Legislator Case Law & Legislation
1259/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, ruling procedural defects preclude review of jurisdictional decisions.

Case Number 1259/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in declaring the case inadmissible due to lack of jurisdiction, claiming the defendant's actions fell under the exclusive competence of the Special Court for Prosecutors. The court rejected this, holding that the Court of Appeal correctly applied the law by determining the matter involved the organization of the Prosecution Service and thus lacked jurisdiction. Consequently, the appeal was found inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 15, 16 of Law 1756/1988; Article 99 of the Constitution; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a case involves the organization of the Prosecution Service and the exercise of prosecutorial duties, the Special Court for Prosecutors has exclusive jurisdiction, rendering appeals against lower court decisions on jurisdiction inadmissible.

Keywords

AI generated
jurisdictional competence Special Court for Prosecutors Prosecution Service organization inadmissible appeal procedural defect Code of Civil Procedure constitutional mandate

Cited Legislation

AI generated
Article 15 of Law 1756/1988
Article 16 of Law 1756/1988
Article 99 of the Constitution
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1259 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1259/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θαλή Μέλφο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2013 και 4/3/2014 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15719/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 608/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/7/2017 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 128/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 27.7.2017 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ύστερα από την υπ' αριθμ. 128/2022 πράξη του Προέδρου του Α1 τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ., κατά την οποία (δικάσιμο) παρέστησαν αμφότεροι οι διάδικοι, νόμιμα κλητευθέντες (βλ. τα από 9-5-2022 και από 5-5-2022 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ./νου Δ. και Α.. Κ., αντίστοιχα).

Από το άρθρο 16 του νόμου 1756 του 1988, όπως ίσχυε το 2008, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του ίδιου νόμου, προβλέπεται ότι την εισαγγελία, σε περίπτωση που υπηρετούν σε αυτήν περισσότεροι εισαγγελείς, διευθύνει ο αρχαιότερος εισαγγελέας, ωστόσο η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και Εισαγγελίες Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης διευθύνονται από τον εισαγγελέα που εκλέγεται με μυστική ψηφοφορία από τις ολομέλειες των οικείων εισαγγελέων, οι οποίες συνέρχονται αυτοδικαίως για το σκοπό αυτόν, ανά διετία, την ενδέκατη πρωινή ώρα του τρίτου Σαββάτου του μηνός Σεπτεμβρίου, είναι δε υποχρεωτικά υποψήφιοι οι αρχαιότεροι εισαγγελείς σε αριθμό ίσο με 1/2 κατά σειρά αρχαιότητας από τους υπηρετούντες ο διευθύνων την εισαγγελία εκπροσωπεί αυτήν και φροντίζει για την εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών της, ασκώντας τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 15 του νόμου 1756 του 1988.

Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.ΑΠ 5/1995).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/1999, ΑΠ 1980/17, ΑΠ 741/17, ΑΠ 313/15 , ΑΠ 751/2003).

Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις, όπως του άρθρου 1 ΚΠολΔ, δεν είναι του ουσιαστικού, αλλά του δικονομικού δικαίου.

Τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 475/2019, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 1043/2017, ΑΠ 741/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 99 παρ. 1 του Συντάγματος καθιδρύεται ειδικό δικαστήριο για την εκδίκαση αγωγών κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών, οι οποίες δικάζονται, όπως νόμος ορίζει.

Σε εκτέλεση του άρθρου αυτού εκδόθηκε ο νόμος 693/1977 "περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας", ορισμένες διατάξεις του οποίου τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 34, 35 και 36 του νόμου 1366/1983. Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 693/1977, σαφώς προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δωσιδικούν αποκλειστικώς και μόνον ενώπιον του ανωτέρω ειδικού δικαστηρίου για όλες τις πράξεις ή παραλείψεις τους, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την άσκηση των αναγόμενων στη δικαστική λειτουργία καθηκόντων τους και οφείλονται σε δόλο, βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία, εφόσον από αυτές προέκυψε ζημία στο διάδικο.

Η δικαιοδοσία του πιο πάνω ειδικού δικαστηρίου για την εκδίκαση αγωγών κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών είναι αποκλειστική. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, ότι η αναιρεσείουσα με την από 21.3.2013 αγωγή της ισχυρίζεται ότι ήταν δικαστική λειτουργός στο βαθμό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και ότι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας έχοντας κριθεί με απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Θεσσαλονίκης ανάπηρη με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%.

Ότι η ίδια, παρά το σοβαρότατο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε, συνέχιζε να εργάζεται, επεξεργαζόμενη δικογραφίες στην οικία της, δεν μετείχε όμως σε ακροατήρια, διότι αυτό ήταν αντικειμενικά αδύνατο ενόψει της κατάστασής της, ωστόσο η ανωτέρω μερική διαφοροποίηση των καθηκόντων που της ανατίθεντο από τους εκάστοτε, ενήμερους για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, προϊσταμένους Θεσσαλονίκης, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ήταν σε κάθε περίπτωση νόμιμη, ακριβώς επειδή εξακολουθούσε να είναι χρήσιμη στην υπηρεσία, ενώ ενήμεροι για την εν λόγω διαφοροποίηση των καθηκόντων της ήταν τόσο ο Εισαγγελέας, όσο και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου.

Ότι όταν ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ο αναιρεσίβλητος, από το Φθινόπωρο του 2007 και εφεξής δεν συνέχισε να ρυθμίζει την υπηρεσιακή απασχόλησή της κατά τον ανωτέρω τρόπο, επικαλούμενος ότι δεν προβλέπεται μερική απασχόληση δικαστικού λειτουργού και της υπέδειξε ως λύση στο πρόβλημά της, την εθελούσια έξοδό της από το σώμα, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3630/2008.

Ότι συνέταξε και απέστειλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης και στη Διεύθυνση Δικαστικών Λειτουργών, έγγραφο δυνάμει του οποίου επικαλούνταν, ότι η ίδια, αν και συνέχιζε να μισθοδοτείται, δεν εμφανιζόταν αδικαιολόγητα στην υπηρεσία της, ωστόσο αυτό ενόψει της καταστάσεως της υγείας της ήταν ψευδές, γνώριζε δε ο ίδιος ότι ο σχετικός ισχυρισμός του δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια.

Ότι ο αναιρεσίβλητος, πέραν της συκοφαντικής για την ίδια προαναφερόμενης ενέργειάς του, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να κινηθεί σε βάρος της εξέταση, με αφορμή την αδικαιολόγητη εκ μέρους του έκδοση των μνημονευόμενων στο δικόγραφο πράξεών του περί περικοπής του μισθού της, ισχυρίσθηκε και πάλι ψευδώς ότι η ίδια δεν εμφανιζόταν αδικαιολόγητα στην υπηρεσία της και δεν συμμετείχε λειτουργικά στις εργασίες της.

Ότι ο εναγόμενος, με την προαναφερόμενη συμπεριφορά του και ενέργειές του, την εξώθησε σε παραίτηση το έτος 2008 κατά τη διαδικασία του άρθρου 1 του Ν. 3630/2008. Ότι παρά την κατάσταση της υγείας της θα μπορούσε να απασχολείται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (κατ' οίκον), έως και την συνταξιοδότησή της το έτος 2027 (στο 67° έτος της ηλικίας της), με αποτέλεσμα από τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση να υποστεί υλική ζημία ύψους 1.081.157,43 ευρώ, συνιστάμενη στη διαφορά των μισθών που θα ελάμβανε ως εισαγγελέας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και των συντάξεων, που ήδη από το έτος 2008 λαμβάνει, αλλά και θα συνεχίσει να λαμβάνει, κατά τη διάρκεια των ανωτέρω ετών, ενώ επιπλέον υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου αφενός εμφανιζόταν η ίδια, στο χώρο της Δικαιοσύνης, ως ανάξια και αμελής εισαγγελική λειτουργός, αφετέρου εξαναγκάσθηκε να εγκαταλείψει εισαγγελικό το σώμα.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε με την πρώτη αγωγή της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει αποζημίωση για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη, το ποσό των 10.000,00 ευρώ (επιφυλασσόμενη για τις πέραν του ως άνω ποσού ομοειδείς αξιώσεις της), καθώς επίσης και το ποσό των 10.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησή της, νομιμότοκα από την επομένη επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Με την δεύτερη αγωγή της, την οποία χαρακτηρίζει συμπληρωματική αγωγή, η αναιρεσείουσα παραθέτοντας κατά λέξη το κείμενο της πρώτης αγωγής, ζητεί να υποχρεωθεί ο αντίδικός της να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίησή της, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, αντί του αρχικού ποσού των 10.000,00 ευρώ, το ποσό των 12.000,00 ευρώ, νομιμότοκα.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 15719/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε αμφότερες, ως απαράδεκτες, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Κατά της πρωτόδικης απόφασης, άσκησε έφεση η ηττηθείσα ενάγουσα και το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε απορριπτέα την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, αφού δέχθηκε ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο συνιστούν την ιστορική βάση αγωγής κακοδικίας, για την εκδίκαση της οποίας αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το κατά το άρθρο 99 του Συντάγματος Ειδικό Δικαστήριο για το λόγο ότι η συμπεριφορά που αποδίδεται στον τελευταίο εκδηλώθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ως προϊσταμένου της εισαγγελίας, τα οποία όμως ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με την ιδιότητά του ως εισαγγελέα, δηλαδή ως οργάνου της δικαστικής αρχής, και αφορά αντικείμενο που ανάγεται στην οργάνωση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού του έργου.

Έτσι που έκρινε, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, τουτέστιν της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, ο δε περί του εναντίου πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο και η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως αναφέρθηκε, οι διατάξεις περί δικαιοδοσίας είναι δικονομικού δικαίου, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.7.2017 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 608/2017 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησης της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ