Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of debt claim due to lack of good faith reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the second ground of appeal regarding the appellate court's failure to provide sufficient reasoning for its decision. The appellant argued the lower court violated substantive law by relying solely on the declarant's subjective intent without examining the context, purpose, or subsequent conduct of the parties. The Court agreed that the appellate judgment lacked a lawful basis because it did not verify if its interpretation aligned with good faith principles and contractual ethics.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; Articles 361 and 873 of the Civil Code: When interpreting a declaration of will, the court must examine the context, purpose, and subsequent conduct of the parties to ensure the interpretation aligns with good faith and contractual ethics, rather than relying solely on the subjective intent of the declarant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1259 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1259/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-9-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Optima bank A.E.", όπως μετονομάστηκε από "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 ανακοπή και τους από 3-1-2008 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2864/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1834/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης ανέγνωσε την από 8-2-2021 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1834/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015).
Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου...
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID- 19, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από τον γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 5-9-2019 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατά του Κ. Κ. του Ν. για αναίρεση της με αριθ. 1834/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Από την υπ` αριθ. 5955Γ'/17-7-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ.
Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα Τράπεζα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για τη δικάσιμο της 22-2-2021 ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι, αντίγραφο της άνω αίτησης της αναιρεσείουσας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22-2-2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Κατά την τελευταία ως άνω δικάσιμο η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων λόγω της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, εκδόθηκε η από 12-5-2021 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως στο ακροατήριο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (13-9-2021) και με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (13.9.2021), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..
Επομένως, ενόψει του ότι η δυνάμει του προαναφερόμενου αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της συζήτησης εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και ο ως άνω απολιπόμενος αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νομίμως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22-2-2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, που δεν καταργήθηκε με το άρθρ. 17 του ΕισΝΑΚ, κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο ενός έτους από τη λήξη του έτους στο οποίο έγινε, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρ. 20§1στοιχ. (γ) του ν. 1806/1988, χρηματιστηριακή συναλλαγή είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Τα παραπάνω άρθρα καταργήθηκαν από 1.11.2007 με το άρθρ. 85 του ν. 3606/2007, όμως εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση που αφορά αξιώσεις αναγόμενες σε προηγούμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή των ετών 2001-2002. Από το συνδυασμό λοιπόν των άρθρων αυτών προκύπτει ότι η παραπάνω ετήσια παραγραφή ισχύει και προκειμένου για αξιώσεις μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, που είναι μορφή της κατ` άρθρ. 90 του ΕμπΝ εμπορικής παραγγελίας (ΑΠ 1146/2003) και συνιστά παρεπόμενη σύμβαση σε σχέση με την κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση, όπως μεταξύ άλλων είναι και αυτή της αγοραπωλησίας μετοχών (ΟλΑΠ 16/2008, ΟλΑΠ 28/2007, ΑΠ 784/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.
Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).
Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ` αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014).
Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση (Ολ. ΑΠ 5/2016, ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1663/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και, αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004).
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 2/2019, ΑΠ 776/2013).
Η διαπίστωση εξάλλου, από το Δικαστήριο της oυσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 51/2020).
Τέλος, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004).
Οι ερμηνευτικοί δε κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΑΠ 225/2020, ΑΠ 84/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της διαδικαστικών εγγράφων, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΛΑΙΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε", δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, με την από 8-8-2005 αίτησή της ζήτησε και εκδόθηκε σε βάρος του αναιρεσίβλητου η υπ' αριθ. 10104/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο τελευταίος υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 301.481,21 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Η διαταγή αυτή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα και δη την από 7-6-2002 σύμβαση παροχής εγγυήσεως που υπογράφηκε στην Αθήνα μεταξύ της αιτούσας και του καθ' ου, σε συνδυασμό με α) την από 10-8-2001 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που καταρτίσθηκε μεταξύ της αιτούσας και της πρωτοφειλέτριας Χ.
Κ., β) το από 10-6-2002 ιδιωτικό έγγραφο αιτιώδους αναγνώρισης χρέους που υπογράφηκε από τον καθ' ου και γ) την από 25-7-2005 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση της αιτούσας προς τον καθ' ου, που του επιδόθηκε στις 2-8-2005. Κατά της άνω διαταγής πληρωμής άσκησε ο καθ' ου την από 27-12-2005 ανακοπή και τους από 3-1-2008 πρόσθετους λόγους ανακοπής, με τον πρώτο από τους οποίους ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση της καθ' ης σε βάρος του έχει υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, καθόσον αφορά χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυψε από χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργήθηκαν στα πλαίσια συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών έως 7-6-2002, ενώ η αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έλαβε χώρα σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου παραγραφής που συμπληρώνονταν την 1-1-2004, ήτοι κατά το έτος 2005.
Αντικρούοντας τον πρόσθετο αυτό λόγο ανακοπής περί παραγραφής, η καθ' ης η ανακοπή ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της ότι η εν λόγω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την αναγνώριση του χρέους που είχε υπογράψει ο ανακόπτων, που είχε ως συνέπεια την ίδρυση νέας αυτοτελούς ενοχικής σχέσης η οποία δεν υπόκειται στην ως άνω βραχυχρόνια ενιαύσια παραγραφή, σε κάθε δε περίπτωση η παραγραφή της επίδικης αξίωσής της έχει διακοπεί δυνάμει της κατά το έτος 2003 συναίνεσης του ανακόπτοντος στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου του προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησης.
Ο ανακόπτων σε αντίκρουση των άνω ισχυρισμών της καθ' ης προέβαλε με την προσθήκη των προτάσεών του, αφενός μεν ότι τα έγγραφα που υπογράφηκαν αποτελούν απλή επιβεβαίωση της φερομένης οφειλής, γεγονός που και η ίδια η αντίδικός του δέχεται στις από 16.1.2007 προτάσεις της, και αφετέρου ότι και αν ακόμη διακόπηκε το έτος 2003 η ενιαύσια παραγραφή, συμπληρώθηκε αυτή και πάλι την 1.1.2005.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 2864/2010 απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την ανακοπή για τον προεκτεθέντα πρόσθετο λόγο και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής η καθ' ης η ανακοπή άσκησε την από 30-8-2010 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, παραπονούμενη επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ανακοπή για τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο της ανακοπής, ισχυριζόμενη ότι η εκ μέρους του ανακόπτοντος αναγνώριση του χρέους του δημιούργησε νέα ενοχή και δεν είχε απλά επιβεβαιωτικό χαρακτήρα.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεσή της κατ' ουσία, δεχόμενο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 10-8-2001 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που καταρτίσθηκε μεταξύ της Χ. Κ., θυγατέρας του ανακόπτοντος και ήδη εφεσιβλήτου και της καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση η ήδη εκκαλούσα, η τελευταία ανέλαβε την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς την Χ.
Κ., σχετικών με αγοραπωλησίες κινητών αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, σύμφωνα με την κείμενη χρηματιστηριακή νομοθεσία, τους όρους της σύμβασης αυτής και τους συνημμένους σ' αυτή γενικούς όρους συναλλαγών. Προς εξυπηρέτηση της εν λόγω συμβάσεως και την απεικόνιση των διενεργηθεισών χρηματιστηριακών συναλλαγών ως και των εξ αυτών απορρεόντων αποτελεσμάτων και εκατέρωθεν υποχρεώσεων, η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία άνοιξε χρηματιστηριακό λογαριασμό με κωδικό αριθμό 20162, όπου καταχωρούντο οι χρεωπιστώσεις από τις αγοραπωλησίες των εισηγμένων στο ΧΑΑ μετοχών που διενεργούντο για λογαριασμό της θυγατέρας του ανακόπτοντος.
Με βάση τις, σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, πραγματοποιηθείσες αγοραπωλησίες μετοχών εισηγμένων στο ΧΑΑ κατά το χρονικό διάστημα από 22-8-01 έως τον Ιούνιο του έτους 2002, το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της Χ. Κ. ανήλθε στις 7-6-02 στο ποσό των 301.408,21 ευρώ. Την πιστή, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση όλων των ποσών που οφείλοντο ή θα οφείλονται στο μέλλον από την πρωτοφειλέτιδα Χ.
Κ. από την προμνησθείσα από 10-8-2001 σύμβαση, εγγυήθηκε ο ανακόπτων πατέρας της, δυνάμει της από 7-6-02 συμβάσεως παροχής εγγυήσεως που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της καθ' ης η ανακοπή εταιρίας. Ακολούθως ο ανακόπτων απέστειλε στην καθ' ης η ανακοπή την από 10-6-2002 επιστολή του με θέμα "αναγνώριση οφειλής από εγγύηση υπέρ της Χ.
Κ. σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών κωδ. …" στην οποία εξέθετε τα ακόλουθα: "Με την 7-6-2002 σύμβασης παροχής εγγύησης, έχω παράσχει υπέρ της Χ. Κ. την ανεπιφύλακτη εγγύησή μου για τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών κωδ. ….. Με την παρούσα ανεπιφύλακτα αναγνωρίζω και αποδέχομαι ότι οφείλω προς την εταιρία σας, με βάση την πιο πάνω Σύμβαση Εγγύησης το ποσό των ευρώ 301.408,21 πλέον νομίμων τόκων υπερημερίας και εξόδων από 7-6-2002 και εφεξής.
Δέχομαι το ύψος της παραπάνω οφειλής μου όπως αυτή προκύπτει από το επισυναπτόμενο αντίγραφο της χρηματικής καρτέλας μου, της οποίας το περιεχόμενο αποτελεί πλήρη απόδειξη της οφειλής και της κατάστασης του χαρτοφυλακίου μου". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή με την από 8-8-2005 αίτησή της προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 10104/2005 διαταγής πληρωμής κατά του ανακόπτοντος, με την οποία υποχρεώθηκε ο τελευταίος να της καταβάλει το ποσό των 301.408,21 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.
Η διαταγή αυτή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την ως άνω από 7-6-2002 σύμβαση παροχής εγγυήσεως σε συνδυασμό με α) την προαναφερθείσα από 10-8-2001 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και της πρωτοφειλέτριας Χ. Κ., β) το προαναφερθέν από 10-6-2002 ιδιωτικό έγγραφο αιτιώδους αναγνώρισης χρέους που υπεγράφη από τον ανακόπτοντα και γ) την από 25-7-2005 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση της καθ' ης η ανακοπή προς τον ανακόπτοντα που του επιδόθηκε στις 2-8-2005.
Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος με τον πρώτο εκ των προσθέτων λόγων ανακοπής του ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση της καθ' ης σε βάρος του, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ως άνω διαταγή πληρωμής έχει υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, καθόσον αφορά χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυψε από χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργήθηκαν στα πλαίσια συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών έως 7-6-2002, ενώ η αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έλαβε χώρα σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου παραγραφής που συμπληρώνε το την 1-1-2004, ήτοι κατά το έτος 2005.
Αντικρούοντας τον λόγο αυτό ανακοπής περί παραγραφής, η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω διαταγή πληρωμής δεν εκδόθηκε με βάση την παρεπόμενη της συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σύμβαση εγγυήσεως, αλλά με βάση την από 10-6-2002 αναγνώριση χρέους που είχε ως συνέπεια την ίδρυση νέας αυτοτελούς ενοχικής σχέσης η οποία δεν υπόκειται στην από τις ως άνω διατάξεις βραχυχρόνια ενιαύσια παραγραφή.
Από το περιεχόμενο της ως άνω από 10-6-2002 επιστολής και με βάση τα ερμηνευτικά κριτήρια των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνάγεται ότι πρόκειται περί αιτιώδους αναγνώρισης χρέους που δεν εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 873 ΑΚ αλλά εντάσσεται στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας του άρθρου 361 ΑΚ. Με αυτή δεν απέβλεπαν τα μέρη στην ίδρυση νέας ενοχής και συνακόλουθα δεν γεννήθηκε αυτοτελής αιτία ενοχής, αλλ' επιβεβαιώθηκε η ήδη υπάρχουσα παλαιά οφειλή σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία τον ισχυρισμό της καθ' ης η ανακοπή περί ιδρύσεως νέας αυτοτελούς ενοχής και έκανε δεκτό ως βάσιμο κατ' ουσία τον περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως ως άνω πρόσθετο λόγο ανακοπής, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι λόγοι εφέσεως ελέγχονται αβάσιμοι κατ' ουσία και απορριπτέοι.
Σημειώνεται ότι, δυνάμει τόσο της προαναφερθείσας από 10-6-2002 αναγνώρισης χρέους όσο και της κατά το έτος 2003 συναίνεσης του ανακόπτοντος στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου του προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησης, διακόπηκε μεν η παραγραφή αυτής, πλην όμως άρχισε νέα παραγραφή κατ' άρθρο 270 ΑΚ η οποία συμπληρώθηκε την 1-1-2004 και την 1-1-2005 αντίστοιχα, ήτοι πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής κατά τον βάσιμο ισχυρισμό του ανακόπτοντος...".
Με αυτές τις παραδοχές έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής, απορρίπτοντας την αντένσταση διακοπής και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 και 873 ΑΚ, εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, ενώ από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό διαπίστωσε κενό και ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, όπως αυτή διαλαμβάνεται στην από 10-6-2002 αναγνώριση χρέους, με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όμως στη συνέχεια αρκείται μόνο στην έξαρση του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή της άποψης του δηλούντος- ανακόπτοντος, όπως αποτυπώνεται στο περιεχόμενο της από 10-6-2002 αναγνώρισης χρέους αυτού και την απλή αναφορά "και με βάση τα ερμηνευτικά κριτήρια των άρθρων 173 και 200 ΑΚ", χωρίς ωστόσο στη συνέχεια να αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι στο ερμηνευτικό του πόρισμα κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη την έννοια και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δήλωση βουλήσεως του ανακόπτοντος, τις προηγούμενες μεταξύ των μερών συναλλαγές, τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν και πως η σχετική δήλωση του ανακόπτοντος αναμενόταν να εκληφθεί από την καθ' ης η ανακοπή, λαμβάνοντας υπόψη και τη μεταγενέστερη από τη συγκεκριμένη δήλωση βουλήσεως του ανακόπτοντος συμπεριφορά των μερών ως ενδεικτική του νοήματος που είχαν προσδώσει στη δήλωση τα μέρη, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για το συγκεκριμένο ζήτημα, είναι ή όχι σύμφωνο με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με αποτέλεσμα να διαλάβει για το σχηματισμό της κρίσης του ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε υπόμνημα και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1834/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ