125/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 125 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 125/2011
Legislator headnote
AI generated125/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 125 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 125/2011
Full text
Απόφαση 125 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 125/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 774/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2064/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από την 1374Β/25-1-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιά ... (με τις στην συνέχεια αυτής από 25-1-2010 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και από 26-1-2010 βεβαίωση αποστολής συστημένης επιστολής), ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της προσηκόντως παρισταμένης αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο που όμως δεν εμφανίσθηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία του το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576§2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθ. 8 εδ. α. ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 ν.2112|1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζομένης από το ν.2112|1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθ. 5 παρ. 1 και 2 του ως άνω νόμου. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδότησης των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας με την παροχή στους αποχωρούντες, με τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους, μειωμένης αποζημίωσης. Σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από κανονισμό του εργοδότη που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν όμως με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί παράλληλα και περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876|1990 με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνήφθη μεταξύ αυτής και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της (ΣΥΕΤΕ), κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθ. 5|12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρα 2 παρ. 6, 7 παρ.1 και 8 παρ.3 ν. 1876|1990), όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε σε σχέση με την λύση της σύμβασης εργασίας με την συμπλήρωση ορισμένης ηλικίας των υπαλλήλων με την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (που κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθ. 12/7-6-2002), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με τον θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει την λύση της σύμβασης, χωρίς ν' απαιτείται αποδοχή και συγκατάθεση της Τράπεζας, με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο κλπ., σε κάθε δε περίπτωση αυτοδικαίως με την συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 νδ 3789|1957, 12 παρ. 4 ν. 1767|1988, 8 παρ. 3 ν.2224|1994, οι όροι του εφαρμοζομένου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπομένη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (ΟλΑΠ 42|2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει την λύση της σύμβασης, χωρίς ν' απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ. α' ν. 3198|1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της Τράπεζας ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτησή του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της Ε.Τ.Ε. δικαιούται την μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραίτησης του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς ν' απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραίτησης η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση του εργαζομένου ή να έχει σημασία η άρνηση αυτής ν' αποδεχθεί την παραίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ’ από έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, επί αγωγής αυτού κατά της αναιρεσείουσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για την επιδίκαση (μειωμένης) αποζημίωσης λόγω παραίτησης από την εργασία του στη τράπεζα πριν από την συμπλήρωση του προβλεπομένου ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησης, με την προσβαλλομένη 2064/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) γεννήθηκε την 7-6-1947 και την 30-9-1965 προσελήφθη από την εναγομένη ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπάλληλος αυτής, εξελιχθείς μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', ότι η εναγομένη με το από 25-7-2005 εμπιστευτικό έγγραφό της γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι αυτός αποχωρεί από την υπηρεσία της την 1-1-2006, σύμφωνα με το άρθ. 33 του Κανονισμού Εργασίας της, στο οποίο ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της εναγομένης λύεται σε κάθε περίπτωση αυτοδικαίως με την συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, ότι ο ενάγων, που είχε προσχωρήσει από την πρόσληψή του στις διατάξεις του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης που ίσχυε μέχρι 12-3-2001 και στην συνέχεια στις διατάξεις του προαναφερομένου νέου Κανονισμού Εργασίας, με την από 29-11-2005 δήλωσή του υπέβαλε την παραίτησή του και αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης την 30-11-2005, η δήλωσή του, όμως, αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την εναγομένη, ότι κατά την αποχώρησή του ο ενάγων είχε συνεχή πραγματική υπηρεσία 40 ετών και 2 μηνών, η δε σύμβαση εργασίας του διεπόταν από τον πιο πάνω Κανονισμό Εργασίας της εναγομένης (αρχικό και νέο) που προέβλεπε την λύση της σύμβασης εργασίας με την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας και συνεπώς ήταν ορισμένου χρόνου, με τον ίδιο, όμως, κανονισμό, στις διατάξεις του οποίου είχε προσχωρήσει ο ενάγων, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού, υπήρχε δηλ. διαλυτική αίρεση στην σύμβαση εργασίας του ενάγοντος σύμφωνα με τα άρθ. 202 και 669 ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με την ως άνω δήλωση παραίτησης και έτσι η σύμβαση εργασίας του κατέστη από την αρχή αορίστου χρόνου, ότι κατά την αποχώρησή του ο ενάγων είχε συμπληρώσει υπηρεσία μεγαλύτερη των δεκαπέντε ετών και η έγγραφη παραίτησή του επέφερε την λύση της σύμβασης εργασίας του, χωρίς ν' απαιτείται και αποδοχή ή συγκατάθεση της εναγομένης στην παραίτησή του, καθόσον η συγκατάθεση συνάγεται από τον Κανονισμό, με τον οποίο παρασχέθηκε στον ενάγοντα το δικαίωμα μονομερούς παραίτησης από την εργασία του σε οποιοδήποτε χρόνο, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της εργοδότριάς του και επομένως πληρούσε όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις και εδικαιούτο την προβλεπομένη από το άρθ. 8 εδ. α' ν. 3198/1955 αποζημίωση. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επεδίκασε στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφασή του ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 ν.1876|1990, 8 εδ. α'ν.3198|1955 και 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 Κανονισμού Εργασίας του προσωπικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που καταρτίσθηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του ιδίου άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος προσχώρησε στις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας του προσωπικού της αναιρεσείουσας τράπεζας, αν και τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί με την αγωγή, ούτε με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος ενώπιον τόσο του πρωτοβαθμίου όσο και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής και ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε περίπτωση η ατομική σύμβαση του ενάγοντος περιέχει αναγκαίως και τους όρους του ισχύ νόμου έχοντος Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης.
ΙΙ. Kατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι προταθέντων, ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, με το άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εναγομένη προέβαλε, τόσον ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Εφετείου, την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος ισχυρισθείσα ειδικότερα, ότι ο ενάγων, αν και συμπλήρωσε εντός του έτους 2005 το 58ο έτος της ηλικίας του καθώς και 40 έτη υπηρεσίας, με αποτέλεσμα η σύμβαση εργασίας του να λήγει αυτοδικαίως την 1-1-2006 (γεγονός, για το οποίο αυτός ενημερώθηκε προσωπικά την 17-8-2005), αντί ν' αναμείνει την αυτοδίκαιη λήξη της σύμβασής του, προτίμησε έναν μήνα μόλις πριν απ' αυτήν να υποβάλει την παραίτησή του (και στην συνέχεια ν' ασκήσει την ένδικη αγωγή), συμπεριφορά η οποία καθιστά εμφανές ότι η αιφνίδια παραίτησή του είχε ως αποκλειστικό σκοπό την διεκδίκηση της ζητουμένης απ' αυτόν με την αγωγή αποζημίωσης. Ως προς την ένσταση αυτή το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ότι ο ενάγων, παραιτούμενος από την υπηρεσία του μετά από ευδόκιμη υπηρεσία 40 ετών και 2 μηνών, εξελιχθείς μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', άσκησε νόμιμο δικαίωμά του και η άσκηση αυτή δεν είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δεδομένου ότι η παραίτησή του πριν την αποχώρηση λόγω ορίου ηλικίας αποτελούσε δικαίωμα, το οποίο κατά τον κανονισμό της εναγομένης μπορούσε ν' ασκήσει οποτεδήποτε μετά την συμπλήρωση 15ετούς υπηρεσίας, χωρίς χρονικό περιορισμό, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι με την έως τότε συμπεριφορά του δημιούργησε και μάλιστα εύλογα στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θ' ασκήσει το δικαίωμα αυτό, ούτε ότι η άσκηση αυτή επάγεται επαχθείς συνέπειες για την εναγομένη, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την ως άνω ένσταση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε για ουσιαστικούς λόγους την ως άνω ένσταση της εναγομένης από το άρθ. 281 ΑΚ στο σύνολό της και δη ως "εκ του πράγματος", λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι η αξίωση για την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης προϋποθέτει δικαίωμα παραίτησης που δεν ασκείται καταχρηστικά, και κατά συνέπεια δεν έλαβε υπόψη μη προταθέντα ισχυρισμό, περαιτέρω δε ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ. Επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι 4ος και 5ος (και τελευταίος) λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 1 αντίστοιχα του άρθ. 559 ΚΠολΔ. και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, μη τεθεί, όμως, διάταξη περί δικαστικών εξόδων υπέρ του αναιρεσιβλήτου λόγω της απουσίας του και της συνακόλουθης μη υποβολής σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2008 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 2064/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ