Supreme Court dismisses appeal due to respondent's absence and lack of legal summons under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a lower court decision regarding property usage rights. The respondent failed to appear at the hearing without a valid legal excuse, and the court found no evidence of a proper summons. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to the respondent's failure to participate in the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 577 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate properly in a cassation hearing without legal summons, the Supreme Court examines who expedited the hearing. If the opposing party expedited it, the court investigates whether the absent party was legally and timely summoned; if not, the hearing is declared inadmissible and the case remitted for new summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1259 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1259/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και από τον Προϊστάμενο της ..., κατοικοεδρεύοντα στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/6/2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2006 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/4/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα ανέγνωσε την από 10/2/2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` του Κ.Πολ.Δ., που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Έτσι, αν, κατά τη νέα δικάσιμο, είναι απών κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτήν νόμιμα και εμπρόθεσμα, μόνο δε αν συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος διαδίκου, κατά την νέα, μετ` αναβολή, δικάσιμο (Ολ.Α.Π. 41/2005, Α.Π. 431/2020, Α.Π. 350/2008), εφόσον ο απολειπόμενος διάδικος είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή νόμιμα είχε παρασταθεί κατ` αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωση, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. (Α.Π. 241/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 716/17-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο ... Γ. Δ., την οποία προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης μετά της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνιση του αναιρεσιβλήτου, κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 5ης-4-2021, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-2-2022), επιδόθηκε σ` αυτόν νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Ο αναιρεσίβλητος, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την παραπάνω δικάσιμο (21-2-2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρών.
Η υπό κρίση από 18-4-2007 (24/19-4-2007) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εκδοθείσα 99/10-3-2006 απόφαση του Εφετείου ...ς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 του α.ν. 1540/1938, 19 του α.ν. 1919/1939, 2 του α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημιώσεως, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέτρο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή του δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδίκου ή του Προέδρου ουδεμία ασκεί επιρροή στη δίκη, που αφορά στο δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημιώσεως, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτελέσεως, κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά της οποίας ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο συνίσταται στην ωφέλεια, την οποία εκείνος που καρπούται ή κάνει αυθαίρετα χρήση του δημόσιου κτήματος αποκόμισε αδικαιολογήτως, ήτοι ό,τι θα κατέβαλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο, ως αντάλλαγμα, αν, με έγκυρη σύμβαση, χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα (Α.Π. 1517/2017).
Περαιτέρω, ειδική διάταξη που ρυθμίζει την παραχώρηση κοινόχρηστων χώρων σε δήμους και κοινότητες είναι εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 49 του ν. 1416/1984, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 11 του άρθρου 7 του ν. 2307/1995, με την οποία ορίζεται ότι "με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή, κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στο Δημόσιο μπορεί να παραχωρούνται κατά χρήση, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας τους ως κοινοχρήστων, σε δήμους και κοινότητες στην οποίων βρίσκονται".
Με τη διάταξη αυτή δεν ρυθμίζεται, βεβαίως, ρητά, το ζήτημα αν υπάρχει η δυνατότητα της περαιτέρω προς τρίτους παραχώρησης των παραχωρούμενων σε δήμο ή κοινότητα κοινοχρήστων και μάλιστα με το δικαίωμα της εκμετάλλευσης αυτών. Καταρχήν, από το γράμμα της διάταξης αυτής δεν προκύπτει ότι επιτρέπεται ή απαγορεύεται ρητά η παραχώρηση αυτή.
Ενόψει, όμως, του ότι η περαιτέρω προς τρίτους παραχώρηση, δυνάμει έννομης σχέσης, κοινοχρήστων χώρων και αιγιαλών, όχι μόνο δεν αποδοκιμάζεται από τη σχετική, αλλά και την εν γένει, νομοθεσία, αλλά προβλέπεται και σε άλλες διατάξεις, επιβάλλεται, στην προκειμένη περίπτωση, με διασταλτική ερμηνεία, να γίνει δεκτό ότι οι δήμοι και οι κοινότητες έχουν τη δυνατότητα να παραχωρούν τα παραχωρηθέντα σ' αυτούς κοινόχρηστα σε τρίτους, δυνάμει έννομης σχέσης (όπως είναι η εκμίσθωσή τους), αφού κάτι τέτοιο δεν περιλαμβάνεται μεν στο γράμμα του νόμου, ανταποκρίνεται, όμως, στο πνεύμα αυτού, δηλαδή, περιέχεται στο λογισμό του νομοθέτη.
Τέτοιες διατάξεις, οι οποίες περιέχονται κατ' αρχήν στο ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας" (που ίσχυσε μέχρι τις 19-12-2001, οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2971/2001), με τον οποίο επιτρεπόταν η παραχώρηση επ' ανταλλάγματι νησίδων, υφάλων, σκοπέλων και αβαθούς θάλασσας "μετά του έσωθεν ταύτης αιγιαλού" σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα και στον οποίο προβλεπόταν στην παρ. 3 του άρθρου 11 αυτού η δυνατότητα του προς ον η παραχώρηση να μεταβιβάσει εν όλω ή εν μέρει το δικαίωμα αυτού ή άλλου ή να συνάψει οιανδήποτε εμπράγματη ή ενοχική σχέση αφορώσα στο παραχωρηθέν, εφόσον είχε την έγκριση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτικών.
Επίσης, στο ν. 2971/2001 προβλέπεται, επίσης, στο άρθρο 15 παρ.5, η δυνατότητα όπως ο παραχωρησιούχος (που μπορεί να είναι και ..., κατ' άρθρο 13 παρ. 5) "να μεταβιβάσει ολικά ή μερικά το δικαίωμά του σε άλλον ή να συνάψει οποιαδήποτε σχέση γι' αυτό, με ή χωρίς αντάλλαγμα, που να αφορά την έκταση που παραχωρήθηκε...", εφόσον υπάρχει έγκριση του αρμόδιου για την παραχώρηση οργάνου, δηλαδή του Υπουργού Οικονομικών (άρθρο 13 παρ. 2).
Τέτοια έγκριση μάλιστα δεν απαιτείται, αν η μεταβίβαση γίνεται προς αμιγή επιχείρηση του ίδιου του και την εκδοχή ότι δεν υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω παραχώρησης κοινοχρήστων χώρων και αιγιαλών από τους Δήμους και τις Κοινότητες, ο νομοθέτης θα εμφανιζόταν ανακόλουθος, αφού από τη μία προβλέφθηκε η δυνατότητα αυτή, με τις προαναφερόμενες διατάξεις και από την άλλη δεν θα επιτρεπόταν στους Δήμους και τις Κοινότητες η δυνατότητα αυτή (Ολ.Α.Π. 18/2011, Α.Π. 263/2020).
Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 εδαφ. ε και στ' και 4 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., κατά τις οποίες "καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κ.Πολ.Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων", προκύπτει ότι από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικονομίας, αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών από τη βεβαίωση με πρωτόκολλο της αποζημιώσεως που οφείλει στο Δημόσιο εκείνος, ο οποίος καρπώνεται ή κάνει χρήση αυθαίρετα δημόσιου κτήματος, είναι αποκλειστικά το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (Α.Π. 263/2020, Α.Π. 1326/2019, Α.Π. 1408/2012).
Η σχετική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου προσβαλόταν με τα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 21-22/2002), μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4072/2012 (11-4-2012), οπότε, δυνάμει του άρθρου 326 παρ. 3 του οποίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 330 παρ. 2 του ίδιου νόμου, αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άρθρου 115 του π.δ.
από 11/12-11-1929 και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλων αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιων κτημάτων. Ανεξαρτήτως δε του ότι η απόφαση, που εκδίδεται στις διαφορές αυτές, τέμνει οριστικώς την υπόθεση και δεν έχει χαρακτήρα ασφαλιστικού μέτρου, λόγω της εφαρμογής της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για το σκοπό της ταχύτερης εκδικάσεώς τους, δεν απαιτείται να τηρηθούν οι εγγυήσεις της τακτικής διαδικασίας, αλλά εφαρμόζονται ειδικά οι διατάξεις των ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα και εκείνη του άρθρου 690 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) αρκείται σε πιθανολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1326/2019, Α.Π. 401/2016, Α.Π. 67/2012).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί , ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 και Ολ.Α.Π. 4/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. O λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ.Α.Π. 9/2013 Ολ.Α.Π. 24/1992, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 29/2020, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 253/2013, Α.Π. 343/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, ..., με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε πριν από την ισχύ του ν. 4072/2012 (11-4-2012), τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενο ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 690 του Κ.Πολ.Δ.
και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε με πιθανολόγηση και όχι με πλήρη απόδειξη τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον η προσαπτόμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση αφορά σε δικονομικό και όχι σε ουσιαστικό κανόνα δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, αν οι αιτιάσεις αυτές ήθελαν εκτιμηθεί ότι αφορούν στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια, δηλαδή, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάνθηκε, βάσει πιθανολόγησης των ισχυρισμών των διαδίκων, ενώ, όφειλε να αχθεί στο αποδεικτικό του πόρισμα, αξιώνοντας πλήρη απόδειξη αυτών, είναι αβάσιμες, διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, λόγω της φύσεως της διαφοράς, ορθώς, αρκέστηκε στην πιθανολόγηση, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν πρόκειται για αγωγή αναγνωριστική ανυπαρξίας δικαιώματος του Δημοσίου προς αποζημίωση.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, προκύπτουν τα ακόλουθα: "Εις βάρος του ανακόπτοντος εκδόθηκε το αρ. πρωτ. 505/22-5-2005 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως της Κτηματικής Υπηρεσίας ...ς, με το οποίο του επιβλήθηκε ως αποζημίωση το ποσό των 43.120,35 ευρώ για τη στη θέση 'Δασιά' ...
αυθαίρετη χρήση απ' αυτόν κατά το χρονικό διάστημα 1998-2002, αιγιαλού και θαλάσσιου χώρου εμβαδού 351 τ. μέτρων επί του οποίου υπάρχει εξέδρα θαλασσίων σπορ... Η εξέδρα κατασκευάστηκε το 1987 από την τότε κοινότητα Κάτω ..., ήδη σήμερα υπαγόμενη στο ..., για λόγους ψυχαγωγίας των κατοίκων και των επισκεπτών της, χωρίς έκτοτε να επέλθει μεταβολή ή επέκταση αυτής.
Την ίδια εξέδρα από τον παραπάνω χρόνο μέχρι σήμερα χρησιμοποιεί και ο ανακόπτων ως εκπαιδευτής θαλασσίων σπορ διαθέτοντας και σχετική άδεια από την αρμόδια προς τούτο Δημόσια Υπηρεσία, κατόπιν μισθώσεως του ως άνω κοινόχρηστου χώρου, επί του οποίου και η εξέδρα, από το ... ..., στον οποίο παραχωρήθηκε από το καθ' ου ...
η χρήση του και το δικαίωμα εκμετάλλευσης... Και ναι μεν για τα 1998-1999 και 2000 υπόλοιπα επίδικα έτη αν και ο ίδιος (ανακόπτων) καίτοι επικαλούμενος μίσθωση από τον Δήμο, στον οποίο και για το χρονικό αυτό διάστημα κατά τους ισχυρισμούς του καταβάλλει τα μισθώματα... τούτο δεν αμφισβητείται από τον ..., ο οποίος εξέδωσε τη με αρ.
πρωτ. 2332/9-6-2003 βεβαίωσή του στην οποία αναφέρει όπως από το κείμενο αυτής προκύπτει ότι η εξέδρα εξυπηρετεί τον ανακόπτοντα από της κατασκευής της, μετά από νόμιμη παραχώρηση της απλής χρήσεώς της από το Δήμο και καταβολής από τον τελευταίο ετησίου μισθώματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και, ακολούθως, δέχθηκε κατ' ουσία την ανακοπή τούτου και ακύρωσε το 505/22-5-2005 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως χρήσεως της Κτηματικής Υπηρεσίας ...ς.
Ειδικότερα, υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η Κοινότητα Κάτω ... -ήδη ...- στην οποία παραχωρήθηκε νόμιμα η χρήση της επίδικης έκτασης και το δικαίωμα εκμετάλλευσής της από το αναιρεσείον, ..., παραχώρησε, εντεύθεν, το δικαίωμα της χρήσης αυτής στον αναιρεσίβλητο, δυνάμει έγκυρης συμβάσεως μισθώσεως, αντί παροχής μισθωτικού ανταλλάγματος και, έτσι, ο τελευταίος παρέλαβε καλόπιστα τη χρήση και την εκμετάλλευση της ως άνω έκτασης, πιστεύοντας ότι πράττει νόμιμα, μισθώνοντάς το από την ως άνω Κοινότητα (μετέπειτα Δήμο) και καταβάλοντας το συμφωνηθέν μίσθωμα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 49 παρ. 3 του ν. 1416/1984 και 13 παρ. 2 και 5 του ν. 2971/2001, δέχθηκε το μεν, ότι η ως άνω παραχωρησιούχος Κοινότητα και μετέπειτα ... είχε δικαίωμα περαιτέρω παραχώρησης της επίδικης έκτασης σε τρίτους, όπως ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος, το δε, ότι αυτός δεν έκανε αυθαίρετη χρήση του επίδικου κοινόχρηστου χώρου, καθόσον του είχε παραχωρηθεί, δυνάμει έγκυρης σύμβασης μίσθωσης, σε εκτέλεση δε αυτής, κατέβαλε το συμφωνηθέν μισθωτικό αντάλλαγμα, πιστεύοντας καλόπιστα ότι η ως άνω Κοινότητα (μετέπειτα ...) είχε δικαίωμα παραχώρησης της χρήσης προς τρίτους.
Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο καλόπιστος τρίτος πρέπει να επωμιστεί τις συνέπειες τυχόν παρατυπιών και παραλείψεων των οργάνων του αναιρεσείοντος .... Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι η ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων του ν. 2971/2001, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-4-2007 (24/19-4-2007) αίτηση του ... κατά του Σπυρίδωνος Κάνταρου του Ιωάννη για αναίρεση της 99/2006 απόφασης του Εφετείου ...ς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ