125/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated125/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 544 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν για την ίδια έννομη σχέση εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες δικαστικές αποφάσεις που παράγουν δεδικασμένο αλλά αντιφάσκουν μεταξύ τους, αν δεν χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση, ισχύει το δεδικασμένο που προέρχεται από τη νεότερη ως προς το χρόνο εκδόσεως απόφαση.
Full text
Απόφαση 125 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 125/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη. Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛ.ΤΑ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Λυκούδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1272/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 544 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν για την ίδια έννομη σχέση εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες δικαστικές αποφάσεις που παράγουν δεδικασμένο αλλά αντιφάσκουν μεταξύ τους, αν δεν χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση, ισχύει το δεδικασμένο που προέρχεται από τη νεότερη ως προς το χρόνο εκδόσεως απόφαση.
Εξάλλου, η επίκληση του δεδικασμένου προκειμένου να αποκλεισθεί η έρευνα της κατ' ουσίαν βασιμότητας της αξιώσεως, συναπτόμενη προς την άσκηση του ουσιαστικού δικαιώματος, υπόκειται στην ένσταση, ότι με τη συνδρομή και μεταγενεστέρων περιστατικών, είναι καταχρηστική κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 714/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής (άρθρ. 561 πρ.2ΚΠολΔ), ότι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ., προσελήφθη από το τελευταίο και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως ταχυδρομικός υπάλληλος και ότι μετά τη λήξη της ανωτέρω συμβάσεως εξακολούθησε, με μεταγενέστερες όμοιες διαδοχικές συμβάσεις, να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ίδια ιδιότητα έως τις 2-8-1991, οπότε το αναιρεσίβλητο κατήγγειλε την τελευταία από τις συμβάσεις αυτές, πριν από τη λήξη της, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1882/1990.
Eπί της αγωγής που άσκησε αρχικά ο αναιρεσείων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1351/1993 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσείοντος εχώρησε νομίμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 του Ν. 1882/1990, ενώ με τη μεταγενέστερη από 22-10-1996 αγωγή που άσκησε ο αναιρεσείων μαζί με άλλους δεκατέσσερις συναδέλφους του, ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να τον επαναπροσλάβει κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 παρ.2 του Ν. 2190/1994 και να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1996.
Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή από το Πρωτοδικείο, αλλά απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 6782/1997 απόφασή του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αίτηση αναιρέσεως ένδεκα από τους δεκαπέντε ομόδικους ενάγοντες, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1788/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 2450/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στο οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εισήχθη εκ νέου η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε, έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τους ένδεκα συναδέλφους του αναιρεσείοντος, ως προς τους οποίους είχε αναιρεθεί η προηγούμενη απόφασή του και υποχρεώθηκε το αναιρεσίβλητο να τους επαναπροσλάβει και να καταβάλει σ' αυτούς αποδοχές υπερημερίας.
Μετά την έκδοση της τελευταίας αποφάσεως του Εφετείου, το αναιρεσίβλητο επαναπροσέλαβε τους ένδεκα αυτούς υπαλλήλους και ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν είχε ασκήσει αναίρεση κατά της υπ' αριθ. 6782/1997 αποφάσεως, διότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα και επιπλέον πίστευε ότι θα είχε και ο ίδιος την ίδια μεταχείριση με τους άλλους συναδέλφους του, αφού όλοι βρίσκονταν στην ίδια κατηγορία, ζήτησε από το αναιρεσίβλητο, με την από 16-10-2000 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε σ' αυτό στις 17-10-2000, να τον επαναπροσλάβει, αλλά ότι παρά ταύτα το αναιρεσίβλητο σε ουδεμία ενέργεια προέβη μέχρι σήμερα.
Κατόπιν αυτών ο αναιρεσείων, επκαλούμενος επιπροσθέτως ότι η συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου είναι καταχρηστική, και ότι αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτό να τον επαναπροσλάβει στη θέση που κατείχε πριν από την απόλυσή του. Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η άρνηση του αναιρεσίβλητου να επαναπροσλάβει τον αναιρεσείοντα και η επίκληση του δεδικασμένου που προκύπτει από την υπ' αριθ. 6782/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν είναι καταχρηστική, ούτε αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού η πρόσληψη των ένδεκα συναδέλφων του αναιρεσείοντος από το αναιρεσίβλητο δεν ήταν οικειοθελής, αλλά έγινε σε εκτέλεση της 2450/2000 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος τη αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου Χρήστου Αλεξόπουλου, Αρεοπαγίτη, η άρνηση του αναιρεσίβλητου να επαναπροσλάβει τον αναιρεσείοντα, ενόψει των ανωτέρω περιστατικών, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που τάσσονται από το άρθρο 281 του ΑΚ.
Είναι, λοιπόν, κατά τη γνώμη αυτή, βάσιμος ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως.
Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύεται μόνο αν ο ισχυρισμός αυτός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια όμως επίδραση δεν έχει ο απαράδεκτος, ή μη νόμιμος ή αλυσιτελής ισχυρισμός και συνεπώς η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σ' αυτόν δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/1989).
Με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κρίσιμους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς, που πρότεινε με την αγωγή του ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα ότι, α) το αναιρεσίβλητο επαναπροσέλαβε στις 7-8-2000 τους παραπάνω ένδεκα συναδέλφους του αναιρεσείοντος και κατέβαλε σ' αυτούς αποδοχές υπερημερίας, και β) το δεδικασμένο που προέκυπτε από την τελεσίδικη υπ' αριθ. 1351/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι α) το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ρητώς και η επαναπρόσληψη των ένδεκα συναδέλφων του αναιρεσείοντος μετά την έκδοση της 2450/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, και β) το Εφετείο, δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη το δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 1351/1993 απόφασή του, διότι ίσχυε το δεδικασμένο από τη μεταγενέστερη υπ' αριθ. 6782/1997 αμετάκλητη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω η προηγούμενη (δεύτερη) αγωγή του αναιρεσείοντος, αφού κρίθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 44 του Ν. 1882/1990 και ότι κατά συνέπεια δεν μπορεί να επαναπροσληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.2 του Ν. 2190/1994.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν και οι παραπάνω λόγοι της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1272/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ