125/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 10/3/2004 αγωγή της υπό στοιχείο 2 αρχικά αναιρεσιβλήτου και την από 10/12/2004 αγωγή του υπό στοιχείο 1 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4310/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1007/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/6/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated125/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 125 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 125/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 του Χ3, 2) Χ2 του Χ3, 3) Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τζιτζικάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ-GENERAL UNION" της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Καμβύση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 10/3/2004 αγωγή της υπό στοιχείο 2 αρχικά αναιρεσιβλήτου και την από 10/12/2004 αγωγή του υπό στοιχείο 1 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4310/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1007/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/6/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 12/3/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8-1-2009 κλήσης για συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ. Επίσης, από την προσκομιζόμενη με επίκληση 7857Β/30-11-2007 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή προκύπτει έχει επιδοθεί στον απολιπόμενο αναιρεσίβλητο και αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης. Ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΟλΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 2-2-2003 και περί ώρα 22.50'η Ζ, ηλικίας 45 περίπου ετών, σύζυγος του ενάγοντος Ψ, οδηγούσε το υπ' αριθμ.
κυκλ. ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του συζύγου της. Εκινείτο επί της ... στην περιοχή ... με κατεύθυνση από ... προς το ... Νοσοκομείο .... Η λεωφόρος αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως με ενδιάμεση διαχωριστική νησίδα και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 20,90 μ, δηλ. το προς ... ρεύμα έχει πλάτος 8,80 μ, ενώ το αντίθετο ρεύμα έχει πλάτος 12,10 μ.
Στο ύψος του εκθεσιακού κέντρου ... η διαχωριστική νησίδα διακόπτεται γιατί στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ... υπάρχει ένα μεγάλο εμπόδιο, δηλ. ένας υπερυψωμένος τσιμέντινος μανδρότοιχος, ο οποίος καταλαμβάνει σχεδόν όλο το ρεύμα αυτό, αφού από το συνολικό πλάτος των 20,90 μ. απομένει ελεύθερο πλάτος 9,20μ, πράγμα που σημαίνει ότι το προς ...
ρεύμα στενεύει σε (20,90-9,20) 1,70 μόλις μέτρα, και μάλιστα στο δεξιό άκρο του υπάρχει μικρή λακκούβα στην άσφαλτο (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε το Τ.Τ. ... και προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος), πρακτικώς δηλαδή είναι ανεπαρκές. Στο μήκος εκείνο, όπου καταργείται η νησίδα, δεν υπάρχουν διαγραμμίσεις στο οδόστρωμα, ενώ την ύπαρξη του εμποδίου επισημαίνουν επαρκώς ρυθμιστικές (Ρ-30) και πληροφοριακές (Π-70=περιορισμός των λωρίδων) πινακίδες, τοποθετημένες σε ικανή απόσταση σε εκάτερο ρεύμα και πάνω στο εμπόδιο υπάρχουν ανακλαστικές πινακίδες Π-74 (επισήμανσης επικίνδυνης καμπύλης), στις πλευρές εκείνες που βλέπουν οι οδηγοί όταν το πλησιάζουν.
Τη στιγμή που η ανωτέρω Ζ έφθανε στο ύψος του άνω εμποδίου, στο αντίθετο ρεύμα εκινείτο το υπ' αριθμ κυκλ. ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του 3ου των εναγόντων-εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων Χ3, οδηγούμενο από τον γιο του Χ, στο οποίο επέβαινε και ο άλλος γιος του Χ2 (1ος και 2ος αντίστοιχα των εναγόντων-εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων).
Το αυτοκίνητο αυτό, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΓΑ, που ήδη μετονομάστηκε σε ΦΟΙΝΙΞ-ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕ, όταν έφθασε στο ύψος του ανωτέρω εμποδίου θα έπρεπε να αναμείνει τη διέλευση του ετέρου αυτοκινήτου, εφόσον η διέλευση του πρώτου παρεμποδιζόταν λόγω του προλεχθέντος ογκώδους εμποδίου και το πλάτος του οδοστρώματος στο ρεύμα κυκλοφορίας του δεν ήταν αρκετό.
Αντίθετα όμως ο οδηγός του Χ, από αμέλεια και έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν ήλεγξε την κίνηση και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πλαγιομετωπικά με το άλλο αυτοκίνητο, να περιστραφούν αμφότερα περί τον άξονά τους, κατά την αντίστροφη φορά των δεικτών του ωρολογίου, και να βρεθούν τελικά σε απόσταση 6 μ.
και 2 μ., αντίστοιχα, από το σημείο συγκρούσεως, λοξά ως προς τον άξονα του οδοστρώματος. Το σημείο της συγκρούσεως (φαίνεται ευκρινώς στο άνω σχεδιάγραμμα με το γράμμα Σ) ήταν μέσα στο ρεύμα προς ... και σε απόσταση 6,20 μ από το δεξιό άκρο του ρεύματος αυτού, είναι δε άνευ ειδικότερης συνέπειας το γεγονός ότι το αυτοκίνητο της Ζ δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας της, αλλά στο αριστερό, διότι όπως ελέχθη ανωτέρω, δεν υπάρχει οριζόντια σήμανση που να δείχνει μείωση του πλάτους του ρεύματος αυτού.
Από τη σύγκρουση αυτή η μεν Ζ τραυματίστηκε θανάσιμα, οι δε Χ και Χ2 υπέστησαν διάφορες σωματικές βλάβες. Κάτω από τις συνθήκες αυτές το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του 1ου εναγομένου Χ, ο οποίος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 16 παρ. 5, 18 παρ. 1 και 19 παρ. 2 εδ β' του ΚΟΚ, εισήλθε στο ρεύμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, ενώ θα έπρεπε να διακόψει την πορεία του για να επιτρέψει τη διέλευση του αντιθέτως κινουμένου οχήματος της άλλης οδηγού, εφόσον η ταυτόχρονη διέλευσή τους ήταν πολύ δυσχερής με την ταχύτητα που είχαν τη στιγμή εκείνη.
Αντίθετα, καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει την άλλη οδηγό, ενώ η διαπίστωση ότι εκείνη, όπως προκύπτει από την 133/2003 εργαστηριακή εξέταση της ..., οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (σε συγκέντρωση 0,88 0/00) δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού το ατύχημα συνέβη, όχι επειδή εκείνη παρέβη τη σχετική απαγορευτική διάταξη του άρθρου 42 του ΚΟΚ, αλλ' επειδή ο υπαίτιος οδηγός εισήλθε αιφνιδίως στο ρεύμα κυκλοφορίας της.
Επομένως, είναι αβάσιμη και απορριπτέα η ένσταση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας της οδηγού εκείνης επειδή δεν οδηγούσε στο δεξιό της οδού επιπροσθέτως δε και σε κατάσταση μέθης, που προέβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι (Χ κλπ). Έσφαλε λοιπόν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή του Ψ και έκανε δεκτή την αντίθετη αγωγή και την αναγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας, με την κρίση ότι αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα φέρει η ανωτέρω οδηγός, επειδή δεν κινήθηκε στο άκρο δεξιό της οδού και οδηγούσε με ταχύτητα πέραν της επιτρεπόμενης για τις κατοικημένες περιοχές και επιπλέον τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε τον πρώτο λόγο της έφεσης του Ψ και όλους τους λόγους της έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Ένωση ΑΕΕΓΑ", εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή των εφεσιβλήτων -εναγόντων, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του Ψ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των αυτοκινήτων που είχαν εμπλακεί στο επίδικο τροχαίο ατύχημα που είχε ως συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό της οδηγού του ενός αυτοκινήτου και τον τραυματισμό του οδηγού και του επιβάτη του άλλου αυτοκινήτου και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται το ανώτατο επιτρεπόμενο για την περιοχή όριο ταχύτητας, ούτε η ταχύτητα των οχημάτων, αν οι οδηγοί προέβησαν σε μείωση της ταχύτητας και αν μπορούσαν να προβούν σε αποφευκτικό ελιγμό. Εξάλλου, ενώ δέχεται ότι η θανούσα οδηγός του άλλου αυτοκινήτου οδηγούσε σε απόσταση 6,20 μ.
από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος, ότι υπήρχε στένωση της οδού λόγω του μανδρότοιχου και έλλειψη διαγράμμισης, τοποθετεί το σημείο συγκρούσεως στο ρεύμα κυκλοφορίας που κινούνταν το αυτοκίνητο της θανούσας, χωρίς να αιτιολογεί γιατί η στένωση της οδού δημιουργεί υποχρεώσεις μόνο για τους οδηγούς του προς ...
ρεύματος κυκλοφορίας, ενόψει και του γεγονότος ότι δέχεται πως υπήρχαν πινακίδες πληροφοριακές και ρυθμιστικές της κυκλοφορίας και στις δύο κατευθύνσεις κυκλοφορίας.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εξέταση στο ίδιο Εφετείο Πειραιώς, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. Εξάλλου, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να υποχρεωθούν να καταβάλουν τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ως ηττηθέντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1007/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Πειραιώς, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ