ. 1/7-1-2014 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων, στρεφόμενη κατά των νυν αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί εδαφικού τμήματος 46,48 τμ. Εκδόθηκαν οι α) 10/2015 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για την προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ, β) 22/2016 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για την διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης για εφαρμογή τίτλων, γ) 11/2020 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου , που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και β) 261/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ήδη αναιρεσείουσα. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός 30 ημερών από την επίδοσή της στις 29-12-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 25 του ν.4792/2021 και 49 του ν. 4963/2022). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ (πριν την τροποποίηση με το ν.5134/2024) , κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Από την τελευταία διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 2095/2009). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο των ερευνώμενων διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 19 και 560 αρ.6 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ ΑΠ 2095/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 του άρθρου 559 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 473/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας (κατ' έφεση δικάζον), αναφορικά με την κύρια αγωγική βάση περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου τμήματος από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο και δη με δωρεά από τον πατέρα της Κ. Π. δυνάμει του .../1981 συμβολαίου του τ. συμβολαιογράφου Ταμυνέων Γ. Κ., νομίμως μεταγραφέντος, δέχθηκε ότι το επίδικο δεν συμπεριλαμβάνεται στην έκταση του μεταβιβασθέντος με τον ως άνω τίτλο ακινήτου. Ειδικότερα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, πραγματικά περιστατικά : "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός του οικισμού Αγίων Αποστόλων της τοπικής κοινότητας Πετριών της δημοτικής ενότητας Δυστίων του Δήμου Κύμης-Αλιβερίου Εύβοιας. Πρόκειται για αδόμητη εδαφική λωρίδα πλάτους (4,00) μ και μήκους (11,88) μ περίπου, συνολικού εμβαδού (46,48) τ.μ.".
Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας συγκρίνοντας την αποτύπωση του επιδίκου, αλλά και όλου του μεταβιβασθέντος ακινήτου με το ανωτέρω δωρητήριο συμβόλαιο, αφενός στο συννημένο στην αγωγή από Δεκέμβριο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Σ. και του τοπογράφου μηχανικού Χ. Μ.
και αφετέρου στο τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάπτεται στην .../2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και συνέταξε ο πραγματογνώμονας Μ. Α., δέχεται ότι " Με το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα κατά κυριότητα ένα οικόπεδο μετά του εντός αυτού πεπαλαιωμένου κτίσματος εμβαδού (του οικοπέδου) (120) τ.μ.
συνορευόμενο γύρωθεν προς ανατολάς με δρόμο, προς βορρά και προς δυσμάς με Α. Γ. και προς νότο με ιδιοκτησία Ο. συζύγου Κ. Π. Στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα δεν περιλαμβάνεται η εδαφική λωρίδα (εννοείται το επίδικο) , διότι εάν περιλαμβάνετο, ως ανατολικό όριο του μεταβιβαζόμενου ακινήτου θα αναφερόταν όχι μόνον ο δρόμος, ο οποίος αναφέρεται, αλλά και η βορειότερα αυτού εκτεινόμενη ιδιοκτησία I.
και Β. Λ., αφού η επίδικη εδαφική λωρίδα συνορεύει ανατολικά με την ιδιοκτησία Λ. με πλευρά μάλιστα μήκους (2,54)μ." Απαντώντας δε η αναιρεσιβαλλόμενη στους ισχυρισμούς της ενάγουσας α) ότι κατά το χρόνο της γενομένης δωρεάς (έτος 1981), η ιδιοκτησία Λ. δε συνόρευε στην ουσία με το δωρηθέν ακίνητο, διότι εκτεινόταν βορειότερα αυτού σύμφωνα με το προσκομισθέν από αυτή από του έτους 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ.
Μ. (που περιέχεται στο φάκελο της με αριθμό 1412/1981 άδειας οικοδομής του Γραφείου Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Εύβοιας για την προσθήκη ορόφου - ισογείου και τη διενέργεια επισκευών στην ως άνω οικία της ενάγουσας) και β) ότι δεν διενήργησε οικοδομικές εργασίες επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, καθόσον της παραχωρήθηκε άτυπα και η νοτίως του δωρηθέντος ακινήτου ιδιοκτησία της μητέρας της Ο.
Π. με πρόσωπο στην παραλία, από όπου και πραγματοποιούσε πλέον την είσοδό της στο ακίνητο , αλλά και εκτιμώντας την κατάθεση του συζύγου της στο ακροατήριο ως μάρτυρα περί του ότι περί τα έτη 1991-1992 ο μανδρότοιχος Λ. ανακατασκευάστηκε και μετατοπίστηκε νοτιότερα ώστε η εν λόγω ιδιοκτησία πλησίασε την ιδιοκτησία της ενάγουσας, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι "από την επιστημονικά τεκμηριωμένη φωτοερμηνεία της με αριθμό ...
και με ημερομηνία λήψης την 23-8-1975 αεροφωτογραφίας της περιοχής του επιδίκου που έγινε από τον πραγματογνώμονα διπλ. τοπογράφο μηχανικό Μ. Α. και περιλαμβάνεται στην με αριθμό .../2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, προκύπτει ότι κατά το έτος 1975, δηλαδή προ της γενομένης δωρεάς , ο μανδρότοιχος της ιδιοκτησίας Λ.
απείχε από το βόρειο όριο του πεπαλαιωμένου κτιρίου ( τότε οικία Κ. και Ο. Π. και μετέπειτα ιδιοκτησία ενάγουσας) (1,62)μ. και όχι (4)μ, ως ανακριβώς αποτυπώνεται το από έτος 1981 τοπογραφικό Μ. Ο αρχιτέκτων μηχανικός Κ. Σ., ερμηνεύοντας την παραπάνω αεροφωτογραφία, υποδεικνύει με σχετική χειρόγραφη επισημείωση στην προσαρτώμενη στην έκθεση αεροφωτογραφία (τόξο κόκκινου χρώματος) ως νότια περίφραξη της ιδιοκτησίας Λ.
μία διαγώνιο σκιά, την οποία χαρακτηρίζει ως καγκελοπερίφραξη και διατυπώνει το συμπέρασμα ότι κατά το έτος 1975 η καγκελοπερίφραξη αυτή απείχε από το βόρειο όριο του κτίσματος Π. (4)μ. Η συγκεκριμένη κρίση, πέραν του ότι δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, αντιστρατεύεται και την κοινή λογική. Τούτο διότι η περίφραξη της ιδιοκτησίας Λ.
φαίνεται να αποτελείται από μανδρότοιχο κατά το δυτικό και ανατολικό της όριο και από κάγκελα, τοποθετημένα μάλιστα διαγωνίως, στο νότιο όριό της, γεγονός τουλάχιστον ασύνηθες. Επιπρόσθετα, η κρίση του μηχανικού Σ. περί καγκελοπερίφραξης έρχεται σε αντίθεση με την επισημείωση του μηχανικού Μ. στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1981 στο οποίο αποτυπώνει το νοτιοδυτικό όριο της ιδιοκτησίας Λ.
με την επισημείωση μάνδρα, η οποία παραπέμπει σε μανδρότοιχο και όχι σε καγκελοπερίφραξη. Ούτε όμως ο μάρτυρας απόδειξης και σύζυγος της ενάγουσας κάνει λόγο για αντικατάσταση υφιστάμενης καγκελοπερίφραξης της ιδιοκτησίας Λ. Το Δικαστήριο άγεται έτσι στην κρίση ότι το έτος 1975 η απόσταση του βορειοανατολικού ορίου του πεπαλαιωμένου κτιρίου που το έτος 1981 δωρήθηκε στην ενάγουσα και του νοτιοδυτικού ορίου της ιδιοκτησίας Λ.
ήταν (1,62)μ. Δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε επομένως μετατόπιση προς νότο του μανδρότοιχου Λ., ο οποίος διαχρονικά βρίσκεται στην ίδια θέση, δηλαδή σε απόσταση μόλις (1,55) μ από το βόρειο όριο του κτίσματος της ενάγουσας. Έτσι, εάν με το με αριθμό .../1981 συμβόλαιο είχε μεταβιβασθεί στην ενάγουσα και το επίδικο, δηλαδή εδαφική λωρίδα πλάτους (4) μ, εκτεινόμενη βορείως του υφιστάμενου παλαιού κτιρίου, θα έπρεπε να αναφέρεται ως ανατολικός συνορίτης του μεταβιβασθέντος ακινήτου όχι μόνον ο δρόμος αλλά και η ιδιοκτησία Λ., αφού η εδαφική αυτή λωρίδα συνόρευε πράγματι τότε προς ανατολάς με ιδιοκτησία Λ.
Η επίδικη ακάλυπτη εδαφική λωρίδα αποτυπώνεται ως τμήμα του δωρηθέντος στην ενάγουσα ακινήτου μόνον στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα Μ. ....η αποτύπωση αυτή είναι πλασματική, μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα και έγινε προκειμένου να εξυπηρετηθούν πολεοδομικές σκοπιμότητες. Πιο συγκεκριμένα ο Κ.
Π. δώρησε δυνάμει του παραπάνω συμβολαίου στη θυγατέρα του (ενάγουσα) οικόπεδο εμβαδού (120) τ.μ. με πεπαλαιωμένο επ' αυτού κτίσμα. Το κτίσμα που δωρήθηκε το έτος 1981 στην ενάγουσα είναι εκείνο που εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό Μ., ως αυτό έχει αναμορφωθεί με τις επισημάνσεις του πραγματογνώμονα, σκιασμένο υπό τα στοιχεία A, Β, Δ και Ε, καθώς στα εν λόγω τμήματα του οικοπέδου είχαν ανεγερθεί, ως αποδεικνύεται από την παραπάνω αεροφωτογραφία, κτίσματα που βρίσκονταν μεταξύ τους σε λειτουργική ενότητα, δηλαδή τα κτίσματα Α και Β και Δ που είναι ισοϋψή και φέρουν πλακοσκεπή, συναποτελούν δε ισόγεια οικία με στεγασμένη βεράντα ενώ το τμήμα Ε είναι το μη στεγασμένο τμήμα της ίδιας βεράντας.
Στο υπό στοιχείο Ε του άνω τοπογραφικού υφίστατο και κλίμακα δια της οποίας εξασφαλίζετο η πρόσβαση στην βορείως αυτής οικία από τον κοινοτικό δρόμο ανατολικά αυτής. Αντίθετα, το κτίσμα που φαίνεται να υφίσταται σκιασμένο υπό το στοιχείο Γ του άνω τοπογραφικού δεν τελεί σε λειτουργική ενότητα με τα παραπάνω κτίσματα, καθώς βρίσκεται στο ύψος του δαπέδου του κτίσματος Β και λίγο υψηλότερα από το ύψος του φούρνου που απεικονίζεται στο τοπογραφικό αυτό νοτίως αυτού.
Η οικοπεδική έκταση που καταλαμβάνουν τα κτίσματα αυτά ισούται με (120) τ.μ. (10 μ μήκος X 12 μ πλάτος). Το ακίνητο λοιπόν που δωρήθηκε στην ενάγουσα δεν είναι αυτό που εμφαίνεται στο τοπογραφικό Μ. υπό τα στοιχεία ΑΒΔΓ, το οποίο εμπεριέχει και ακάλυπτη εδαφική λωρίδα πλάτους (4) μ και μήκους (12) μ, διότι στην περίπτωση αυτή, θα μεταβιβαζόταν στην ενάγουσα τμήμα μόνον της οικίας χωρίς την βεράντα αυτής και την κλίμακα ανόδου,......
Ουδόλως επίσης αποδείχθηκε ότι τα κτίσματα αυτά τελούσαν μεν σε λειτουργική ενότητα πλην όμως είχαν ανεγερθεί σε χωριστά οικόπεδα, γεγονός που θα δικαιολογούσε την χωριστή τους μεταβίβαση. Αντίθετα, ως συνομολογείται από τους διαδίκους, δεν υπήρχαν συμβολαιογραφικοί τίτλοι για τα ακίνητα αυτά προ των γενομένων μεταβιβάσεων στην ενάγουσα.
Ουδόλως επίσης αναφέρεται στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς ότι μεταβιβάζεται τμήμα του πεπαλαιωμένου κτιρίου. Επομένως, η ιδιοκτησία που δωρήθηκε στην ενάγουσα από τον πατέρα της Κ. Π. το έτος 1981 είναι εκείνη που εκτείνεται στα σκιασμένα τμήματα του παραπάνω τοπογραφικού υπό τα στοιχεία A Β Δ Ε και είναι όλη καλυμμένη με την παλαιά οικία μετά της στεγασμένης και μη βεράντας αυτής.
Πλην όμως, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η ιδιοκτησία της ενάγουσας ανακριβώς εμφανίζεται στο από 1981 τοπογραφικό Μ. να περιλαμβάνει και αδόμητη εδαφική έκταση εμβαδού (48) τ.μ., διότι άλλως, εάν δηλαδή το οικόπεδο δεν είχε ακάλυπτη επιφάνεια, δεν θα εκδιδόταν οικοδομική άδεια, αφού σύμφωνα με τους όρους δόμησης που αναγράφονται και στο στέλεχος της με αριθμό 1412/1981 οικοδομικής αδείας το ποσοστό επιτρεπόμενης κάλυψης του οικοπέδου της ενάγουσας είναι (60%), ώστε θα πρέπει να υφίσταται ακάλυπτη επιφάνεια ίση με το (40%) του όλου εμβαδού του οικοπέδου, δηλαδή εμβαδού (120 τ.μ.
X 40% =48 τ.μ.), όσο δηλαδή και η έκταση της επίδικης εδαφικής λωρίδας. Περαιτέρω, μετά τη γενομένη άτυπη παραχώρηση και της νοτίως αυτής κείμενης ιδιοκτησίας Ο. Π., ολόκληρη η ιδιοκτησία της ενάγουσας είχε μήκος (15) περίπου μ και πλάτος (12) περίπου μ. και όχι μήκος (20) μέτρα και πλάτος (12) μέτρα, ως ανακριβώς, κατά τα άνω εκτιθέμενα, αποτυπώνεται στο από 1981 τοπογραφικό Μ., εκτείνετο δε με κατεύθυνση από νότο προς βορά από την παραλία έως το σημείο που βρίσκεται ο βόρειος τοίχος της πεπαλαιωμένης οικίας που απείχε από την ιδιοκτησία Λ. (1,62) μ., χωρίς να περιλαμβάνει ακάλυπτη εδαφική λωρίδα πέραν αυτού (προς βορρά δηλαδή).
Επί του ακινήτου αυτού ανεγέρθη από την ενάγουσα η υφιστάμενη σήμερα διώροφη οικοδομή που καλύπτει ολόκληρο το ακίνητο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στα συμπεράσματα της με αριθμό .../2019 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και επιπλέον επιρρωνύεται και από τη συγκριτική επισκόπηση τοπογραφικών διαγραμμάτων που συντάχθηκαν σε χρόνο ανύποπτο σε σχέση με την προκειμένη αντιδικία.
Έτσι στο από Φλεβάρη 1980 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Μ. που προσαρτάται στο από 16-9-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ο Α. Γ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως ιδιοκτησία εμβαδού (496,80) τ.μ. που συνορεύει τόσο δυτικά όσο και κατά ένα μέρος νότια με την ιδιοκτησία νυν της ενάγουσας (πρώην Κ. και Ο.
Π. - Γ.), η ιδιοκτησία της τελευταίας τοπογραφείται ως ακίνητο με νότιο όριο την παραλία μήκους (13,85) μ και πλάτους (11,50)μ και δεν φαίνεται να συνορεύει με ιδιοκτησία Λ. Σημειωτέον, ότι στο συμφωνητικό αυτό υπογράφει ως μάρτυρας και ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας πατέρας της Κ. Π.....με την υπογραφή του σε αυτό, ο Κ.
Π. συνομολογεί ότι η ιδιοκτησία που μετέπειτα απέκτησε η ενάγουσα θυγατέρα του δεν περιελάμβανε το επίδικο, διότι εάν το περιελάμβανε το μήκος της θα επεκτείνετο κατά 4 ακόμα μέτρα βορείως προσεγγίζοντας τα (20) δηλαδή μέτρα.
Περαιτέρω, στο από Μαρτίου 1987 τοπογραφικό Μ., του ίδιου δηλαδή μηχανικού που τοπογράφησε και την ιδιοκτησία της ενάγουσας, που περιλαμβάνεται στο φάκελο της με αριθμό 119/1988 οικοδομικής αδείας που χορηγήθηκε από την Υπηρεσία Πολεοδομίας Κύμης στην δεύτερη των εναγομένων Α. σύζυγο Α. Δ., ολόκληρη η ιδιοκτησία της ενάγουσας με σταθερό νότιο όριο την παραλία τοπογραφείται ως ιδιοκτησία μήκους (13,85)μ και πλάτους (11,50) μ.
Ομοίως στο από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλ. τοπογράφου μηχανικού Μ. Δ. Μ., που προσαρτάται στην με αριθμό .../2006 πράξη της συμβολαιογράφου Ταμυνέων Κ. Μ. -Γ., η ιδιοκτησία της ενάγουσας εμφαίνεται με σταθερό νότιο όριο την παραλία ως ιδιοκτησία μήκους (15,87) μ και πλάτους (11,87)μ. Διαχρονικά επομένως η επίδικη ακάλυπτη εδαφική λωρίδα δεν απεικονίζεται ως τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας.
Δεν προσκομίσθηκε άλλωστε κανένα αποδεικτικό στοιχείο (όπως για παράδειγμα τοπογραφικό διάγραμμα, ή δηλώσεις προς την φορολογική αρχή), που να ανάγεται σε χρόνο ανύποπτο προς την παρούσα αντιδικία και να αποδεικνύει το εμβαδόν της ιδιοκτησίας Ο. Π. που βρισκόταν νοτίως της ιδιοκτησίας που δωρήθηκε στην ενάγουσα από τον Κ.
Π. το έτος 1981, η οποία είχε σταθερό νότιο όριο την παραλία, ώστε να διαπιστωθεί, κατόπιν άθροισης της επιφάνειας των δύο ιδιοκτησιών (πρώην Κ. Π. και πρώην Ο. Π.), εάν το συνολικό εμβαδόν της ενιαίας πλέον ιδιοκτησίας της ενάγουσας ήταν διάφορο (μεγαλύτερο δηλαδή ώστε να περιλαμβάνει και την επίδικη εδαφική έκταση) από αυτό που διαχρονικά αναφέρεται στα παραπάνω τοπογραφικά διαγράμματα".
Κρίνοντας, έτσι, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας (κατ' έφεση δικάζοντος), του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, και δη αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα ότι το επίδικο δεν αποκτήθηκε κατά κυριότητα από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο, καθώς δεν περιλαμβάνεται στην έκταση των 120 τμ του μεταβιβασθέντος - με το .../1981 συμβόλαιο του τ.
συμβολαιογράφου Ταμυνέων Γ. Κ.- οικοπέδου στην ενάγουσα, με την αποδοχή δε αυτή δεν σημαίνει ότι το μεταβιβασθέν σε αυτή οικόπεδο είναι 73,52 τμ (=120-46,48 τμ), - όπως αβάσιμα ψέγει για αντιφατικότητα την προσβαλλομένη η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης-, αλλά η μεταβιβασθείσα με το προρρηθέν συμβόλαιο έκταση των 120 τμ βρίσκεται στην πραγματικότητα νοτιότερα από το σημείο που την τοποθετούν το τοπογραφικό διάγραμμα το συννημένο στην αγωγή, όπως και αυτό που επισυνάπτεται στην οικοδομική άδεια και πλέον (το μεταβιβασθέν) οικόπεδο μαζί με το οικοπεδικό τμήμα που νέμεται η ενάγουσα κατόπιν άτυπης παραχώρησης από την μητέρα της Ο.
συζ. Κ. Π. το γένος Γ. αποτελεί σήμερα ένα ενιαίο σύνολο διαστάσεων περίπου 16γμΧ12γμ (δηλ. 192 τμ περίπου).
Περαιτέρω, αναφορικά με την αγωγική βάση περί κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από την ενάγουσα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκαν εμφανείς υλικές πράξεις εκ μέρους της επί της λωρίδας αυτής που να προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό της και να καταδεικνύουν την βούλησή της να την εξουσιάζει διανοία κυρίου....η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν χρησιμοποιούνταν από την ενάγουσα καθώς η πρόσβαση στο ακίνητό της γινόταν διαχρονικά από την παραλία...η ενάγουσα δεν τοποθετούσε αντικείμενά της στο χώρο του επιδίκου, ούτε το φύτευε με κηπευτικά.
Η ύπαρξη δε παραθύρων και καυστήρα στο βόρειο τοίχο του κτίσματος της ενάγουσας βορείως του οποίου εκτείνεται η επίδικη εδαφική λωρίδα ουδόλως αποδεικνύει το δικαίωμα κυριότητάς της επί του επιδίκου. Τούτο διότι η διάνοιξη παραθύρων και η τοποθέτηση καυστήρα ήδη από το χρόνο ανέγερσης της οικοδομής της ενάγουσας (περί το έτος 1981) και η διατήρησή τους μέχρι και σήμερα έγινε με την ανοχή εκείνων που διαχρονικά κυρίευαν το επίδικο ως τμήμα ευρύτερης ιδιοκτησίας τους (όμορης προς την ιδιοκτησία της ενάγουσας) εμβαδού (496,80) τ.μ., δηλαδή του Α.
Γ., θείου της ενάγουσας (αδελφού της μητρός της Ο. Π. -Γ.), της Α. συζύγου Α. Δ., θυγατέρας Κ. Π. (αδελφής της ενάγουσας) και της Ο. Δ. (ανιψιάς της ενάγουσας, κόρης της αδελφής της) λόγω των στενών συγγενικών σχέσεών τους με την ενάγουσα, οι οποίες ήταν αρμονικές μέχρι την έναρξη της παρούσας αντιδικίας, ....Η ενάγουσα προέβη δε στη διάνοιξη παραθύρων και στην τοποθέτηση καυστήρα στο πλαίσιο παρακλητικής σχέσης με τους κυρίους του επιδίκου. ...τα παράθυρα που βρίσκονται στον βόρειο τοίχο του ακινήτου της ενάγουσας είναι φεγγίτες χωρίς να διαθέτουν παραθυρόφυλλα...το στέγαστρο της οικοδομής της ενάγουσας δεν προεξέχει προς την επίδικη εδαφική λωρίδα, αλλά έχει τοποθετηθεί ακριβώς στο όριο αυτής....Το επίδικο συνεπώς δεν ανήκει στην ενάγουσα κατά κυριότητα.
Η δε ιδιοκτησία της ενάγουσας εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα υπό τα στοιχεία ΕAΒΙΜΝΞΟ8ΚΛΓΔΕ και συνορεύει κατά το διάγραμμα αυτό ανατολικά σε πλευρά ΑΒΙΝ συνολικού μήκους (16,78)μ. με τσιμέντινη οδό, δυτικά σε πλευρά ΕΔΓΛΚ8ΟΞ συνολικού μήκους (16,27) με ιδιοκτησία πρώτης εναγόμενης Ο.
Δ., νότια σε πλευρά Ν Ξ μήκους (12,65)μ με χωμάτινη παραλιακή οδό και βόρεια σε πλευρά Ε Α μήκους (11,86)μ με ιδιοκτησία πρώτης εναγόμενης και εν μέρει σε πλευρά ΙΜ μήκους (0,38)μ με τσιμέντινη οδό." Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα, ούτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 974,1041 και 1045 ΑΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η με ΓΑΚ 317/ΕΑΚ30/30-1-2023 αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. προτελ. ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της αναιρεσείουσας ελλείψει σχετικού προς τούτο αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με ΓΑΚ 317/ΕΑΚ30/30-1-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της 261/22-11-2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 04 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ