125/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 125 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated125/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 125 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 125 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 125/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Τσουρούλα - Σωτηροπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 443/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/4/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 27/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 3 παρ. 1, 7, 8 παρ. 2, 10 παρ. 2, 11 παρ. 2 και 16 παρ. 6 του Νόμου 1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά την σύναψη των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (Σ.Σ.Ε.), οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους. Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των Σ.Σ.Ε. ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων (Δ.Α.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια. Οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των Σ.Σ.Ε. ή των Δ.Α., είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους. Οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλεως ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας. Υπό την έννοια αυτή, ως ομοειδείς θεωρούνται οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και ως συναφείς αυτές που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό περίπου όμοιες συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ως κλαδικής είναι το είδος της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα του εργαζομένου με την οποίαν παρέχεται η συμφωνημένη εργασία. Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων που ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα. Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ως ομοιοεπαγγελματικής είναι το είδος του επαγγέλματος ή της ειδικότητας του εργαζομένου, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως στην οποίαν παρέχεται η συμφωνημένη εργασία (Α.Π. 1286/1999). Περαιτέρω, οι Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. (πλην των εθνικών γενικών) δεσμεύουν κατ’ αρχήν τους εργοδότες και τους εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος. Τότε, η Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της (Ολ. Α.Π. 2/2002, Α.Π. 1015/2006), με την επιφύλαξη ότι μια κλαδική Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. (Α.Π. 74/2009). Το δικαστήριο αναζητεί αυτεπαγγέλτως και εφαρμόζει την προσήκουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στην αγωγή και αποδεικνύονται, όπως η υφισταμένη, μεταξύ των διαδίκων, εργασιακή σχέση, ο κλάδος της οικονομικής ζωής στον οποίον αυτή λειτουργεί, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίον εκάστοτε ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας ( Α.Π. 49/2011, Α.Π. 1143/2004 ). Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. 11891/1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β’ 816/6-8-1998) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 12-6-1998 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραγουδιστών Κέντρων Διασκεδάσεως", επί όλων των εργοδοτών και εργαζομένων του επαγγέλματος στον κλάδο που αυτή αφορά. Επίσης, με την υπ’ αριθμ. 11518/2005 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας (Φ.Ε.Κ. Β’ 638/13-5-2005) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 17-2-2005 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών στα πάσης φύσεως κέντρα κάθε μορφής διασκεδάσεως όλης της χώρας", επί όλων των εργοδοτών και εργαζομένων του επαγγέλματος στον κλάδο που αυτή αφορά. Από την περιγραφή των ορίων εφαρμογής των εν λόγω Σ.Σ.Ε. προκύπτει ότι αυτές έχουν εφαρμογή σε όσους απασχολούνται σε κέντρα διασκεδάσεως με την ιδιότητα του μουσικού ή του τραγουδιστή ή και με τις δύο. Ενόψει του ότι στις ρυθμίσεις των εν λόγω Σ.Σ.Ε. δεν υπάγεται το πάσης φύσεως προσωπικό των κέντρων διασκεδάσεως, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητά του, αλλά μόνο οι μουσικοί και τραγουδιστές, συνάγεται ότι αυτές φέρουν τον χαρακτήρα ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε. Με την κήρυξή τους, λοιπόν, ως υποχρεωτικών, η εφαρμογή τους επεκτάθηκε στους μουσικούς και τραγουδιστές όχι μόνο των επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου, αλλά και επιχειρήσεων άλλων κλάδων, όπως αυτός της παροχής ξενοδοχειακών υπηρεσιών, αφού, ακόμη και αν οι επιχειρήσεις αυτές δεν είχαν πάρει μέρος στην υπογραφή των εν λόγω Σ.Σ.Ε. και δεν μπορούσαν να είναι μέλη των εργοδοτικών, συλλογικών φορέων που συμμετείχαν στην κατάρτισή τους, οι σε αυτές απασχολούμενοι μουσικοί και τραγουδιστές θα μπορούσαν να είναι μέλη των συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων που τις υπέγραψαν (Α.Π. 56/2012). Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφιο α του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( λ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 56/2012, Α.Π. 1848/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008). ΕΠΕΙΔΗ, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής ουσιώδη: Δυνάμει έγγραφης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 18-12-2004, μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, ο πρώτος προσελήφθη από την τελευταία, προκειμένου να εργασθεί ως μουσικός στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της εναγομένης, στο Ναύπλιο, μέχρι τις 31-1-2005. Σκοπός της εναγομένης εταιρείας είναι η μίσθωση και η εκμετάλλευση ξενοδοχειακών μονάδων και ο ενάγων προσελήφθη από αυτήν, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μουσικός, ήτοι πιανίστας στο εστιατόριο του ξενοδοχείου "...". Η αρχική σύμβαση ανανεώθηκε εν συνεχεία, με αλλεπάλληλες όμοιες συμβάσεις και ειδικότερα στις 31-1-2005 μέχρι τις 30-9-2005, στις 30-9-2005 μέχρι τις 30-11-2005, στις 16-12-2005 μέχρι τις 28-2-2006, στις 28-2-2006 μέχρι τις 31-5-2006, στις 31-5-2006 μέχρι τις 31-10-2006, στις 15-12-2006 μέχρι τις 15-3-2007, στις 15-3-2007 μέχρι τις 30-4-2007, στις 30-4-2007 μέχρι τις 31-8-2007, στις 31-8-2007 μέχρι τις 30-9-2007, στις 30-9-2007 μέχρι τις 31-10-2007, στις 1-12-2007 μέχρι τις 31-3-2008, στις 31-3-2008 μέχρι τις 30-4-2008 και τέλος στις 30-4-2008 μέχρι τις 30-9-2008. Από όλες τις υπογραφείσες, μεταξύ των διαδίκων, συμβάσεις αποδεικνύεται ότι μεταξύ τους συμφωνήθηκε στα πλαίσια του άρθρου 361 του Α.Κ. να εφαρμόζεται η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Περί ξενοδοχοϋπάλληλων". Ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί εφαρμογής της Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών", δεν είχε καταρτισθεί.
Συνεπώς, τα όσα ισχυρίσθηκε ο ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με τον λόγο της ένδικης εφέσεώς του, περί εφαρμογής, στην συγκεκριμένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, της Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών", όπως αυτή ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (Π.Κ. Υπουργείου Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας …/24-3-2005 και …/2-7-2007) είναι αβάσιμα και ο λόγος αυτός απορριπτέος. Οι αξιώσεις του ενάγοντος συνολικού ύψους 108.183,73 ΕΥΡΩ, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, για αμοιβή υπερωριακής απασχολήσεως, για στέρηση ρεπό, για επίδομα τέκνων, για επίδομα χρήσεως μουσικού υλικού, τη νόμιμη προσαύξηση για την ταυτόχρονη απασχόλησή του ως τραγουδιστή, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση της εφαρμογής της Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών" και η αγωγή, ως προς το κεφάλαιο αυτό, δεν είναι νόμιμη κατ’ αμφότερες τις βάσεις της (ήτοι την κυρία εκ της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, παρείχε ανελλιπώς την εργασία του στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, εξυπηρετώντας, στην πραγματικότητα, συνεχείς ανάγκες αυτής. Εξάλλου, η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη δεν δικαιολογούνταν από την φύση, από το είδος ή από τον σκοπό της εργασίας που παρείχε, αλλά ούτε και από κάποιον άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου, η εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας, ή κάποιο συμφέρον της εναγομένης. Ενόψει της ανωτέρω παραδοχής σχετικά με την εκ μέρους του ενάγοντος εκπλήρωση παγίων και διαρκών (συνεχών) αναγκών της εναγομένης και όχι εκτάκτων, προσκαίρων ή εποχιακών, συνάγεται ότι ο καθορισμός της ορισμένης χρονικής διάρκειας των αλλεπάλληλων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας του έγινε, με καταχρηστικό τρόπο, ούτως ώστε να καταστρατηγηθεί σε βάρος του, κατά παράβαση της αρχής της μη διακρίσεως αυτής σε σχέση με τους εργαζομένους, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η παρεχομένη, από τις διατάξεις του Νόμου 2112/1920, προστασία, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεων εργασίας του ως προς τον χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους και το σύνολο των αλλεπαλλήλων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη, να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση απολύσεως, η οποία κατά τα άρθρα 1 και 3 του Νόμου 2112/1920 είναι ίση με τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (άρθρο 5 παρ. 1 του Νόμου 3198/1955) επί δύο, προσαυξημένη κατά το 1/6 που είναι η αντιστοιχία του συνυπολογισμού σε αυτήν των επιδομάτων αδείας και εορτών. Επομένως, με αποδεδειγμένες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, σε χρήμα, κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συνυπολογίζονται οι πέντε (5) ημέρες που εργάσθηκε επιπλέον ο ενάγων και αποτελούν παράνομη εργασία καθώς αφορούν στέρηση ρεπό και δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές (Α.Π. 287/1994) ποσού 2.000 ΕΥΡΩ, (28 ημέρες Χ 80 ΕΥΡΩ), η οφειλομένη σε αυτόν αποζημίωση απολύσεως ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 4.666 (2.000 ΕΥΡΩ Χ 2 + 1/6) ΕΥΡΩ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που υπολόγισε την αποζημίωση απολύσεως στο ανωτέρω χρηματικό ποσό, ως προς την παραδοχή αυτή, δεν πλήττεται με λόγο εφέσεως. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμες τις αξιώσεις του ενάγοντος, που στηρίζονταν στην εφαρμογή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας " Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών ", καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθώς εφάρμοσε το νόμο και τα αντίθετα που υποστηρίζονται από τον εκκαλούντα με την έφεσή του είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν, όπως και η έφεση στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραβίασε ευθέως, τις, στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, αναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, δεδομένου ότι, αφενός μεν εφάρμοσε κανόνα που δεν έπρεπε, αφετέρου δε δεν εφάρμοσε κανόνα που έπρεπε, αν και συνέτρεχαν προς τούτο οι νόμιμες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, το ανωτέρω Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, ενώ δεν έπρεπε, την υπαγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στις ρυθμίσεις των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων και δεν δέχθηκε, ενώ έπρεπε, την υπαγωγή αυτού στις πιο πάνω αναφερόμενες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας των μουσικών και τραγουδιστών, τις κανονιστικές διατάξεις των οποίων, όφειλε να εφαρμόσει στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι αυτές οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ήσαν ομοιοεπαγγελματικές και όχι κλαδικές, οπότε, μετά την κήρυξή τους, ως υποχρεωτικών, ρύθμιζαν τους όρους αμοιβής και εργασίας των μουσικών και τραγουδιστών, που απασχολούνταν σε οποιονδήποτε εργοδότη και όχι μόνον στα κέντρα διασκεδάσεως, δηλαδή ρύθμιζαν, κατά την ένδικη περίοδο και τους όρους αμοιβής και εργασίας του αναιρεσείοντος που εργαζόταν στην ξενοδοχειακή επιχείρηση της αναιρεσίβλητης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την ιδιότητα και τους όρους αμοιβής και εργασίας των μουσικών και τραγουδιστών. Επομένως, ο πρώτος και μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα προαναφερόμενα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 50/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο χρηματικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων ( 1800 ) ΕΥΡΩ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ