Legislator Case Law & Legislation
1259/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence proving plaintiff's mistake in guarantee contract.

Case Number 1259/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a personal guarantee contract. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents proving she was misled about the contract's scope, which would have invalidated her guarantee. The court ruled that the lower court had already examined all submitted evidence, including the disputed documents, and found no basis to overturn its factual findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)γ and 495(4) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to explicitly mention specific evidence in its reasoning does not constitute grounds for cassation if that evidence was actually considered in the formation of the finding of fact.

Keywords

AI generated
cassation appeal mistake in contract personal guarantee evidence consideration finding of fact Code of Civil Procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)γ of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1259 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1259/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. , το γένος Ι. Δ. , συζύγου Α. Σ. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Λευκαρίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λίζα Μικέλλη - Γαλλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5179/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2169/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-10-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Ε. Σ. , άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 19.4.2015 αγωγή της, κατά των εναγομένων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», ήδη αναιρεσίβλητη, και 2) Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», με την οποία εξέθετε ότι δυνάμει της από 15-4-2009 συμβάσεως, που υπέγραψε με τη δεύτερη εναγόμενη Τράπεζα σε υποκατάστημά της στη Θεσσαλονίκη, εγγυήθηκε προσωπικά, μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, την οφειλή που θα απέρρεε από την υπ' αριθ. 3/137/24-5-1994 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της αναφερόμενης στην αγωγή εταιρείας, ως πιστούχου και της δεύτερης εναγόμενης, ως πιστώτριας.

Ότι η δήλωσή της, κατά τη υπογραφή του ως άνω Ιδιωτικού συμφωνητικού, ήταν προϊόν πλάνης και ως εκ τούτου ακυρωτέα, καθόσον η ίδια εσφαλμένα θεωρούσε ότι η συγκεκριμένη σύμβαση είχε ως περιεχόμενο την εκ μέρους της ανάληψη της υποχρέωσης να παραχωρήσει απλώς το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της, προς εξασφάλιση απαίτησης της δεύτερης εναγόμενης κατά της πιστούχου εταιρείας, απορρέουσας μόνο από την έκδοση εγγυητικών επιστολών, που αυτή (δεύτερη εναγόμενη) είχε εκδώσει υπέρ της τελευταίας, εξασφάλιση που θα διαρκούσε μέχρι την επιστροφή των ως άνω εγγυητικών επιστολών στην εκδότρια Τράπεζα, οπότε και θα επερχόταν η άρση της ως άνω παραχωρηθείσας εκ μέρους της προσημείωσης υποθήκης.

Ότι η πλάνη της αυτή μεταξύ της δήλωσης και της βούλησής της είναι ουσιώδης, αφού, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ότι δηλαδή απηύθυνε δήλωση προς σύναψη σύμβασης εγγύησης και μάλιστα για απαίτηση της πιστώτριας από σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, χωρίς χρονικό περιορισμό της ευθύνης της, δεν θα την επιχειρούσε.

Ότι η πλάνη της αυτή σχετικά με το περιεχόμενο της άνω σύμβασης εγγύησης εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά την κατάρτισή της, αφού η άνω Τράπεζα δεν της χορήγησε αντίγραφο αυτής και των λοιπών συμβάσεων, αντίγραφα των οποίων έλαβε χώρα για πρώτη φορά στις 10.7.2013, οπότε και ανακάλυψε την πλάνη της. Ότι, προσθέτως, δυνάμει της υπ' αριθ. 13208/2009 αποφάσεως Ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επιτράπηκε στην εκεί αιτούσα και εν προκειμένω δεύτερη εναγόμενη η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μεταξύ άλλων, και επί ιδανικού μεριδίου του αναφερόμενου ακινήτου της ίδιας (ενάγουσας), προς εξασφάλιση της απορρέουσας από την ως άνω σύμβαση εγγύησης απαίτησής της κατ' αυτής.

Ότι, τον Μάρτιο του 2013, η πρώτη εναγόμενη τραπεζική εταιρεία κατέστη ειδική διάδοχος της δεύτερης εναγόμενης, λόγω πώλησης και μεταβίβασης σ' αυτήν των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της τελευταίας, στα οποία (στοιχεία) συμπεριλαμβάνονται και τα δικαιώματα της τελευταίας, που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση πράξεις, καθώς και από πίστωσης και τις πρόσθετες αυτής τις παρεπόμενες αυτών ενοχικές και εμπράγματες εξασφαλίσεις.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε α) να ακυρωθεί η ως άνω σύμβαση εγγύησης και β) να ανακληθεί, κατά το μέρος που αφορά στο ιδανικό μερίδιό της επί του ως άνω ακινήτου, η υπ' αριθ. 13208/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με σκοπό την εξάλειψη της δυνάμει αυτής εγγραφείσας προσημείωσης υποθήκης, λόγω του ελαττώματος της σύμβασης εγγύησης, από την οποία απέρρεε η ασφαλιζόμενη με την ως άνω προσημείωση απαίτηση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 5179/2019 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της και δη ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη εναγομένη (για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης) και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, δεχόμενο ότι κι αν ήθελε κριθεί βάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί ύπαρξης πλάνης στη δήλωσή της κατά το χρόνο κατάρτισης της από 15.4.2009 δικαιοπραξίας, η πλάνη της αυτή δεν ήταν ουσιώδης, ώστε να μπορεί να ακυρωθεί η άνω δικαιοπραξία.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα την από 12.6.2019 έφεση, στρεφομένη και κατά των δύο εναγομένων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 2169/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι ορθώς απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ως ουσία αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, απορρίφθηκε στο σύνολό της η έφεση ως ουσία αβάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση από 6.10.2021 αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένη μόνον κατά της πρώτης εναγομένης -πρώτης εφεσίβλητης, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται οι κοινές για τη σύμβαση διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως.

Μεταξύ των τελευταίων είναι και η διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ με τη διάταξη του επομένου άρθρου 141 ΑΚ διευκρινίζεται ότι η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής καταστάσεως. Προς την πλάνη με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται (ΑΠ 704/2023, ΑΠ 512/2022, ΑΠ 406/2019, ΑΠ 1665/2012).

Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 716/2023, ΑΠ 1661/2022, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 406/2019). Πλάνη υπάρχει και όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή του με νόημα διαφορετικό εκείνου που πράγματι έχει από το νόμο, ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δηλώσεώς του.

Έτσι, αν κάποιος υπογράφει έγγραφο νομίζοντας εσφαλμένως ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες, ενώ τούτο περιλαμβάνει περιεχόμενο διαφορετικό, βρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης αν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δεν θα την επιχειρούσε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση (ΑΠ 512/2022, ΑΠ 115/2021/2021, ΑΠ 110/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 157 του ΑΚ, όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μετά την πάροδο διετίας και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία αυτή του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 704/2023, ΑΠ 1283/2018, ΑΠ 1447/2010).

Κατά δε το άρθρο 280 ΑΚ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος. Έτσι, το δικαστήριο, εφόσον από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί (ΑΠ 716/2023, ΑΠ 745/2017).

Η παραπάνω διετής προθεσμία, αν η πλάνη εξακολούθησε και μετά την διετία, αρχίζει από τότε που ο πλανηθείς έλαβε γνώση της πραγματικής καταστάσεως, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών τα οποία αυτός υπολάμβανε ως αληθινά ή ασυνείδητα αγνοούσε, κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, με βάση την οποία διαμορφώθηκε η βούλησή του προς κατάρτιση αυτής.

Ο ισχυρισμός του πλανηθέντος, που ζητεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, μετά την παρέλευση διετίας, ότι η πλάνη του διήρκησε και μετά την παρέλευση διετίας από της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας, αποτελεί αντένσταση, από το άρθρο 157 εδ.β` ΑΚ (ΑΠ 562/2020, ΑΠ 812/2019, ΑΠ 1783/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Το έτος 1981 συστάθηκε μεταξύ των αδερφών Ι.

Σ. και Α. Σ. , ο δεύτερος εκ των οποίων είναι σύζυγος της εκκαλούσας, η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α.. Σ. Ο.Ε.», με έδρα την ... και σκοπό την εκτέλεση μηχανουργικών εργασιών, την κατασκευή και διάθεση τυποποιημένων προϊόντων και την ανάληψη εργασιών συντήρησης μηχανολογικών εξοπλισμών βιομηχανιών και βιοτεχνιών.

Έκτοτε, η ως άνω εταιρεία λειτούργησε ως οικογενειακή επιχείρηση, νομίμως εκπροσωπούμενη αρχικά από αμφότερους τους ομόρρυθμους εταίρους, ο καθένας από τους οποίους είχε δικαίωμα να ενεργεί χωριστά και στη συνέχεια, από το έτος 1989 και εφεξής, μόνο από τον Ι. Σ. . Από τα κέρδη της εταιρείας αυτής βιοπορίζονταν οι δύο ομόρρυθμοι εταίροι, οι οποίοι συμμετείχαν σ' αυτά κατ' ισομοιρίαν.

Ειδικά, για την οικογένεια του Α. Σ. και της εκκαλούσας, αποτελούμενη από τους ίδιους και τα δύο τέκνα τους, η ως άνω εταιρεία ήταν η μοναδική πηγή εισοδήματος, όπως εξάλλου επιβεβαίωσε ο μάρτυρας γιος τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Στις 23-2-2009, η εταιρεία αυτή σύναψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε." σύμβαση έργου, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε την κατασκευή δοχείων για το διυλιστήριο της τελευταίας.

Η αμοιβή της εργολάβου εταιρείας "Α. Α.. Σ. O.E." για το πιο πάνω έργο συμφωνήθηκε αρχικά στο ποσό των 1.867.672 ευρώ και στη συνέχεια, μετά την από 17-11-2010 τροποποίηση της σύμβασης, στο ποσό των 1.903.772,10 ευρώ. Λόγω του μεγάλου ύψους του αντικειμένου της σύμβασης, δυνάμει σχετικού όρου της, όφειλε η εργολάβος εταιρεία να χορηγήσει στην εργοδότρια εταιρεία εγγυητικές επιστολές ελληνικής Τράπεζας.

Για τον λόγο αυτό, η εργολάβος εταιρεία απευθύνθηκε στην Τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" (δεύτερη των εφεσιβλήτων), με την οποία συνεργαζόταν ήδη από το έτος 1994, έχοντας καταρτίσει μ' αυτήν την υπ' αριθμ. 3/137/24-5-1994 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 50.000.000 δρχ., ήτοι 146.735,14 ευρώ, η οποία στη συνέχεια αυξήθηκε σταδιακά με τις υπ' αριθμ. 31137/1114-6-1999 και 31137/2/10-10-2001 πρόσθετες πράξεις, φτάνοντας στα ποσά των 130.000.000 δρχ., ήτοι 381.511,28 ευρώ και των 150.000.000 δρχ., ήτοι 440.205,43 ευρώ αντίστοιχα.

Έτσι, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, αλλά και του συζύγου της εκκαλούσας, ομορρύθμου εταίρου αυτής αφενός και της προαναφερόμενης Τράπεζας αφετέρου, κατόπιν σχετικού αιτήματος των πρώτων, συμφωνήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3/137/3/15-4-2009 πρόσθετης πράξης, η εκ νέου αύξηση του ορίου της πίστωσης κατά 1.000.000 ευρώ, από την οποία θα καλυπτόταν η έκδοση από την Τράπεζα των απαιτούμενων εγγυητικών επιστολών, συνολικής αξίας 653.685 ευρώ.

Επιπλέον, θα υπήρχε η δυνατότητα ανάληψης χρημάτων μέχρι την εξάντληση του ορίου της πίστωσης, που πλέον είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 1.440.205,43 ευρώ, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από την πιστούχο ως κεφάλαιο κίνησης και σύμφωνα με τις επιχειρηματικές της ανάγκες. Σημειώνεται ότι τα μέλη της πιστούχου εταιρείας, Ι.

και Α. Σ. , κατά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης πίστωσης, με τις από 24-5-1994 αυτοτελείς έγγραφες συμβάσεις, είχαν προβεί σε παροχή προσωπικής εγγύησης, δυνάμει της οποίας ο καθένας εξ αυτών είχε εγγυηθεί ατομικά προς την πιστώτρια την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρείας, που θα προέκυπταν από τη σύμβαση πίστωσης, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης, σε ολόκληρο με αυτήν, παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως και από τα λοιπά δικαιώματα που αναφέρονται εκεί.

Εξάλλου, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πιστούχου, όπως αυτές διαμορφώνονταν μετά από κάθε αύξηση του ορίου της πίστωσης, εγγυούνταν ατομικά τα ως άνω μέλη της πιστούχου, με τη σύμπραξή τους σε κάθε πρόσθετη πράξη υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών, προσθέτως δε παρείχαν στην πιστώτρια Τράπεζα δικαιώματα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητα ιδιοκτησίας τους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη πιστώτρια Τράπεζα, για τη χορήγηση της ως άνω αύξησης της πίστωσης, στα πλαίσια της οποίας θα εξέδιδε τις προμνημονευόμενες εγγυητικές επιστολές, λόγω του σημαντικού ύψους αυτής, αξίωσε την παροχή πρόσθετων διασφαλίσεων. Συγκεκριμένα, πέραν της ατομικής εγγυήσεως, που της παρείχε καθένα από τα μέλη της πιστούχου εταιρείας, Ι.

και Α. Σ. , οι οποίοι συμβλήθηκαν στην υπ' αριθμ. 3/137/3/15-4-2009 πρόσθετη πράξη και την υπέγραψαν ως εγγυητές, χορηγήθηκαν από αυτούς και από την πιστούχο εταιρεία και οι ακόλουθες εμπράγματες ασφάλειες: 1) δυνάμει της υπ' αριθμ. 13210/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγγράφηκε από την πιστώτρια Τράπεζα, προσημείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού των 241.000 ευρώ, σε ποσοστό συγκυριότητας 5.926,587.902 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 529 αγροτεμαχίου, εμβαδού 7.902 τ.μ., που ανήκε στην πιστούχο ομόρρυθμη εταιρεία, προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της κατά της τελευταίας, που απέρρεε από την υπ' αριθμ. 3/137124-5-1994 σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, συνολικού ύψους 1.440.205,43 ευρώ, 2) δυνάμει της υπ' αριθμ. 18268/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγγράφηκε από την πιστώτρια Τράπεζα προσημείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ, επί ποσοστού συγκυριότητας 4.500/8.062 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 392 αγροτεμαχίου, εμβαδού 8.062 τ.μ., που βρίσκεται στη ...

και ανήκε στον Ι. Σ. , προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της κατά του τελευταίου, υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή των υποχρεώσεων, που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση πιστώσεως και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, 3) δυνάμει της υπ' αριθμ. 18267/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγγράφηκε από την πιστώτρια Τράπεζα, προσημείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού των 400.000 ευρώ, επί του υπ' αριθμ. 9093 αγροτεμαχίου, έκτασης 2.359 τ.μ" που βρίσκεται στη θέση ...

και ανήκε κατ' ισομοιρία στα μέλη της πιστούχου εταιρείας, Ι. και Α. Σ. , καθώς επίσης και επί του υπ' αριθμ. ... αγροτεμαχίου, έκτασης 2.855 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... , επί του υπ' αριθμ. ... αγροτεμαχίου, έκτασης 2.840 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση Λαμώματα του Δήμου Βασιλικών, επί του υπ' αριθμ. 391α αγροτεμαχίου, έκτασης 1.187,50 τ.μ., που βρίσκεται στη ...

και επί ποσοστού συγκυριότητας 3.600/8.062 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 392 αγροτεμαχίου, εμβαδού 8.062 τ.μ., που βρίσκεται στη ... και ανήκαν αποκλειστικά στον Ι. Σ. , προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της εναντίον τους, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών των υποχρεώσεων, που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση πιστώσεως και τις πρόσθετες πράξεις αυτής.

Επιπλέον, η πιστώτρια Τράπεζα, προκειμένου να προβεί στην αιτούμενη αύξηση του ορίου της πίστωσης προς την πιστούχο εταιρεία "Α. Α.. Σ. Ο.Ε.», ζήτησε προσθέτως την παροχή εγγυήσεως και από τη σύζυγο του Α. Σ. , Ε. Δ. - Σ. (εκκαλούσα). Συγκεκριμένα, η τελευταία, στις 15-4-2009, δυνάμει της υπ' αριθμ. ΠΕΠ ... /2009 συμβάσεώς της με την πιστώτρια Τράπεζα, που φέρει τον τίτλο "ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ», εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα προς την Τράπεζα και υπέρ της πιστούχου την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της σύμβασης πίστωσης, μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, εν γένει δε εγγυήθηκε την εκπλήρωση από την πιστούχο όλων ανεξαιρέτως των υποχρεώσεων, που αυτή είχε αναλάβει με τη σύμβαση πίστωσης, ενεχόμενη σε ολόκληρο με την πιστούχο ως αυτοφειλέτρια, μέχρι του πιο πάνω ποσού, παραιτούμενη ανεπιφύλακτα από το δικαίωμα διζήσεως, καθώς και απ' όλα τα δικαιώματα και τις ενστάσεις, που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 855, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 του ΑΚ.

Προς τούτο, η εκκαλούσα έθεσε την υπογραφή της υπό την εμφανέστατη ένδειξη "Ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ». Ακολούθως, την 6-5-2009 η εκκαλούσα εμφανίσθηκε με το σύζυγό της, Α. Σ. , στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου αμφότεροι συναίνεσαν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, επί του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 1 διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου, εμβαδού μικτού 132,24 τ.μ.

και καθαρού 107,10 τ.μ., της οικοδομής επί της οδού ... , που τους ανήκε κατ' ισομοιρία, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας και εκεί αιτούσας εναντίον καθενός από αυτούς, ως εγγυητών (της εκκαλούσας μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ) των υποχρεώσεων της ως άνω πιστούχου εταιρείας, που απέρρεαν από την υπ' αριθμ. 3/137/24-5-1994 σύμβαση πίστωσης και τις υπ' αριθμ. 3/137/1/14-6-1999, 3/137/2/10-10-2001 και 3/137/3/15-4-2009 πρόσθετες πράξεις αυτής (συνολικού ύψους 1.440.205,43 ευρώ).

Εκδόθηκε δε σχετικά η υπ' αριθμ. 13208/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των Ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω διαμερίσματος μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του υπ' αριθμ. 96/2013 διατάγματος, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 4640/26-3-2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, περί πώλησης εργασιών των εν Ελλάδι εργασιών της Τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», αποφασίσθηκε η μεταβίβαση, λόγω πώλησης, από την τελευταία προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της σε σχέση με τις εργασίες της πρώτης στην Ελληνική Δημοκρατία.

Την 26-3-2013 καταρτίσθηκε μεταξύ των δύο ανωτέρω τραπεζών σύμβαση πώλησης των ως άνω στοιχείων, μεταξύ των οποίων και των "Ελληνικών Δανείων», δηλαδή όλων των δανειακών απαιτήσεων (είτε υπό μορφή χρεογράφων είτε υπό άλλη μορφή, πλέον των συναφών δεδουλευμένων τόκων και εξασφαλίσεων), στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η ένδικη σύμβαση πίστωσης και εγγύησης.

Η ως άνω σύμβαση εγκρίθηκε από την Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΠΑΘ) με την υπ' αριθμ. 66126-3-2013 απόφασή της και έκτοτε η πρώτη εφεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." κατέστη ειδική διάδοχος της πωλήτριας, δεύτερης εφεσίβλητης, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" σε σχέση και με τις ένδικες συμβάσεις, όπως προεκτέθηκε.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω πίστωση προς την ομόρρυθμη εταιρεία "Α. Α.. Σ. O.E.», η οποία εξυπηρετήθηκε από διάφορους λογαριασμούς, καταγγέλθηκε από την πρώτη εφεσίβλητη την 9-2-2015 και έλαβε χώρα το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, που εμφάνιζαν κατά τον χρόνο εκείνο χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους 383.531,86 ευρώ και κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου 515.693,04 ευρώ.

Εξάλλου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 17.652/21-10-2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α.. Σ. O.E.», συνακόλουθα δε κηρύχθηκαν σε πτώχευση και τα ομόρρυθμα μέλη της Σ. και Α. Σ. . Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι, λόγω πλάνης, θεωρούσε ότι η από 15-4-2009 σύμβαση, που υπέγραψε, αφορούσε την εκ μέρους της ανάληψη υποχρέωσης για παροχή εμπράγματης μόνο ασφάλειας επί του ανήκοντος σ' αυτήν ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του ως άνω διαμερίσματος, προς εξασφάλιση απαιτήσεως της πιστώτριας Τράπεζας, απορρέουσας όχι από τη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, αλλά μόνο από τις ως άνω εγγυητικές επιστολές και μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι την επιστροφή των εγγυητικών επιστολών στην εκδότρια Τράπεζα, οι οποίες (εγγυητικές επιστολές) επιστράφηκαν τον Μάιο του 2013, οπότε και ανέμενε την άρση της ως άνω προσημείωσης.

Επίσης, ισχυρίζεται ότι πολύ μεταγενέστερα από τη σύναψη της ως άνω από 15-4-2009 συμβάσεως, ήτοι τον Ιούλιο του 2013, όταν ζήτησε το πρώτον αντίγραφό της από την πιστώτρια Τράπεζα, διαπίστωσε ότι η εκ μέρους της ανάληψη υποχρεώσεως δεν είχε το παραπάνω περιεχόμενο, αλλά αφορούσε στην παροχή εγγυήσεώς της, ως αυτοφειλέτριας, μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας, που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις.

Καταρχήν, όπως αποδείχθηκε, ουδόλως υπήρξε οποιαδήποτε πλάνη της εκκαλούσας στη δήλωσή της, κατά την κατάρτιση της ως άνω από 15-4-2009 συμβάσεως. Συγκεκριμένα, η ανωτέρω, που ενημερώθηκε αρκούντως από τους αρμόδιους υπαλλήλους της πιστώτριας Τράπεζας για την ως άνω σύμβαση, γνώριζε πλήρως ότι παρείχε την ανεπιφύλακτη εγγύησή της υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, μέχρι το προαναφερόμενο ποσό, χωρίς οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας από την ως άνω σύμβαση πίστωσης, όπως ιδίως προκύπτει από τα ακόλουθα:

Α) Στο έγγραφο της εγγυητικής σύμβασης, όπως προεκτέθηκε, σαφέστατα αναγράφεται, με ευδιάκριτα γράμματα στον τίτλο του "ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ», ενώ στη συνέχεια, επίσης στην πρώτη σελίδα του, υπό την ένδειξη "ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΑΣΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ», αναγράφεται ότι πρόκειται για την "3/137-24.05.1994 ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΔΙ’ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΑΦΟΙ Σ.

ΕΥΡΏ 146.735,14 ΕΥΡΩ». Ακολούθως δε, παρατίθενται, κατά τον ίδιο τρόπο, και οι αυξητικές συμβάσεις της ως άνω σύμβασης πίστωσης. Επίσης, όπως προεκτέθηκε, η εκκαλούσα υπέγραψε στη δεύτερη σελίδα της παραπάνω σύμβασης υπό την ευδιάκριτη ένδειξη "Ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ». Β) Όπως προαναφέρθηκε, στις διαπραγματεύσεις με την πιστώτρια Τράπεζα για την εκ νέου αύξηση του ορίου της πίστωσης της εταιρείας "Α.

Α.. Σ. O.E." κατά 1.000.000 ευρώ, πέραν του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, Ι. Σ. , συμμετείχε και ο σύζυγος της εκκαλούσας και ομόρρυθμος εταίρος της πιστούχου εταιρείας Α. Σ. , ο οποίος μάλιστα προέτρεψε την εκκαλούσα να συμβληθεί και αυτή με την Τράπεζα, παρέχοντας τόσο την προσωπική της εγγύηση προς την πιστούχο εταιρεία, καθώς και δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας της στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας (μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ), έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η ως άνω αύξηση του ορίου της πίστωσης.

Ο ανωτέρω Α. Σ. , ο οποίος, ως πρώην διαχειριστής της εταιρείας "Α. Α.. Σ. Ο.Ε." και διαρκώς ομόρρυθμο μέλος της, είχε μεγάλη εμπειρία και πλήρη γνώση όλων των ως άνω συναλλαγών, ενημέρωνε και συμβούλευε σχετικά τη σύζυγό του, επιπλέον δε, παρευρισκόταν και ο ίδιος στο τραπεζικό κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, κατά την υπογραφή της ως άνω συμβάσεως παροχής εγγυήσεως από την εκκαλούσα.

Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι δήθεν και ο σύζυγός της παραπλανήθηκε και δεν αντιλήφθηκε το πραγματικό περιεχόμενο της επίμαχης σύμβασης, που αυτή υπέγραψε, είναι προδήλως αβάσιμοι. Γ) Όπως προαναφέρθηκε, λίγο χρόνο μετά την υπογραφή της ως άνω εγγυητικής σύμβασης, η εκκαλούσα εμφανίσθηκε με το σύζυγό της, Α.

Σ. , στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου αμφότεροι συναίνεσαν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, επί του προαναφερόμενου διαμερίσματος συνιδιοκτησίας τους, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας εναντίον καθενός από αυτούς, ως εγγυητών (της εκκαλούσας μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ) των οφειλών της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, που απέρρεαν από την προμνημονευόμενη σύμβαση πίστωσης, όπως αυτή αυξήθηκε κατά το ποσό των 1.000.000 ευρώ, (κατά τα αναφερόμενα και στην ως άνω εκδοθείσα υπ' αριθμ. 13208/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης).

Δηλαδή, και η ενέργεια αυτή της εκκαλούσας καταδεικνύει ότι η τελευταία, κατά την υπογραφή της από 15-4-2009 σύμβασης, γνώριζε πολύ καλά ότι παρείχε την εγγύησή της προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας, που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και ότι βέβαια δεν παρείχε τότε εμπράγματη εξασφάλιση επί του ανήκοντος σ' αυτήν ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του ως άνω διαμερίσματος, αφού αυτό συνέβη αργότερα, στις 6-5-2009, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατά συνέπεια, η εκκαλούσα, επικαλούμενη πλάνη της κατά τη σύναψη της ως άνω από 15-4-2009 συμβάσεως, όφειλε να είχε ασκήσει την κρινόμενη αγωγή με αίτημα την ακύρωση της συμβάσεως αυτής έως την 16-4-2011 (ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση διετίας από την επομένη της καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως), πλην όμως το δικόγραφο της κρινομένης αγωγής κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μόλις την 24-6-2015 και, ως εκ τούτου, το δικαίωμα αυτής προς ακύρωση της ως άνω δικαιοπραξίας λόγω πλάνης είχε πλέον αποσβεσθεί λόγω παρελεύσεως διετίας από της καταρτίσεως αυτής (κατ' άρθρο 157 ΑΚ), η δε κρινομένη αγωγή είναι απορριπτέα για το λόγο αυτό.

Συνακόλουθα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα και η σωρευόμενη στην αγωγή αίτηση ανάκλησης της υπ' αριθμ. 13.208/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που αφορά στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ιδανικού μεριδίου της εκκαλούσας στο ως άνω ακίνητο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αν και με διαφορετική αιτιολογία, ως προς την πρώτη εναγόμενη που πρέπει να αντικατασταθεί με την ανωτέρω, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα.

Τα αντίθετα συνεπώς, υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της...». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 5179/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 140, 141 και 157 του ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή ουδόλως υπήρξε οποιαδήποτε πλάνη της ενάγουσας στη δήλωσή της, κατά την κατάρτιση της ως άνω από 15.4.2009 συμβάσεως, κατά την έννοια των άρθρων 140 και 141 ΑΚ, αντίθετα δε αυτή γνώριζε πλήρως κατά τον χρόνο αυτό (κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης), ότι παρείχε την ανεπιφύλακτη εγγύησή της προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας, που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με συνέπεια το σχετικό δικαίωμά της προς ακύρωση της ως άνω δικαιοπραξίας λόγω πλάνης να έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παρελεύσεως διετίας από της καταρτίσεως αυτής.

Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.

Α.. Σ. Ο.Ε.», στην οποία μετείχε ως ομόρρυθμο μέλος και ο σύζυγος της ενάγουσας, στις 23-2-2009 σύναψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε." σύμβαση έργου, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε την κατασκευή δοχείων για το διυλιστήριο της τελευταίας, αντί αμοιβής που συμφωνήθηκε αρχικά στο ποσό των 1.867.672 ευρώ και στη συνέχεια, μετά την από 17.11.2010 τροποποίηση της σύμβασης, στο ποσό των 1.903.772,10 ευρώ, β) ότι λόγω του μεγάλου ύψους του αντικειμένου της σύμβασης, όφειλε η εργολάβος εταιρεία να χορηγήσει στην εργοδότρια εταιρεία εγγυητικές επιστολές ελληνικής Τράπεζας και για τον λόγο αυτό απευθύνθηκε στην Τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», με την οποία συνεργαζόταν ήδη από το έτος 1994, έχοντας καταρτίσει μ' αυτήν την υπ' αριθμ. 3/137/24-5-1994 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, γ) ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων με την άνω Τράπεζα συμφωνήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3/137/3/15.4.2009 πρόσθετης πράξης, η εκ νέου αύξηση του ορίου της πίστωσης κατά 1.000.000 ευρώ, από την οποία θα καλυπτόταν η έκδοση από την Τράπεζα των απαιτούμενων εγγυητικών επιστολών, συνολικής αξίας 653.685 ευρώ, δ) ότι η πιστώτρια Τράπεζα, για τη χορήγηση της ως άνω αύξησης της πίστωσης, στα πλαίσια της οποίας θα εξέδιδε τις προμνημονευόμενες εγγυητικές επιστολές, λόγω του σημαντικού ύψους αυτής, αξίωσε την παροχή πρόσθετων διασφαλίσεων από τα μέλη της πιστούχου εταιρείας και πράγματι χορηγήθηκαν από αυτούς και από την πιστούχο εταιρεία οι αναφερόμενες εμπράγματες ασφάλειες, ε) ότι, επιπλέον, η πιστώτρια Τράπεζα, προκειμένου να προβεί στην αιτούμενη αύξηση του ορίου της πίστωσης προς την πιστούχο εταιρεία "Α.

Α.. Σ. Ο.Ε.», ζήτησε προσθέτως την παροχή εγγυήσεως και από την ενάγουσα, σύζυγο του Α. Σ. , και πράγματι αυτή στις 15-4-2009, δυνάμει της υπ' αριθμ. ΠΕΠ ... /2009 συμβάσεώς της με την πιστώτρια Τράπεζα, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα προς την Τράπεζα και υπέρ της πιστούχου την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της σύμβασης πίστωσης, μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, στ) ότι, ακολούθως, την 6-5-2009 η ενάγουσα εμφανίσθηκε με τον άνω σύζυγό της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου αμφότεροι συναίνεσαν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, επί του περιγραφόμενου διαμερίσματος, που τους ανήκε κατ' ισομοιρία, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας εναντίον καθενός από αυτούς, ως εγγυητών (της ενάγουσας μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ) των υποχρεώσεων της ως άνω πιστούχου εταιρείας, που απέρρεαν από την άνω σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, εκδόθηκε δε σχετικά η υπ' αριθμ. 13208/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω διαμερίσματος μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, ζ) ότι ουδόλως υπήρξε οποιαδήποτε πλάνη της ενάγουσας στη δήλωσή της, κατά την κατάρτιση της ως άνω από 15-4-2009 συμβάσεως, καθόσον αυτή ενημερώθηκε αρκούντως από τους αρμόδιους υπαλλήλους της πιστώτριας Τράπεζας για την ως άνω σύμβαση και γνώριζε πλήρως ότι παρείχε την ανεπιφύλακτη εγγύησή της υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, μέχρι το προαναφερόμενο ποσό, χωρίς οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας από την ως άνω σύμβαση πίστωσης, η) ότι στις διαπραγματεύσεις με την πιστώτρια Τράπεζα για την εκ νέου αύξηση του ορίου της πίστωσης της εταιρείας "Α.

Α.. Σ. O.E." κατά 1.000.000 ευρώ, πέραν του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, Ι. Σ. , συμμετείχε και ο σύζυγος της ενάγουσας και ομόρρυθμος εταίρος της πιστούχου εταιρείας Α. Σ. , ο οποίος μάλιστα προέτρεψε την ενάγουσα να συμβληθεί και αυτή με την Τράπεζα, παρέχοντας τόσο την προσωπική της εγγύηση προς την πιστούχο εταιρεία, καθώς και δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας της στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας (μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ), έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η ως άνω αύξηση του ορίου της πίστωσης, θ) ότι λίγο χρόνο μετά την υπογραφή της ως άνω εγγυητικής σύμβασης, η ενάγουσα εμφανίσθηκε με τον άνω σύζυγό της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου αμφότεροι συναίνεσαν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, επί του προαναφερόμενου διαμερίσματος συνιδιοκτησίας τους, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας εναντίον καθενός από αυτούς, ως εγγυητών των οφειλών της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, ι) ότι και η ενέργεια αυτή της ενάγουσας καταδεικνύει ότι η τελευταία, κατά την υπογραφή της από 15.4.2009 σύμβασης, γνώριζε πολύ καλά ότι παρείχε την εγγύησή της προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας, που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και ότι δεν παρείχε τότε εμπράγματη εξασφάλιση επί του ανήκοντος σ' αυτήν ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του ως άνω διαμερίσματος, αφού αυτό συνέβη αργότερα, στις 6.5.2009, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και ια) ότι η ενάγουσα, επικαλούμενη πλάνη της κατά τη σύναψη της ως άνω από 15.4.2009 συμβάσεως, όφειλε να είχε ασκήσει την κρινόμενη αγωγή με αίτημα την ακύρωση της συμβάσεως αυτής έως την 16-4-2011 (ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση διετίας από την επομένη της καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως), πλην όμως το δικόγραφο της κρινομένης αγωγής κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 24-6-2015 και, ως εκ τούτου, το δικαίωμα αυτής προς ακύρωση της ως άνω δικαιοπραξίας λόγω πλάνης είχε πλέον αποσβεσθεί λόγω παρελεύσεως διετίας από της καταρτίσεως αυτής.

Από τις παραδοχές αυτές σαφώς συνάγεται ότι η απορριπτική κρίση του Εφετείου και συνακόλουθα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του στηρίζεται καταρχήν στο ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε πλάνη της ενάγουσας στη δήλωσή της, κατά την κατάρτιση της ως άνω από 15-4-2009 συμβάσεως, αντίθετα μάλιστα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ενημερώθηκε αρκούντως από τους αρμόδιους υπαλλήλους της πιστώτριας Τράπεζας για την ως άνω σύμβαση, και γνώριζε πλήρως ότι παρείχε την ανεπιφύλακτη εγγύησή της υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, μέχρι το προαναφερόμενο ποσό, χωρίς οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας από την ως άνω σύμβαση πίστωσης.

Η κρίση αυτή και μόνη στηρίζει το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η ακύρωση της σύμβασης λόγω πλάνης, προϋποθέτει την απόδειξη της ύπαρξης πλάνης και μάλιστα ουσιώδους. Πλεοναστικά αναφέρεται στη συνέχεια ότι η ενάγουσα, επικαλούμενη πλάνη της, όφειλε να είχε ασκήσει την κρινόμενη αγωγή με αίτημα την ακύρωση της ένδικης σύμβασης έως την 16-4-2011 (ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση διετίας από την επομένη της καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως), πλην όμως το δικόγραφο της κρινομένης αγωγής κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 24-6-2015 και, ως εκ τούτου, το δικαίωμα αυτής προς ακύρωση της ως άνω δικαιοπραξίας λόγω πλάνης είχε πλέον αποσβεσθεί λόγω παρελεύσεως διετίας από της καταρτίσεως αυτής, αφού η προηγηθείσα αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία ουδόλως επλανήθη η ενάγουσα κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εγγυήσεως, από μόνη της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της πλάνης ή μη της ενάγουσας, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών».

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει», ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως».

Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται πλήρως για τον καθένα το δικαίωμα προσβάσεως στα Ελληνικά δικαστήρια και παροχής πλήρους έννομης προστασίας από αυτά (Ολ.ΑΠ 8/2003). Ειδικότερα, με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθ' ο μέρος θεσπίζεται, ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή, καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1142/2020, ΑΠ 100/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις και είναι ίσοι ενώπιον του δικαστηρίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 115 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η διαδικασία πριν από τη δημόσια συνεδρίαση και έξω από το ακροατήριο είναι πάντοτε έγγραφη, κατά τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, νέοι δε ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις, και κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 εδ.

β του ΚΠολΔ, η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του ίδιου άρθρου αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 468/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η από 12.6.2019 έφεση της αναιρεσείουσας συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την 4.9.2020, ημέρα Παρασκευή, αντιμωλία των διαδίκων, οι οποίοι και προκατέθεσαν προτάσεις.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι είχαν δικαίωμα να καταθέσουν προσθήκη των προτάσεών τους έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση, δηλαδή μέχρι την 9.9.2020, ημέρα Τετάρτη. Πράγματι, η αναιρεσείουσα κατέθεσε την 9.9.2020 και ώρα 11 π.μ. προσθήκη-αντίκρουση, με την οποία κατά βάση προέβαινε σε αξιολόγηση των αποδείξεων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η διάσκεψη επί της υποθέσεως φέρεται να έλαβε χώρα την 7.9.2020, ημέρα Δευτέρα, πριν δηλαδή την εκπνοή της προθεσμίας για την κατάθεση προσθήκης-αντίκρουσης, και η δημοσίευση της απόφασης την 3.12.2020. Ορμώμενη, λοιπόν, από την ως άνω αναφορά περί του χρόνου διασκέψεως του Δικαστηρίου, προβάλλει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 20 του Συντ.

και των άρθρων 110, 115 και 524 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, αποφασίζοντας επί της εφέσεώς της την 7.9.2020, δεν έλαβε υπόψη του την άνω προσθήκη που κατέθεσε αυτή την 9.9.2020, με την οποία απαντούσε στους ισχυρισμούς των αντιδίκων της και ανέπτυσσε νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς, σχολιάζοντας τα αποδεικτικά μέσα και τους προταθέντες με τις προτάσεις των αντιδίκων του ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια να επέλθει ευθεία παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 20 του Συντ.

και των άρθρων 110 και 115 του ΚΠολΔ, διότι στερήθηκε του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και του δικαιώματος να εκθέσει εντός της τασσόμενης από το νόμο προθεσμίας τους ισχυρισμούς της και την παροχή ευκαιρίας να πληροφορηθεί και να σχολιάσει τις παρατηρήσεις των αντιδίκων της και τις αποδείξεις που προσκόμισαν εκείνοι, έτσι δε υπέπεσε η προσβαλλόμενη σε παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και σε παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, διότι κατά παράβαση των άρθρων 115 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, υπέπεσε σε παράβαση της διαδικασίας και εξέπεσε-κατήργησε το δικαίωμά της σε κατάθεση προσθήκης και παραβίασε το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμά της υπερασπίσεως κατ' άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, διότι από το όλο περιεχόμενο ης προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι εκ παραδρομής αναγράφηκε σ' αυτήν ότι η διάσκεψη της υποθέσεως έλαβε χώρα την 7.9.2020, ήτοι την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη συζήτηση της έφεσης, πράγμα εντελώς ανέφικτο, καθόσον τότε δεν ήταν δυνατή η παράδοση της σχετικής δικογραφίας στον εισηγητή δικαστή, αφού για την παράδοση από τον αρμόδιο γραμματέα της δικογραφίας πρέπει να έχει συμπληρωθεί το τριήμερο για την κατάθεση προσθήκης-αντίκρουσης από τους διαδίκους.

Είναι σαφές ότι η διάσκεψη της υπόθεσης έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και πάντως πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς λήφθηκαν υπόψη τα κατατεθέντα δικόγραφα και οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτά ισχυρισμοί των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσθήκης-αντίκρουσης, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα την 9.9.2020 και ώρα 11 π.μ., προκύπτει ότι με αυτήν η τελευταία δεν προέβαλε κάποιον αυτοτελή ισχυρισμό, προς αντίκρουση οποιουδήποτε ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, η οποία άλλωστε περιορίσθηκε στην άρνηση της αγωγής, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για στέρηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και του δικαιώματος να εκθέσει εντός της τασσόμενης από το νόμο προθεσμίας τους ισχυρισμούς της.

Ειδικότερα, με την προσθήκη αυτή η αναιρεσείουσα, πέραν των όσων ανέφερε με τις προτάσεις της, συμπλήρωσε ότι από το γράμμα και το πνεύμα των προτάσεων της αναιρεσίβλητης επιβεβαιώνονται πλήρως οι ισχυρισμοί της περί του ότι αυτή πίστευε ότι δίδει προσημείωση στο ακίνητό της για περιορισμένο χρόνο και για συγκεκριμένο σκοπό, ήτοι για την καλή εκτέλεση μιας σύμβασης, η οποία εντέλει εκτελέστηκε καλά, περί του καταχρηστικού τρόπου με τον οποίο ενήργησαν οι αντίδικές του τράπεζες και περί του ότι ουδέποτε του χορήγησαν αντίγραφα των εγγράφων που υπέγραψε.

Δεν προέβαλε δηλαδή η αναιρεσείουσα νέους ισχυρισμούς για την αντίκρουση ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, αντίθετα ισχυρίσθηκε ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί της επιβεβαιώνονται από το γράμμα και το πνεύμα των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, τις οποίες προτάσεις όμως δεν ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση για να καταλήξει στις ως άνω κρίσεις της.

Επομένως, ο προκείμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι τελούσε σε πλάνη εν σχέσει με το περιεχόμενο της σύμβασης και προς απόδειξη του χρόνου αποκατάστασης της πλάνης της.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: α) την με αριθ. 838/24.7.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Φ. Ν.. Ε. , στην οποία περιλαμβάνεται η επιδοθείσα στην αντίδικό της από 22.7.2013 εξώδικη διαμαρτυρία - αίτηση απαλλαγής από εγγύηση, β) την με αριθ. 1263/1.11.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Φ.

Ε. , στην οποία περιλαμβάνεται η επιδοθείσα στην αντίδικό της από 17.10.2013 εξώδικη διαμαρτυρία - αίτηση απαλλαγής από εγγύηση, και γ) αντίγραφο της από 7.11.2013 εξώδικης απάντησης της αναιρεσίβλητης, από τα οποία αποδεικτικά έγγραφα αποδεικνύεται ότι μόλις τον Ιούλιο 2013 έλαβε γνώση για πρώτη φορά του πραγματικού περιεχομένου της επίδικης από 15.4.2009 σύμβασης παροχής εγγύησης.

Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2021 αίτηση της Ελένης συζ. Α. Σ. για αναίρεση της με αριθ. 2169/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ