125/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated125/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 5-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 125 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 125/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Νομική Σύμβουλο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Αθανασούλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας και συνεκδικάστηκε με την από 6-3-2013 κατατεθείσα διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2013 μη οριστική και 5/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 5-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 111 ΑΚ, που αναφέρεται σε ίδρυμα, "ύστερα από αίτηση του ιδρυτή το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την ανάκληση της ιδρυτικής πράξης: 1. επειδή επακολούθησε απορία του ιδρυτή 2. για σπουδαίους λόγους που δικαιολογούν την ανάκληση. Μετά την έκδοση του διατάγματος δεν επιτρέπεται αίτηση για ανάκληση".
Από τη διάταξη αυτή συνάγονται τα εξής: α) η ιδρυτική πράξη κοινωφελούς ιδρύματος δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε ανάκληση, ολική ή μερική, παρά μόνο για τους περιοριστικά προαναφερόμενους δύο λόγους, β) η δήλωση βούλησης του ιδρυτή για την ανάκληση δεν υπόκειται μεν σε κάποιον τύπο, πλην όμως η ανάκληση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι θα την επιτρέψει το δικαστήριο και γ) η σχετική αίτηση ανάκλησης πρέπει να υποβληθεί πριν από την έκδοση του κατ’ άρθρ. 108 ΑΚ διατάγματος, με το οποίο εγκρίνεται η σύσταση του ιδρύματος (ΑΠ 860/1999, ΑΠ 386/1981).
Περαιτέρω, η έννοια της επιγενόμενης απορίας του ιδρυτή (1η πιο πάνω περίπτωση) δεν δίνεται στο νόμο και κρίνεται από το δικαστήριο σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Δεν απαιτείται να είναι παρούσα αλλά μπορεί να είναι και επικείμενη. Πρέπει να οφείλεται σε περιστατικά που είναι άσχετα με την ιδρυτική πράξη, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας του ιδρυτή.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 14, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη 5/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 121 ΕισΝΑΚ), παρά το νόμο, δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, την ένδικη, από 27-2-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...18-2-2013, αίτηση του αναιρεσιβλήτου (με την οποία ζήτησε να του επιτραπεί να ανακαλέσει τις αναφερόμενες δύο συμβολαιογραφικές πράξεις, συστατικές του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Α.
Δ. Χ."), αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος του τελευταίου που ασκήθηκε με αυτή. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, ο οποίος, να σημειωθεί, νομιμοποιείται να ασκήσει το υπό κρίση ένδικο μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 12 του ν. 4223/2013, με το οποίο αντικαταστάθηκε το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 82 παρ. 1 του ν. 4182/2013 "ΚΩΔΙΚΑΣ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ..." (ΦΕΚ/Α/185/10-9-2013), που κατάργησε τον αν.ν. 2039/1939 και ισχύει, ως προς τις διατάξεις που ενδιαφέρουν εδώ (άρθρ. 1 παρ. 1-4, 2 παρ. 3α, 8, 69 παρ. 1, περ.
α’ και δ’ , 82 παρ. 8α και 9 ν. 4182/2013), από 11-11-2013 (άρθρ. 102 αυτού), υποστηρίζει ότι, αν και ο αναιρεσίβλητος, που επικαλέστηκε επιγενόμενη απορία του για να του επιτραπεί να ανακαλέσει τις ιδρυτικές πράξεις, ανέφερε, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού, ότι τα υπόλοιπα ακίνητά του, πέραν εκείνων που εισέφερε ως περιουσία για τη σύσταση του ιδρύματος, απαιτούν "ρευστό" για τη συντήρησή τους, εξαιτίας και της (πρόσφατης και αιφνίδιας) αυξημένης φορολογίας των ακινήτων που τον βαρύνει υπέρμετρα, εν τούτοις, δεν προσδιόρισε ποία είναι αυτή η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του, ενώ η μεταβίβαση των ακινήτων που προόριζε ως περιουσία του ιδρύματος θα τον απάλλασσε από τα φορολογικά τους βάρη, με συνέπεια η αίτησή του να είναι και αλυσιτελής, όπως ο ίδιος (αναιρεσείων) είχε προτείνει με σχετικό λόγο της από 11-4-2013 έφεσής του κατά της πρωτόδικης 33/2013 απόφασης του τότε αρμόδιου καθ’ ύλην - μέχρι 1/3/2013 - Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας (άρθρ. 740 παρ. 1 ΚΠολΔ, 1α ν. 4077/2012, 9 παρ. 4 ν. 4138/2013 και 3 παρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του ν. 4055/2012 και, ακολούθως, καταργήθηκε, από 1-1-2016, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 6 του ν. 4335/2015) που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο την αίτηση και απορρίπτοντας την παρέμβαση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατ’ άρθρ. 126 παρ. 1 αν.ν. 2039/1939.
Τα παραπάνω, όμως, δεν ανάγονται στη νομική αοριστία της αίτησης, ούτε συνιστούν απαραίτητα στοιχεία, κατ’ άρθρ. 111 παρ. 2, 118, 216 και 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, του ορισμένου της υπό κρίση αίτησης αλλά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί και στον αριθμό 8 του πιο πάνω άρθρου, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, γιατί δεν ιδρύεται στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα (άρθρ. 744 ΚΠολΔ), όπως θα εκτεθεί παρακάτω, που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της δικαιοδοσίας αυτής (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007).
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, και με την αντίθετη εκδοχή (ΑΠ 2270/2014), είναι, επίσης, απαράδεκτος, δεδομένου ότι, αφού το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση, απορρίπτοντας σχετικούς με την εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο τελευταίος παραπονέθηκε, επειδή η αίτηση δεν απορρίφθηκε ως αόριστη, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετική ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός (ΑΠ 1569/2010).
Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3) Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015, ΑΠ 411/2012).
Συνεπώς, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/ 2015, ΑΠ 11/2010). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση που έδωσε ο αναιρεσίβλητος, όταν εξετάστηκε, ως διάδικος, κατ’ άρθρ. 415 παρ. 1 ΚΠολΔ, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από την οποία και αποδεικνυόταν ο κρίσιμος παρατιθέμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος που οδηγούσε στην απόρριψη της αίτησης.
Όμως, με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο λόγος αυτός είναι, κυρίως, απαράδεκτος. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης εκείνης της δίκης, ο αναιρεσίβλητος δεν εξετάστηκε ως διάδικος κατά τις διατάξεις των άρθρων 415 επ. ΚΠολΔ. Απλώς κλήθηκε από τη δικαστή του πρωτoβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας), κατ’ άρθρ. 236 ΚΠολΔ, για να δώσει διευκρινίσεις, όπως αναγράφεται στα πρακτικά αυτά.
Ήτοι, δεν πρόκειται για το αποδεικτικό μέσο της εξέτασης των διαδίκων, η οποία αναφέρεται ευθέως στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ και η οποία διαφέρει από την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και τις διασαφήσεις ισχυρισμών με φροντίδα του δικαστή (άρθρ. 245 και 236, αντίστοιχα, του ίδιου Κώδικα), που δεν αποτελούν καν αποδεικτικά μέσα, ώστε να μπορούν, μόνα τους, να στηρίξουν δικανική πεποίθηση για την αλήθεια της ιστορικής βάσης της αγωγής ή των αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, αλλά αποβλέπουν μόνο στη διευκρίνιση και διασάφηση των ισχυρισμών τους, οι οποίοι είναι, κατά νόμο, δεκτικοί βελτίωσης, και του εν γένει αποδεικτικού υλικού, δηλαδή η αποστολή τους τείνει στον ίδιο σκοπό.
Κατά συνέπεια, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη του τις διευκρινίσεις που οι διάδικοι έδωσαν στο προαναφερόμενο πλαίσιο, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1175/1995, πρβλ. ΑΠ 11/2010, ΑΠ 616/2006, ΑΠ 605/2004)), διότι, ως αποδεικτικά μέσα κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 335 επ.
ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο παρών λόγος είναι, εν πάση περιπτώσει (ΑΠ 1448/2009), απαράδεκτος και για την αιτία αυτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.
αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 675/ 2013, ΑΠ 1835/2007).
Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 1008/2007). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...ο αιτών... ηλικίας σήμερα 84 ετών, συνταξιούχος του ΤΕΒΕ (ήδη ΟΑΕΕ), δυνάμει του .../2010 και του επαναληπτικού - τροποποιητικού .../2011 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Γαργαλιάνων Ευφροσύνης Καραμπότσου προέβη σε σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος, στο οποίο κατέλιπε:
α) ένα οικόπεδο, εμβαδού 324,80 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στους ... Μεσσηνίας, επί του οποίου έχει ανεγερθεί διώροφο κτίριο γραφείων και καταστημάτων, το οποίο αποτελείται, από ισόγειο όροφο, που περιλαμβάνει κατάστημα, επιφανείας 194 τετρ. μέτρων και πρώτο, πάνω από το ισόγειο όροφο, της αυτής επιφανείας ο οποίος περιλαμβάνει γραφεία, β) ένα διαμέρισμα τρίτου ορόφου, πολυκατοικίας, ανεγερθείσας κατά το έτος 1958, στην Αθήνα, στην ... (επί της διασταύρωσης των οδών ...), επιφανείας 42 τετραγωνικών μέτρων καθώς και γ) το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, επιφανείας 730,71 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται στο ... Αττικής (στη θέση "..."), στο οποίο έχει ανεγερθεί τριώροφη οικοδομή με υπόγειο και δώμα, με χρήση βιοτεχνική. Ωστόσο, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης δεν είχε εκδοθεί εγκριτικό της σύστασης του ιδρύματος αυτού σχετικό Προεδρικό Διάταγμα. Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο έντυπο δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης έτους 2014 (έντυπο Ε9) προκύπτει ότι ο αιτών, εκτός των ακινήτων που κατέλειπε στο υπό σύσταση ίδρυμα, τυγχάνει:
α) επικαρπωτής ακινήτου (υπογείου), εμβαδού 838 τετρ. μέτρων στην οδό ... στην Αθήνα, ακινήτου (ισογείου), εμβαδού 130 τετραγωνικών μέτρων στο ... Ανατολικής Αττικής, λεωφόρος ..., ακινήτου (ισογείου), εμβαδού 70 τετρ. μέτρων, στην οδό ..., στην Αθήνα, επίσης δύο ακινήτων - διαμερισμάτων (ισογείου), επιφανείας 377 τετρ.
μέτρων και 140 τετρ. μέτρων, επί της οδού ..., στην Αθήνα, β) συνιδιοκτήτης σε ποσοστό 50%, υπογείου και ισογείου, επιφανείας 161,24 τετρ. μέτρων και 248,76 τετρ. μέτρων, αντίστοιχα, στην οδό ... στο ... Αττικής, γ) συνιδιοκτήτης σε ποσοστό 31,25% σε οικόπεδο, εμβαδού 643 τετρ. μέτρων στη ... Αττικής (επί της λεωφόρου Δ...), δ) συνιδιοκτήτης σε ποσοστό 62,5% ακινήτου δευτέρου ορόφου, επιφανείας 51 τετρ.
μέτρων στο ... Αττικής, επί της οδού ..., καθώς επίσης (με το αυτό ποσοστό συνιδιοκτησίας) σε ισόγειο ακίνητο διαμέρισμα, επιφανείας 55,11 τετρ. μέτρων, στην Αθήνα επί της οδού ..., ε) συνιδιοκτήτης σε ποσοστό 50% ακινήτου του πρώτου ορόφου, επιφανείας 248 τετρ. μέτρων, στην οδό ... στο ... Αττικής, στ) συνιδιοκτήτης σε ποσοστό 62,5% σε ακίνητο του πρώτου ορόφου, επιφανείας 28,74 τετρ.
μέτρων στους ... Μεσσηνίας, ζ) συνιδιοκτήτης σε ποσοστό 50% (υπογείου - βοηθητικοί χώροι), επιφανείας 451,26 τετρ. μέτρων στο ... Αττικής, στην οδό ... και η) συνιδιοκτήτης σε ποσοστό 16,66% επί οικοπέδου, εμβαδού 413,46 τετρ. μέτρων στους ... Μεσσηνίας. Επίσης, λαμβάνει σύνταξη, ποσού 14.880 ευρώ ετησίως. Τα δηλωθέντα εισοδήματα του αιτούντος για το οικονομικό έτος 2014 ανέρχονται συνολικά σε 54.317,34 ευρώ.
Το ανωτέρω δηλωθέν εισόδημά του προέρχεται από τη σύνταξή του και την είσπραξη μισθωμάτων, κατά κύριο λόγο από την επιχείρηση "Super-market ...", που λειτουργεί στο (εισφερόμενο στο ίδρυμα και επίδικο) μίσθιο κατάστημα στους ... Μεσσηνίας, από την επιχείρηση "... ΑΕΒΕ" και Γ. Δ., που λειτουργεί σε μίσθιο ισογείου και πρώτου ορόφου στο ...
Αττικής, όπως προκύπτει από τη σχετική αναλυτική κατάσταση μισθωμάτων ακινήτων οικονομικού έτους 2013, ενώ τα υπόλοιπα (μίσθια) δηλώνονται ήδη, ως μη ηλεκτροδοτούμενα (κενά), καθώς και από είσπραξη μισθωμάτων (που δεν ξεπερνούν τα 6.000 ευρώ, ετησίως), όπως ο ίδιος συνομολογεί, από μίσθιο υπόγειο γκαράζ στην Αθήνα, επί της οδού ..., αριθμ. ....
Επίσης οι τραπεζικές καταθέσεις του ανέρχονται συνολικά σε 3.458 ευρώ, από δύο τραπεζικούς λογαριασμούς που διαθέτει, στην Εθνική Τράπεζα (υπόλοιπο λογαριασμού στις 3-9-2014, 1.108 ευρώ) και στην ... Τράπεζα (υπόλοιπο λογαριασμού στις 12-8-2014, 2.350 ευρώ). Στον αντίποδα όλων αυτών προκύπτει ότι ο αιτών δεν ήταν σε θέση να καταβάλει ανείσπρακτα υπόλοιπα Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., έτους 2011, συνολικού ποσού 5.882 ευρώ για την καταβολή του οποίου προέβη σε ρύθμιση οφειλής δόσεων, ανά μήνα, ποσού 600 ευρώ περίπου, εκάστη, αρχής γενομένης από 26-2-2013.
Επειδή, όμως δεν κατέστη δυνατό να είναι συνεπής, απώλεσε τη ρύθμιση και η ληξιπρόθεσμη οφειλή του ανέρχεται ήδη σε 1.301,83 ευρώ. Επίσης υποβάλλεται σε φόρο ακίνητης περιουσίας (Ε.Ν.Φ.Ι.Α.), ύψους 9.027 ευρώ και υποχρεώνεται σε καταβολή φόρου εισοδήματος για το έτος 2014, ύψους 17.032 ευρώ. Προκειμένου να καταστεί σαφής η δυσμενής οικονομική θέση στην οποία έχει περιέλθει ο αιτών, εξαιτίας της αιφνίδιας, πρόσφατης (κατά την τελευταία 3ετία) επαχθούς φορολογικής επιβάρυνσης των ακινήτων στην Ελλάδα, προσκομίζεται το από 24-12-2012 (...) έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ..., από το οποίο προκύπτει ότι αυτός έχει καταστεί εκτός των ανωτέρω (φόρος εισοδήματος και ΕΝΦΙΑ, οικονομικού έτους 2014, συνολικού ύψους 26.059 ευρώ), υπόχρεος έναντι του Δημοσίου ληξιπρόθεσμων χρεών, συνολικού ποσού 53.620 ευρώ, που έχουν ρυθμιστεί να καταβληθούν σε μηνιαίες δόσεις, ποσού 5.300 ευρώ, εκάστη, αρχής γενομένης από τον Οκτώβριο του 2012.
Από τα ανωτέρω ιστορούμενα συνάγεται ότι ο αιτών, ήδη εφεσίβλητος, αν και τυγχάνει ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας (αποτελούμενη, ωστόσο, από ανεγερθέντα πέραν της 30ετίας ακίνητα, τα οποία χρήζουν διαρκούς συντήρησης, προκειμένου να είναι κατάλληλα προς χρήση), αντιμετωπίζει πολύ σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας, έχει δε καταστεί κατάχρεος και κινδυνεύει να απωλέσει το σύνολο της περιουσίας του.
Επιπλέον δε, αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα υγείας, καθόσον υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, προσφάτως δε διεκομίσθη με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στην παθολογική κλινική του Νοσοκομείου ... στη Αθήνα, με διάγνωση ολικού τραυματισμού αιμοπνευμονοθώρακα αριστερά, ως και κάταγμα πλευρών αριστερά, νοσηλευθείς από 28-3-2014 έως και 31-3-2014, γεγονότα που αναμφίβολα προοιωνίζουν περαιτέρω αυξημένες δαπάνες για λόγους υγείας στο προσεχές μέλλον, δεδομένου μάλιστα, ότι έχει πλέον απωλέσει τη συνδρομή, τη φροντίδα και τις περιποιήσεις της συζύγου του, η οποία απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2013 και προφανώς θα χρειαστεί για το λόγο αυτό να προσλάβει οικιακή βοηθό.
Αντιθέτως, η οικονομική του κατάσταση, κατά το χρόνο σύνταξης των επιδίκων συμβολαίων, ήταν ανθηρή, καθόσον κατά το οικονομικό έτος 2010 είχε ο ίδιος δηλώσει εισοδήματα, ύψους 87.162 ευρώ και η σύζυγος του εισοδήματα, ύψους 15.000 ευρώ, τα οποία τα επόμενα έτη μειώθηκαν στο ήμισυ, ήτοι στο ποσό των 45.000 ευρώ για το οικονομικό έτος 2013 και 54.000 ευρώ περίπου, για το οικονομικό έτος 2014, ενώ κλήθηκε να καταβάλει φόρους για την ακίνητη περιουσία του, η οποία δεν φορολογείτο κατά το χρόνο σύνταξης των συμβολαίων, λόγω δε της οικονομικής συγκυρίας, κατέστη επισφαλής και αυτή ακόμα η είσπραξη των μισθωμάτων, που αποτελούσε τον βασικό πόρο ζωής του, με αποτέλεσμα να ανατραπούν πλήρως τα οικονομικά του δεδομένα, χωρίς δική του υπαιτιότητα, και εκ του λόγου αυτού να περιέλθει σε κατάσταση απορίας, γεγονός που δικαιολογεί την ανάκληση των ιδρυτικών του ιδρύματος πράξεων με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλίσει την καταβολή στο πρόσωπό του των μισθωμάτων από το μίσθιο κατάστημα στην επιχείρηση "..." στους ...
Μεσσηνίας, που είναι πλέον ο βασικός πόρος ζωής του (και δεν εισέπραττε μέχρι τώρα), καθόσον τον πρώτο όροφο του εν λόγω οικήματος έχει παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος στο Ελληνικό Δημόσιο για την στέγαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους και ο δεύτερος όροφος αποτελεί την κύρια κατοικία του, ενώ καθίσταται ενόψει της παρούσας οικονομικής συγκυρίας, σχεδόν αδύνατη η πώληση και ρευστοποίηση των εναπομενόντων ακινήτων του, κυρίως μεριδίων συγκυριότητας επ’ αυτών (ούτως ή άλλως δυσχερώς εκποιήσιμα, ακόμα και υπό υγιή οικονομική συγκυρία).
Τέλος, απορριπτέοι τυγχάνουν οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, ότι η βούληση του αντιδίκου του να ανακαλέσει τις επίδικες συμβολαιογραφικές πράξεις οφείλεται σε απλή μεταμέλειά του, προκειμένου δηλαδή να αποκαταστήσει το κληρονομικό δικαίωμα των τέκνων του στην περιουσία, που προορίζετο για το ίδρυμα, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του αυτός, εξάλλου δε προέκυψε ότι υφίσταται εναπομένουσα ακίνητη περιουσία αυτού (ιδρυτή) και της συζύγου του, προκειμένου, σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλιστούν τα έννομα συμφέροντα των τέκνων τους...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 11-4-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 33/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο, όπως έχει προεκτεθεί, την αίτηση του αναιρεσείοντος να του επιτραπεί να ανακαλέσει τις επίμαχες ιδρυτικές πράξεις.
Κρίνοντας έτσι το πιο πάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, την προαναφερόμενη, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 111 ΑΚ, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της επιγενόμενης απορίας του αναιρεσιβλήτου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης που εφάρμοσε και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του ότι, ναι μεν ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος αξιόλογης ακίνητης περιουσίας, πλην όμως αυτή δεν είναι αποδοτική (εξαιτίας της μη καταβολής μισθωμάτων), ούτε ρευστοποιήσιμη (εξαιτίας της κατάρρευσης των αξιών της κτηματαγοράς), ενώ, επιπλέον, η ίδια περιουσία του επιβαρύνεται συνεχώς με φόρο ακίνητης περιουσίας κ.λπ., με αποτέλεσμα να έχει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας και να μην μπορεί να αντιμετωπίσει αξιοπρεπώς τις ανάγκες που απορρέουν από την επισφαλή υγεία του και το προχωρημένο της ηλικίας του.
Όλες οι αναφερόμενες στον παραπάνω τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτούνταν η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών ως προς την ακριβή αξία της ακίνητης περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, την οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν μπορεί να αξιοποιήσει, ούτε υπάρχει αντίφαση από την παραδοχή ότι ο ίδιος "αντιμετωπίζει πολύ σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας, έχει δε καταστεί κατάχρεος και κινδυνεύει να απωλέσει το σύνολο της περιουσίας του", μολονότι, παράλληλα, έγινε δεκτό ότι τα εισοδήματα που αυτός δήλωσε, για το οικονομικό έτος 2014, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 54.317,34 ευρώ, μέρος των οποίων αφορούν τη σύνταξή του (14.880 ευρώ ετησίως) και μισθώματα από άλλα ακίνητα (6.000 ευρώ), αφού, εκτός από τις παραδοχές για το πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετωπίζει ο αναιρεσίβλητος (από τις φορολογικές του, κυρίως, επιβαρύνσεις αλλά και από τα μνημονευόμενα προβλήματα υγείας) και το "κατάχρεο" αυτού, διαλαμβάνεται ότι, εξαιτίας της οικονομικής συγκυρίας, κατέστη επισφαλής και η είσπραξη των μισθωμάτων που αποτελούσε τον βασικό πόρο ζωής του, δηλαδή δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος θα εξακολουθήσει, με βεβαιότητα, να εισπράττει τα μισθώματα αυτά.
Εξάλλου, η αιτιολογία της πληττομένης ότι "υφίσταται εναπομένουσα ακίνητη περιουσία αυτού (αναιρεσιβλήτου) και της συζύγου του, προκειμένου, σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλιστούν τα έννομα συμφέροντα των τέκνων τους", αναφορικά με τον αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (ότι, δηλαδή, η βούληση του αναιρεσιβλήτου να ανακαλέσει τις επίδικες συμβολαιογραφικές πράξεις σύστασης του ιδρύματος οφείλεται σε μεταμέλειά του για να αποκαταστήσει το κληρονομικό δικαίωμα των τέκνων του στην περιουσία που προοριζόταν για το ίδρυμα), είναι επάλληλη της σχετικής κύριας για το ότι δεν αποδείχθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, που στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς αναιρετικά.
Επομένως, ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραπάνω πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Απριλίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...7-5-2015 αίτηση του Υπουργού Οικονομικών για αναίρεση της 5/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ