Legislator Case Law & Legislation
125/2020 AI generated

125/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 125/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

125/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο και τους ΟΤΑ, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 303/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 261 § 1 εδ. α' ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 § 1 και 221 § 1 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 125 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 125/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεολόγο Ιωσηφίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12842/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 715/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-5-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, ο Ν. 2362/1995 (Δημόσιο Λογιστικό), ο οποίος καταργήθηκε από τον ισχύοντα από 1-1-2015 Ν. 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης -εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό) όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 § 1 και 91 εδ. α' (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 § 1, 141 Ν. 4270/2014) τα ακόλουθα: α) Το άρθρο 90 § 1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β) το άρθρο 91 εδ.

α': "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όσον αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, τόσον το προϊσχύσαν ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όσον και ο ισχύων Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) αντιστοίχως στα άρθρα 304 εδ.

α', β' και 276 § 2 ορίζουν με ίδιες διατάξεις, ότι "Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά των Δήμων παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως.

Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο και τους ΟΤΑ, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 303/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 261 § 1 εδ. α' ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 § 1 και 221 § 1 ΚΠολΔ.

Εξάλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.

Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.

Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής κατά του πραγματικού υποχρέου, ενώ η άσκηση αγωγής κατά προσώπου που δεν είναι υπόχρεο δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής υπέρ του δικαιούχου. Τέλος, κατ' άρθρο 94 § 4 στοιχ. 16 Ν. 3852/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης), στο άρθρο 75 § 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων προστίθενται αρμοδιότητες "...16.

Η μίσθωση ακινήτων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων, η στέγαση και συστέγαση αυτών και σε περίπτωση συστέγασης ο καθορισμός της αποκλειστικής χρήσης ορισμένων χώρων του διδακτηρίου, από κάθε σχολική μονάδα, καθώς και της κοινής χρήσης των υπολοίπων χώρων και των ωρών λειτουργίας της κάθε συστεγαζόμενης σχολικής μονάδας".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με την §2 περ. γ' εδ. α' του άρθρου 283 ίδ.ν. η οποία ορίζει ότι "Οι δήμοι και οι περιφέρειες υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε πάσης φύσεως υποχρεώσεις και δικαιώματα, εξαιρουμένων των εμπραγμάτων, που βάσει διατάξεων νόμων και κανονιστικών πράξεων συνδέονται με αρμοδιότητες που μεταφέρονται σε αυτούς", συνάγεται ότι α) από τη θέση σε ισχύ του Ν. 3852/2010, ήτοι την 1-1-2011 (άρθρ. 285) αποκλειστικά αρμόδιοι για τη μίσθωση ακινήτων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων είναι οι κατά τόπους δήμοι, β) ως προς τις ήδη συναφθείσες συμβάσεις μισθώσεως με το ως άνω αντικείμενο επέρχεται εφεξής διαδοχή ex lege ως προς το πρόσωπο του μισθωτή, ο οποίος πλέον είναι ο ΟΤΑ Α' βαθμού, στην περιφέρεια του οποίου κείται το ακίνητο, το οποίο στεγάζει σχολική μονάδα και γ) ως προς τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις επέρχεται ex lege αναδοχή χρέους από το Δήμο, με την έννοια του άρθρου 471 ΑΚ.

Συνεπώς, μισθωτική αγωγή σχολικού κτιρίου από τον εκμισθωτή μετά την 1-1-2011 ασκείται νομίμως μόνο κατά του δήμου στην περιφέρεια του οποίου κείται το ακίνητο, το οποίο στεγάζει τη σχολική μονάδα, εγειρόμενη δε κατά του αρχικού μισθωτή, ασκείται κατά μη πραγματικού υποχρέου, αφού κατά γενική αρχή του δικαίου άγνοια νόμου δεν επιτρέπεται και επομένως, η αγωγή αυτή δεν διακόπτει, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, την παραγραφή υπέρ του πραγματικού υποχρέου Δήμου ως εξ lege διαδόχου του αρχικού μισθωτή νομικού προσώπου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσίβλητη άσκησε αρχικά την από 10-11-2008 αγωγή κατά του ν.π.δ.δ. "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης" (ΝΑΘ) με την οποία ισχυρίστηκε ότι μίσθωσε ακίνητό της στο εναγόμενο για να το χρησιμοποιήσει ως σχολείο και ζήτησε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού να της καταβάλει τα μισθώματα από 1-9-2007 έως 12-9-2008 που η τελευταία έκανε χρήση του μισθίου με άκυρη σύμβαση.

Η αγωγή έγινε δεκτή πρωτοδίκως και μετά από έφεση του ν.π.δ.δ. "Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας" ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος εναγομένου, το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 1510/2011 απόφασή του έκρινε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού τα μισθώματα από 1-9-2007 έως 25-10-2007 γιατί έκανε χρήση του μισθίου χωρίς έγκυρη σύμβαση και την απέρριψε για το μετέπειτα αιτούμενο χρονικό διάστημα με την αιτιολογία ότι έκτοτε υπήρχε έγκυρη σύμβαση μισθώσεως.

Στη συνέχεια, η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 5-6-2012 (αρ. κατάθ. 19904/21-6-2012) αγωγή, την οποία έστρεψε κατά του ν.π.δ.δ. "Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας" (εκ του νόμου καθολικού διαδόχου της ΝΑΘ) και επικαλούμενη το από 25-10-2007 έγκυρο μισθωτήριο συμβόλαιο του ακινήτου στη ΝΑΘ ως σχολείο ζήτησε την καταβολή των καθυστερούμενων μισθωμάτων από 25-10-2007 έως 12-9-2008.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 25494/2013 απέρριψε τελεσίδικα την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη γιατί ήδη πριν την άσκηση της αγωγής είχε επέλθει με το Ν. 3852/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης) στερητική αναδοχή χρέους και ως προς τις επίδικες οφειλές οφειλέτης έκτοτε ήταν ο Δήμος ... (από 1-1-2011). Τέλος, η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη άσκησε την υπό κρίση από 9-4-2014 αγωγή κατά του αναιρεσείοντος με το ίδιο περιεχόμενο όπως και η προηγούμενη, την οποία και επέδωσε σ' αυτόν στις 3-9-2014.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την αγωγή κατ' αποδοχή της ενστάσεως της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 90 § 1 Ν. 2362/ 1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" που εφαρμόζεται και επί των ΟΤΑ. Κατ' έφεση δε της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία επί του κρίσιμου ζητήματος της παραγραφής της επίδικης αξιώσεως, δεχόμενη το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις "...δεν υπέκυψαν στην προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 90 § 1 του ν. 2362/1995 πενταετή παραγραφή, όπως αβασίμως ο εναγόμενος διατείνεται.

Η αρξαμένη παραγραφή, από το τέλος των οικονομικών ετών εντός των οποίων γεννήθηκαν οι αξιώσεις της ενάγουσας (31-12-2007 για τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 25-10-2007 έως 31-12-2007 και 31-12-2008 για τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 12-9-2008) διεκόπη με την άσκηση της προγενέστερης υπ' αριθμ. 19904/21-6-2012 αγωγής και έκτοτε άρχισε νέα πενταετής παραγραφή η οποία διεκόπη με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής".

Και μετά ταύτα, εξαφάνισε την πρωτόδικη και δικάζοντας κατ' ουσίαν δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ως μισθώματα το εκεί αναφερόμενο χρηματικό ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 263 ΑΚ περί διακοπής της παραγραφής, ενώ, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν έπρεπε να το εφαρμόσει.

Και τούτο διότι, όπως και το ίδιο δέχθηκε, η μνημονευόμενη διακοπτική της παραγραφής υπ' αριθμ. 19904/21-6-2012 αγωγή ασκήθηκε κατά νομικού προσώπου μη υποχρέου, αφού ήδη από 1-1-2011 ήτοι σε χρονικό σημείο προγενέστερο της εγέρσεως της αγωγής αυτής, με το άρθρο 94 § 4 στοιχ. 16 Ν. 3852/2010 είχε επέλθει ex lege στερητική αναδοχή χρέους ως προς τις οφειλές του μισθωτή, οφειλέτης των οποίων κατέστη εξ ολοκλήρου έκτοτε ο αναιρεσείων Δήμος ..., στον οποίο η αγωγή εκείνη δεν επιδόθηκε.

Έπρεπε στην περίπτωση αυτή που μεσολάβησε νόμιμη ειδική διαδοχή, η αγωγή να ασκηθεί κατά του πραγματικού υποχρέου Δήμου .... Επομένως, η υπό κρίση αγωγή δεν αποτελεί επανέγερση της προηγούμενης, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΑΚ, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα των διαδίκων, και δεν διακόπτει την παραγραφή. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, μη ερευνουμένων των λοιπών (λόγων), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση αυτών.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί από το Τμήμα τούτο. Δεδομένου δε του ότι οι ένδικες αξιώσεις (μισθώματα) αφορούν την περίοδο από 25-10-2007 έως 12-9-2008 και βάσει των διατάξεων των άρθρων 90 § 1, 91 εδ.

α' Ν. 2362/1995 και 276 § 2 Ν. 3463/2006 υπόκεινται σε παραγραφή, μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως, ήτοι από 31-12-2007 και 31-12-2008 αντίστοιχα, η παραγραφή δε αυτή δεν διακόπηκε ούτε με την από 10-11-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας, η οποία είχε ως μοναδική βάση της τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άρα η αξίωσή της με βάση τη μισθωτική σύμβαση δεν κατέστη επίδικη με την ως άνω αγωγή, ούτε με την από 5-6-2012 αγωγή καθότι ασκήθηκε κατά μη υποχρέου νομικού προσώπου και δεν διέκοψε την παραγραφή της ένδικης αξίωσης, και μέχρι την έγερση της παρούσας αγωγής που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 3-9-2014 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της 5ετίας, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, γενομένης δεκτής ως κατ' ουσία βάσιμης της προβληθείσας από τον εναγόμενο Δήμο ενστάσεως παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης (και λόγος εφέσεως) εκ του άρθρου 251 ΑΚ, περί νομικής αδυναμίας άσκησης της αγωγής της κατά του αναιρεσείοντος μέχρι την 1-1-2011 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού αυτή, από τότε που γεννήθηκε η αξίωσή της ουδέποτε στερήθηκε της δυνατότητας δικαστικής της επιδίωξης. Εφόσον δε το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ομοίως αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί η έφεση στην ουσία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλομΑΠ 13/2004, ΑΠ 1590/2008, ΑΠ 143/2008, ΑΠ 709/2013). Επομένως, το αίτημα επαναφοράς που υποβάλλεται με τις προτάσεις που κατατίθενται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου κατά την ημέρα συζήτησης της αναίρεσης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων υποβάλλει με τις προτάσεις του, που κατέθεσε την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης (5-4-2019, βλ. επισημ. γραμματέως), αίτημα επαναφοράς πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Συνεπώς τούτο, μη υποβαλλόμενο παραδεκτά, έως την παραμονή της συζήτησης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένα κατά το μέτρο που ορίζει η διάταξη του άρθρου 281 § 2 ΚΔ&Κ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 715/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 901/19-5-2016 έφεση.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς. Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ