Supreme Court dismisses appeal on non-legal ground regarding assignment timing and seizure validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the first-instance judgment regarding a debt seizure. The appellant argued the lower court failed to consider a claim that the debt was assigned to an agricultural cooperative before the seizure, which would have invalidated the seizure. The court rejected this because the assignment legally required funds to be deposited first, which had not occurred, rendering the assignment invalid and the seizure valid. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 982, 983, 985, 986, 987, 988 of the Code of Civil Procedure; Article 560, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground based on the lower court's failure to address an illegal claim is inadmissible if the claim was not legally admissible or had no impact on the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 125 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 125/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Μ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γαλετάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 7-1-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986, 987 και 988 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν αναγκαστικώς και χρηματικές απαιτήσεις του καθ` ου η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου, γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, εγγράφου που πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ και τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή πρόσθετα στοιχεία. Σε περίπτωση κατασχέσεως μελλούσης απαιτήσεως, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως, αφού στην περίπτωση αυτή η δήλωσή του είναι δυνατόν να είναι αρνητική ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από τη δικαιογόνο, αιτία της οφειλής.
Συνεπώς, όταν η κατάσχεση αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ' ου η κατάσχεση, τότε αναμφίβολα η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να ανταποκρίνεται και σε μεταγενέστερα της ημερομηνίας επιδόσεως δεδομένα. Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δηλώσεως, πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφ' όσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά τον χρόνο κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 825/2018).
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 982 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ εξαιρούνται από την κατάσχεση κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως τρίτου, μέχρι την κατάθεσή τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. Ο ανωτέρω Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) είναι ο ελληνικός οργανισμός πληρωμών, που συνεστήθη με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2637/1998 (ΦΕΚ Α 200/27.8.1998) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. εγκρίθηκε ως Οργανισμός Πληρωμών προσωρινά με την Υπουργική Απόφαση 379286/2.8.2001 (ΦΕΚ Β 1102/22-8-2001) και οριστικά με την Υπουργική Απόφαση 271562/1.8.2002 (ΦΕΚ 1042 Β/8-8-2001), ενώ αναγνωρίσθηκε και εγκρίθηκε και από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως Οργανισμός Πληρωμών κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής και στο Παράρτημά του (άρθρο 1 επ.
του άνω Κανονισμού). Με το άρθρο 4 παρ.1 του ν. 2732/1999 ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. μετασχηματίσθηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), ορίσθηκε όμως ότι λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Γεωργίας. Σκοπός του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιδρυτικού του νόμου 2637/1998, όπως αυτό ισχύει σήμερα μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν με το άρθρο 4 του ν. 2732/1999 (ΦΕΚ Α' 154), το άρθρο 24 του ν. 2945/2001 (ΦΕΚ Α' 223) το άρθρο 29 του ν.3147/2003 και το άρθρο 3 του ν. 3508/2006 (ΦΕΚ 249 Α') είναι η διαχείριση των πιστώσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ε.Γ.Τ.Π.Ε.), του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (Ε.Γ.Τ.Α.Α.) και του Ευρωπαϊκού Αλιευτικού Ταμείου (Ε.Α.Τ.) δυνάμει των Κανονισμών (ΕΚ) 1290/2005 και 1698/2005 του Συμβουλίου, όπως αυτοί ισχύουν, σύμφωνα με τις εκάστοτε διατάξεις της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας και η πρόληψη και η πάταξη κάθε ατασθαλίας σε βάρος των ανωτέρω πιστώσεων, όπως και η ανάκτηση τυχόν χρηματικών ποσών, που έχουν καταβληθεί παρανόμως ή αχρεωστήτως (ΑΠ 435/2022).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461, 462, και 464 έως 466 του Αστικού Κώδικα περί εκχωρήσεως απαιτήσεων, συνάγεται ότι ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη, αλλά ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.
Μετά την αναγγελία της εκχώρησης, αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του οφειλέτη με τον εκχωρητή και η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της εκχωρηθείσας απαίτησης, δικαιούμενος να εισπράξει και να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη αυτής από τον οφειλέτη (ΑΠ 1109/2020, 224/2018, ΑΠ 1093/2017).
Ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο στον εκδοχέα, ως αποκλειστικό δικαιούχο και όχι στον εκχωρητή (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 114/2008). Το δικαίωμα αυτό του εκδοχέα προς είσπραξη της απαίτησης δεν επηρεάζεται καθόλου από την τυχόν καταβολή της εκχωρηθείσας απαίτησης από τον οφειλέτη στον εκχωρητή ή τρίτο δανειστή αυτού, καθόσον μετά την τελείωση της εκχώρησης με την αναγγελία δεν υφίσταται πλέον απαίτηση του εκχωρητή και αντίστοιχη οφειλή προς αυτόν του οφειλέτη.
Τα ίδια ισχύουν και για μέλλουσα απαίτηση, εφόσον αυτή μπορεί να προσδιοριστεί κατ` είδος και οφειλέτη. Επιπλέον, από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι προϋπόθεση της νομιμότητας της εκχώρησης αποτελεί το εκχωρητό της απαίτησης που μεταβιβάζεται, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν ο νόμος ορίζει περί του αντιθέτου (ΟλΑΠ 158/1969).
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 464 ΑΚ οι ακατάσχετες απαιτήσεις, όπως είναι, κατά τα ανωτέρω, οι κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., είναι και ανεκχώρητες, η εκχώρηση δε ακατάσχετης απαίτησης είναι απόλυτα άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Κατ` εξαίρεση, είναι δυνατή η, με σύμβαση μεταξύ του δικαιούχου κοινοτικής επιδότησης και δανειοδότριας Τράπεζας, εκχώρηση δόσης κοινοτικής χρηματοδότησης για την εξασφάλιση της τελευταίας (δανείστριας Τράπεζας), στην περίπτωση που ο πρώτος (επιδοτούμενος εκχωρητής) έχει δανειοδοτηθεί αποκλειστικά και μόνον έναντι αναμενόμενης επιδότησης, προκειμένου διά του δανείου να εκτελέσει ταχύτερα το επιδοτούμενο έργο, καθόσον στην περίπτωση αυτή καθόλου δεν ματαιώνεται ή αναιρείται ο σκοπός της κοινοτικής πολιτικής, αλλά αντίθετα διευκολύνεται η ολοκλήρωση του τελευταίου, ενώ ακόμη πρέπει να λεχθεί ότι για την ολοκλήρωση της εκχώρησης της απαίτησης - επιδότησης αρκεί η αναγγελία στην Αρχή που είναι αρμόδια για την αναγνώριση, εκκαθάριση και διαχείριση της επιδότησης, χωρίς ν` απαιτείται η αναγγελία στην Κοινότητα (ΑΠ 14/1993).
Όμως, αν η εκχώρηση της κοινοτικής επιδότησης γίνει σε Τράπεζα, με σκοπό να εξασφαλιστεί προγενέστερη απαίτηση αυτής κατά του δικαιούχου, χωρίς τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν και σε κάθε περίπτωση οδηγεί σε καταστρατήγηση του σκοπού αυτής (επιδότησης), είναι άκυρη η εκχώρηση) αφού αντίκειται στις ως άνω απαγορευτικές διατάξεις και δη στη διάταξη του άρθρου 464 ΑΚ και συνεπώς θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τα άρθρα 174, 175 εδ.
α` και 180 ΑΚ (ΑΠ 433/2020). Την ακυρότητα αυτή, η οποία είναι απόλυτη και τάσσεται υπέρ παντός, δηλαδή υπέρ του δημοσίου (κοινοτικού) συμφέροντος, μπορεί να προτείνει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και να ζητήσει την αναγνώριση αυτής και απόδοση του προϊόντος της, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (904 επ.
ΑΚ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 433/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος (αναιρεσίβλητος) διατηρούσε κατά του Δ.
Μ. απαίτηση συνολικού ποσού 22.601,97 ευρώ, προερχομένη από τις με αριθμ. ..., ... και ... διαταγές πληρωμής της Ειρηνοδίκη Μεσολογγίου με τις οποίες υποχρεώθηκε ο Δ. Μ. να καταβάλει στον ανακόπτοντα το ποσό των 30.869 ευρώ για κεφάλαιο, πλέον δικαστικών εξόδων και τόκων. Ακριβές αντίγραφο εκ του με αριθμ. ... πρώτου απογράφου της με αριθμ. ...
ως άνω διαταγής πληρωμής με την από 7-10-2013 επιταγή προς πληρωμή επέδωσε αυθημερόν ο ανακόπτων στον καθ' ου η διαταγή πληρωμής, ορίζοντας αντίκλητο και δεκτικό καταβολής τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ομοίως στις 16-12-2013 επέδωσε σ' αυτόν ακριβές αντίγραφο της εκ του με αριθμ. ... πρώτου απογράφου της με αριθμ. ...
ως άνω διαταγή πληρωμής με την από 16-12-2013 επιταγή προς πληρωμή και στις 14-10-2014 του επέδωσε ακριβές αντίγραφο εκ του με αριθμ. ... πρώτου απογράφου της με αριθμ. ... άνω διαταγής πληρωμής με την από 14-10-2013 επιταγή προς πληρωμή, ορίζοντας αντίκλητο και δεκτικό καταβολής τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Δυνάμει των από 1-11-2013 και 20-12-2013 κατασχέσεων που επέβαλλε κατά του οφειλέτη του στα χέρια της "...
ΤΡΑΠΕΖΑΣ" εξοφλήθηκε μερικώς η απαίτηση του ανακόπτοντος και παρέμεινε ανεξόφλητο το ποσό των 22.601,97 ευρώ. Γι' αυτό το λόγο ο τελευταίος επέβαλε με το από 20-10-2014 κατασχετήριο στις 10-11-2014 κατάσχεση κατά του οφειλέτη του στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) τραπεζικής εταιρίας ως τρίτης, στο οποίο προσδιοριζόταν ρητά ότι η κατάσχεση αφορούσε και κάθε μελλοντική απαίτηση του οφειλέτη του.
Ακολούθως, η καθ'ης ανακοπή προέβη εμπρόθεσμα στις υπ' αριθμ. ... και ... αρνητικές δηλώσεις όπου δήλωσε μεταξύ άλλων, ότι στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό καταθέσεων, που διατηρεί σε κατάστημά της ο καθ'ου η κατάσχεση, ".... Δεν υφίσταται η απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε κατάσχεση συνολικού ποσού 22.601,97 ευρώ" και συμπληρωματικά δηλώνει ότι "στον υπ' αριθμ. ...
ατομικό λογαριασμό καταθέσεων στο κατάστημα … στις 12-11-2014 έγινε κατάθεση του ποσού των 19.013,36 ευρώ εκ των οποίων 13.713,42 ευρώ δεσμεύτηκαν υπέρ Δ.Ο.Υ Μεσολογγίου δυνάμει της από 10-2-2014 κατάσχεσης που επιβλήθηκε στον καθ' ου, υπολειπομένου του ποσού των 5.299,94 ευρώ. Η κατάθεση έγινε από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ωστόσο η απαίτηση αυτή δεν ανήκει στον καθ' ου Μ.
Δ. λόγω προγενέστερης της κατάσχεσης εκχώρησης που έλαβε χώρα στις 15-10-2014 μεταξύ του καθ' ου Μ. Δ. και του Αγροτικού Συνεταιρισμού Επεξεργασίας και Εμπορίας Αγροτικών Προϊόντων Παραγωγών Αγρινίου και η οποία κοινοποιήθηκε στην ... στις 17-10-2014.
Συνεπώς δικαιούχος του υπολοίπου ποσού των 5.299,94 ευρώ είναι ο εκδοχέας Αγροτικός Συνεταιρισμός Επεξεργασίας και Εμπορίας Αγροτικών Προϊόντων Παραγωγών Αγρίνιου". Έτσι η καθ'ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα προέβη σε απόδοση του ποσού των 5.299,94 ευρώ, που καλύπτει ένα μέρος της κατασχεθείσας απαίτησης στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Αγρινίου.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 982 παρ.2 περ. ε ΚΠολΔ και 464 ΑΚ συνάγεται ότι η εκχωρούμενη απαίτηση ήταν στα χέρια του ΟΠΕΚΕΠΕ και ως εκ τούτου ήταν ακατάσχετη και άρα ανεκχώρητη. Η περί ακατασχέτου ειδικώς στα χέρια του ΟΠΕΚΕΠΕ κοινοτικών ενισχύσεων ή επιδοτήσεων διάταξη ετέθη προς το συμφέρον του Οργανισμού αυτού αλλά και του δημοσίου συμφέροντος (βλ.
άρθρο 3, ιδρυτικός νόμος 2637/1998, ως ισχύει σήμερα), ως διαχειριστή των πιστώσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων-Τμήμα Εγγυήσεων, αρμόδιο πλην άλλων για τις πληρωμές (άρθρο 14 του ως άνω ιδρυτικού νόμου). Η παρά την από το νόμο προβλεπόμενη απαγόρευση κατάσχεσης στα χέρια του ΟΠΕΚΕΠΕ απαιτήσεων προερχομένων από κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις είναι άκυρη, όπως εξάλλου και η εκχώρησή της.
Ακολούθως, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι στον λογαριασμό του καθ' ου η κατάσχεση έγινε κατάθεση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 12-11-2014 δηλαδή δύο μέρες μετά την επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια της καθ' ης η ανακοπής και ήδη εκκαλούσας από τον ανακόπτοντα και ήδη εφεσίβλητο που έλαβε χώρα στις 10-11-2014.
Είχε βέβαια προηγηθεί η σύμβαση εκχώρησης στις 15-10-2014 με την οποία ο καθ' ου η κατάσχεση είχε εκχωρήσει τα δικαιώματά του από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στον αγροτικό συνεταιρισμό, η οποία και κοινοποιήθηκε στην καθ' ης η ανακοπή στις 17-10-2014 με επιμέλεια του εκδοχέα σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου Δ.
Θ..
Συνεπώς κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η σύμβαση εκχώρησης αλλά και η αναγγελία αυτής στην καθ' ης τραπεζική εταιρία, η εκχωρούμενη απαίτηση ήταν στα χέρια του ΟΠΕΚΕΠΕ και όχι στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου και άρα η εκχώρηση ήταν απολύτως άκυρη σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα. Σημειωτέον ότι κατάσχονται οι κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ μόνο όταν κατατεθούν σε τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων, οπότε χάνουν την ιδιότητά τους ως ενισχύσεων και αποτελούν κατασχετή τραπεζική κατάθεση ....
Επίσης, εφόσον δηλαδή η κατάσχεση αφορούσε και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ' ου η κατάσχεση, οι απαιτήσεις που εμφανίσθηκαν μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης της τράπεζας θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά τον χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου".
Με τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου που δίκασε ως Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως, έκανε δεκτή την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την καθ'ης η ανακοπή- αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ανακόπτοντα- αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.299,94 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. ε ΚΠολΔ και 464 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 174 και 175 του ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, καθόσον, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο καθ' ου η εκτέλεση (στον τραπεζικό λογαριασμό του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση από τον αναιρεσίβλητο) προέβη σε εκχώρηση της απαίτησής του έναντι της αναιρεσείουσας Τράπεζας προς τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Επεξεργασίας και Εμπορίας Αγροτικών Προϊόντων Παραγωγών Αγρίνιου, καθ' ον χρόνο η σχετική επιδότηση που ανέμενε, βρίσκονταν στον λογαριασμό του ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν είχε κατατεθεί στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην αναιρεσείουσα, και συνεπώς η ένδικη εκχώρηση ήταν άκυρη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές:
α) ότι στις 15-10-2014 ο καθ' ου η κατάσχεση είχε εκχωρήσει τα δικαιώματά του από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στον αγροτικό συνεταιρισμό, β) ότι στις 10-11-2014 επιβλήθηκε κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπής και ήδη αναιρεσείουσας από τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στον λογαριασμό του καθ' ου η κατάσχεση και αφορούσε και τις μέλλουσες απαιτήσεις του τελευταίου έναντι της Τράπεζας γ) ότι στις 12-11-2014 έγινε κατάθεση στον λογαριασμό του καθ' ου η κατάσχεση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ του ποσού της επιδότησης που αυτός δικαιούνταν, δηλαδή δύο μέρες μετά την επιβολή της κατάσχεσης από τον αναιρεσίβλητο στα χέρια της αναιρεσείουσας, δ) ότι η δήλωση στην οποία προέβη κατ' άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα στις 12-11-2014, στα χέρια της οποίας ως τρίτης είχε επιβληθεί από τον αναιρεσίβλητο κατάσχεση σε κάθε απαίτηση του καθ' ου η κατάσχεση έναντι αυτής, χωρίς να συμπεριλάβει το ποσό της επιδότησης αυτού που είχε καταθέσει ο ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν ανειλικρινής, με αποτέλεσμα να καθίσταται η αναιρεσείουσα υπόχρεη σε αποζημίωση του κατασχόντος αναιρεσιβλήτου.
Το γεγονός ότι η εκχώρηση εκ μέρους του καθ' ου η εκτέλεση της απαίτησής του έναντι της αναιρεσείουσας έγινε προς τον Αγροτικό Συνεταιρισμό, ουδεμία ασκεί επιρροή, καθόσον στις προαναφερόμενες διατάξεις που καθιερώνουν το ακατάσχετο και συνακόλουθα το ανεκχώρητο των σχετικών επιδοτήσεων δεν υπεισέρχονται κριτήρια σκοπιμότητας ή άλλες εξαιρέσεις, τυχόν δε εκδοχή ότι η εκχώρηση αυτή θα ενεργοποιείτο μετά την κατάθεση του ποσού της επιδότησης στον Τραπεζικό του λογαριασμό, θα είχε ως συνέπεια την καταστρατήγηση των σχετικών διατάξεων που απαγορεύουν την επιβολή κατάσχεσης εις χείρας του ΟΠΕΚΕΠΕ και συνακόλουθα την εκχώρηση των χορηγουμένων στους αγρότες επιδοτήσεων.
Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μόνο κατ` εξαίρεση είναι δυνατή η, με σύμβαση μεταξύ του δικαιούχου κοινοτικής επιδότησης και δανειοδότριας Τράπεζας, εκχώρηση δόσης κοινοτικής χρηματοδότησης για την εξασφάλιση της τελευταίας (δανείστριας Τράπεζας), στην περίπτωση που ο πρώτος (επιδοτούμενος εκχωρητής) έχει δανειοδοτηθεί αποκλειστικά και μόνον έναντι αναμενόμενης επιδότησης, προκειμένου διά του δανείου να εκτελέσει ταχύτερα το επιδοτούμενο έργο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ζητήματα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 (αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 8) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Εξάλλου, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 99/2017, ΑΠ 321/2009). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που είχε προτείνει νόμιμα στο Εφετείο, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι η εκχώρηση έγινε από τον καθ' ου η κατάσχεση προς τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Επεξεργασίας και Εμπορίας Αγροτικών Προϊόντων Παραγωγών Αγρίνιου έναντι της αναιρεσείουσας και εσφαλμένα δέχθηκε ότι η εκχώρηση έγινε από τον καθ' ου η κατάσχεση μόνον έναντι του ΟΠΕΚΕΠΕ, ήτοι ότι έλαβαν χώρα δύο εκχωρήσεις, εκ των οποίων η έναντι της ΕΤΕ εκχώρηση της απαίτησης του καθ' ου η κατάσχεση προς τον Αγροτικό συνεταιρισμό δεν έπασχε ακυρότητας.
Όμως, ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, καθόσον, σε κάθε περίπτωση, η εκχώρηση της απαίτησης του καθ' ου η κατάσχεση μπορούσε να λάβει χώρα μόνον μετά την κατάθεση του ποσού της επιδότησης από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στον τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου, πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση η μεν εκχώρηση προηγήθηκε της γενομένης κατάθεσης της επιδότησης, ενώ πριν την κατάθεση του ποσού της επιδότησης είχε επιβληθεί κατάσχεση στα χέρια της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο, και ως εκ τούτου, αυτή δεν εδικαιούτο να καταβάλει το σχετικό ποσό προς τον Αγροτικό συνεταιρισμό.
Συνεπώς, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, με την παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στον παραπάνω μη νόμιμο ισχυρισμό και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-2-2018 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ` αριθ. 10/2018 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ