Legislator Case Law & Legislation
125/2018 AI generated

125/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 125/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

125/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαστήριο της ουσίας δεν αποκλείεται να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 125 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 125/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ., κατοίκου ... και 2 ) Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Λυκουρέζο.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλαμούτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2008 αγωγή του Γεωργίου Κολλάρου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3725/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 5738/2013 μη οριστική και 1301/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς κρίση η από 1-6-2017 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1301/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εκρίθη υπόθεση περί καταβολής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω αδικοπραξίας. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 10-9-2009 έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθ. 3725/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 5-8-2008 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Γ. Κ. του Α., στην θέση του οποίου υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος, ως νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος του, και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 202.494,4 ευρώ για την θετική ζημία που υπέστη ο ενάγων- αναιρεσίβλητος και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, καθώς επίσης απηγγέλθη εις βάρος των αναιρεσειόντων προσωπική κράτηση διάρκειας έξι (6) μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθή νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς τους λόγους αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθ' ενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του.

Το δικαστήριο της ουσίας δεν αποκλείεται να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφ' όσον μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 895/2011).

Ειδικώς, όταν πρόκειται περί αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 808/2017, 806/2017, ΑΠ 213/2014).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως - αναφορικώς προς τον ισχυρισμό τους ότι δεν εξαπάτησαν τον Γ. Κ. και δεν προσπόρισαν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, παριστώντας σε αυτόν ψευδή γεγονότα ως αληθή, βάσει των οποίων παραπλανήθηκε και τους παρέδωσε τα χρήματά του - αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη του, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπ' όψη του, μεταξύ άλλων εγγράφων, και την επικληθείσα νομίμως και προσκομισθείσα από αυτούς υπ' αριθ. 2893/ 2013 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εκηρύχθησαν αθώοι οι αναιρεσείοντες της αποδιδομένης σε αυτούς πράξεως, και δη της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και συνήθεια, άνω των 30.000 ευρώ.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, στο συμπέρασμά του - περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι (εναγόμενοι) με ψευδείς παραστάσεις έπεισαν τον Γ. Κ. να τους καταβάλει τμηματικώς το προαναφερθέν συνολικό χρηματικό ποσόν, βλάπτοντας κατ' αυτό τον τρόπο την περιουσία τούτου με αντίστοιχη ισόποση ιδική τους ωφέλεια-κατέληξε σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπ' όψη και όλα τα έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο και κατά την τακτική διαδικασία είτε αυτοτελώς ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από την γενική όμως αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη και την προαναφερθείσα υπ` αριθ. 2893/ 2013 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εφ' όσον δεν προβαίνει σε καμιά αναφορά ή σχολιασμό αυτής, όπως προέβη για άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, περί της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς (απάτης) των εναγομένων- αναιρεσειόντων.

Παρά το γεγονός ότι το Εφετείο, δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό και συμπέρασμα της ποινικής αποφάσεως και ηδύνατο να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο με την τελευταία πόρισμα, εν όψει της σοβαρότητος τού εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, έπρεπε να το αντικρούσει, δοθέντος επί πλέον του ότι το ίδιο δικαστήριο, με προεκδοθείσα απόφασή του είχε αναβάλλει την συζήτηση της εφέσεως μέχρις αμετακλήτου περατώσεως εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, η οποία είχε ανοίξει με την από 26-4-2005 έγκληση του αρχικώς ενάγοντος εις βάρος των αναιρεσειόντων για την ανωτέρω εγκληματική πράξη.

Την ως άνω ποινική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (βλ. σελ. 41 των προτάσεων αυτών) είχαν επικαλεσθή αυτοί και προσκομίσει νομίμως και παραδεκτώς, κατά την διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠολΔ για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθ` όσον αυτή εξεδόθη, όπως εξ αυτής προκύπτει, την 28-6-2013, δηλαδή μετά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Επομένως, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του πρώτου λόγου αυτής, που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που καταθέσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 1301/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξεδόθη κατά την τακτική διαδικασία.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Διατάσσει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο, που αυτοί κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ