Supreme Court annuls lower court decision for erroneous legal reasoning regarding loan contract admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision solely due to its flawed legal reasoning regarding the admissibility of a loan contract. Although the lower court correctly rejected the plaintiffs' claim as inadmissible, it erroneously cited the law as if the claim were legally unfounded. The Court ruled that because the rejection as inadmissible is more favorable to the plaintiffs than rejection as legally unfounded, the annulment allows them to file a new action based on the correct legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArt. 70, 559(19), 179, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision for erroneous reasoning when the correct reasoning leads to a more favorable procedural outcome for the appellant, thereby permitting a new action.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1259 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1259/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Γ. Τ. του Κ., κατοίκου … Χαλκιδικής, 2) Γ. Τ. του Π., κατοίκου … Θεσσαλονίκης και 3) Μ. Τ. του Π., κατοίκου … Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιαννάτο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ BANK", που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09-03-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3020/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1913/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες με την από 15-03-2011 αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που κατάρτισαν με την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα η πρώτη ως πρωτοφειλέτης, οι λοιπές ως εγγυήτριες, ήταν σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και η εξ αυτής προς την τράπεζα οφειλή τους υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 ν.3259/2004. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε με την 3020/2013 απόφασή του την αγωγή ως μη νόμιμη και οι ενάγουσες άσκησαν κατ' αυτής την από 6-8-2013 έφεση. Το Εφετείο Αθηνών με την 1913/2018 απόφασή του κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες με την κρινόμενη από 23-10-2018 αίτηση και τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους αναιρέσεως.
[II] Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ` αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα που συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενό της ένα τουλάχιστον δικαίωμα, η μια υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 508/2013, ΑΠ 927/2002, ΑΠ 941/1997). Δεν αποτελούν έννομη σχέση υπό την άνω έννοια τα απλά πραγματικά περιστατικά, οι προϋποθέσεις δικαιώματος ή αξιώσεως ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση της οποίας ζητείται διά της αγωγής η προστασία (ΑΠ 941/1997). Επίσης δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά, ή έχουν νομική σημασία για τις έννομες σχέσεις των προσώπων (ΑΠ 508/2013, ΑΠ 224/2007, ΑΠ 662/2002).
Ομοίως, μεμονωμένα στοιχεία της έννομης σχέσης ή προδικαστικά αυτής ζητήματα, ή γυμνά πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 5967/1993) δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. (AΠ 1154/2019, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 134/2015, ΑΠ 224/2007). Και τούτο διότι, όταν η έννομη σχέση είναι ατελής, δεν θεμελιώνεται η ανάγκη παροχής έννομης προστασίας (έννομο συμφέρον) αφού δεν εξυπηρετείται ο σκοπός του νόμου, ήτοι η διαλεύκανση (αυθεντική βεβαίωση) με την προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση της αμφισβητούμενης ύπαρξης ή ανυπαρξίας της έννομης σχέσης (ΑΠ 1272/1995), η άρση της σχετικής αβεβαιότητας και η αποτροπή παρουσών ή μελλουσών εν σχέσει με αυτή δικαστικών διενέξεων με συνέπεια η αγωγή υπό το ανωτέρω περιεχόμενο να καθίσταται απαράδεκτη.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρ. 39 του ν. 3259/2004, που ισχύει από 04-08-2004, ορίζονται τα ακόλουθα: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου (§1).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ 11/2017). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό υφίσταται, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 32/2002). Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 8/1993, ΑΠ 1624/2008).
Έτσι, η ευδοκίμηση των λόγων αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 690/2019). Εφόσον, όμως, υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, οπότε ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 736/2019). Έτσι, ο Άρειος Πάγος εκτιμά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, αν αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεν είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα ενάγοντα.
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι απορρίπτοντας την αγωγή τους ως μη νόμιμη "εσφαλμένα έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής θεμελιώνουν σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και όχι σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου" και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 39 του ν.3259/2004, με τη μη υπαγωγή της ληξιπρόθεσμης οφειλής τους σ' αυτήν. Επομένως, η αιτίασή τους αυτή πρέπει να ελεγχθεί σε συνάρτηση με το ιστορικό περιεχόμενο της ένδικης αγωγής. Από την παραδεκτή, λοιπόν, επισκόπηση του δικογράφου της από 09-03-2011 αγωγής των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών προκύπτει ότι αυτές ισχυρίσθηκαν τα ακόλουθα:
Δυνάμει της από 26-07-2002 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό που κατάρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη η πρώτη εξ αυτών με την εγγύηση των λοιπών, έλαβε πίστωση για την κάλυψη του κόστους της επένδυσης ανέγερσης ξενοδοχειακής μονάδας στην … Χαλκιδικής ύψους 660.000 ευρώ εκ των οποίων εκταμιεύθηκαν 510.000 ευρώ κατά τους όρους που αναφέρουν στην αγωγή μεταξύ των οποίων και η συμφωνία ότι ο τόκος και η προμήθεια θα υπολογίζεται με το ανώτατο επιτρεπόμενο στις συναλλαγές όριο και θα είναι πληρωτέα ανά τρίμηνο κατ' άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και εάν δεν καταβληθούν θα φέρονται σε χρέωση του λογαριασμού της πιστώσεως χωρίς ειδοποίηση του πιστούχου και θα οφείλονται στο εξής επ' αυτών τόκοι και προμήθειες.
Ότι αν και οι ενάγουσες ζήτησαν τη χορήγηση δανείου δεκαετούς διάρκειας για την ως άνω επένδυση με ενδεχόμενη υπαγωγή της σε αναπτυξιακό νόμο και επιχορήγηση του κόστους αυτής, η εναγομένη , αντί της σύναψης σύμβασης χρεωλυτικού δανείου, σκόπιμα τους χορήγησε την άνω πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό για να έχει τα πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν οι λογαριασμοί αυτής της μορφής, όπως ανατοκισμούς ανά τρίμηνο, καταγγελία της σύμβασης, άμεσο κλείσιμο του λογαριασμού κ.λ.π, είχε δε ως άμεσο αποτέλεσμα να αξιώνει από το πρώτο κιόλας τρίμηνο, τόκους τόκων, τόκους υπερημερίας, καθώς και μέρος του κεφαλαίου.
Ότι η συμβατική σχέση που πράγματι τους συνδέει με την εναγομένη είναι αυτή του τοκοχρεωλυτικού δανείου και όχι του αλληλοχρέου λογαριασμού όπως την έχει χαρακτηρίσει η τελευταία.
Ότι έναντι των παρατιθέμενων στην αγωγή χρεώσεων συνολικού ποσού 644.012,51 ευρώ, έχουν καταβάλει στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 204.849,55 ευρώ κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή επί μέρους ποσά.
Ότι η εναγομένη με την από 03-01-2007 εξώδικη δήλωση-καταγγελία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και τις κάλεσε να της καταβάλουν το χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυπτε από το κλείσιμο του εν λόγω λογαριασμού, ποσού 467.461,44 ευρώ καθώς και ότι οι ενάγουσες με την από 17-09-2007 εξώδικη δήλωσή τους ζητούσαν από την εναγομένη τράπεζα να συμμορφωθεί με τις επιταγές του άρθρου 39 του ν.3259/2004, πλην όμως η εναγομένη τράπεζα μη σύννομα έλαβε ως βάση υπολογισμού της οφειλής τους το ύψος της σύμβασης πίστωσης κατά την τελευταία εκταμίευση (510.000) επί τον συντελεστή 3. Με το ως άνω περιεχόμενο ζήτησαν οι ενάγουσες να αναγνωρισθεί ότι η καταρτισθείσα με την εναγομένη σύμβαση συνιστά σύμβαση δανείου και όχι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, να διαμορφωθεί το χορηγηθέν ποσό των 510.000 ευρώ σε νέο δάνειο δεκαετούς διάρκειας με περίοδο χάριτος δύο ετών και με υποχρέωση πληρωμής απλών τόκων του δανείου και να υπαχθεί το τυχόν ληξιπρόθεσμο μέρος του δανείου στις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3259/2004.
Από το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής προκύπτει ότι παρατίθενται απλά πραγματικά περιστατικά χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη έννομη συνέπεια. Ειδικότερα, παρατίθεται η κατάρτιση μεταξύ των εναγουσών και της εναγομένης τράπεζας της επίμαχης σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, τα επί μέρους ποσά εκταμίευσης, τα ποσά που κατέβαλαν έναντι της οφειλής, η καταγγελία της σύμβασης από την τράπεζα και το χρεωστικό υπόλοιπο από το κλείσιμο του λογαριασμού, μνημονεύεται ως εφαρμοστέος για την περίπτωση τους ο κανόνας του άρθρου 39 του ν.3259/2004 και ζητείται η υπαγωγή των εναγουσών σ' αυτόν, χωρίς όμως καθορισμό συγκεκριμένων εννόμων συνεπειών ως προς το καταβλητέο υπόλοιπο της πιστώσεως με βάση το εφαρμοστέο επί της ένδικης συμβάσεως δίκαιο, δηλαδή στο τελικό αγωγικό αίτημα δεν διατυπώνονται συγκεκριμένου οικονομικού ύψους έννομε συνέπειες, αφού δεν προσδιορίζεται το πράγματι οφειλόμενο από τις ενάγουσες ποσό, το οποίου ζητούν την αναγνώριση, ώστε να θεμελιώνεται δικαίωμα άξιο προστασίας με την έγερση της παρούσας αγωγής, καθόσον η ως άνω διάταξη (του άρθρου 39 ν.3259/2004) καταλαμβάνει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις αμφότερες τις μορφές των εν λόγω συμβάσεων.
Υπό τα δεδομένα αυτά η προβαλλόμενη προς αναγνώριση σχέση δεν είναι πλήρης έννομη σχέση αλλά ατελής, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 70 ΚΠολΔ και ως τέτοια δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. Εκ του λόγου αυτού η ένδικη αγωγή είναι απαράδεκτη σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, που παραδεκτά επισκοπήθηκε, απέρριψε την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών με την προσβαλλομένη (1913/2018) απόφασή του, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη για το λόγο ότι: «[...]τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν δύνανται να θεμελιώσουν σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, αλλά (σύμβαση) πίστωσης εξυπηρετούμενης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό.
Ειδικότερα (έκρινε) ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ των διαδίκων μερών συναλλαγές καταχωρούνταν κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων και έχαναν την αυτοτέλειά τους, ο δε λογαριασμός έκλεινε περιοδικώς, τοκιζόταν και ανατοκιζόταν ανά τρίμηνο με βάση τη συμφωνία τους.
Επί πλέον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά η εξόφληση της οφειλής των εναγουσών γινόταν ατάκτως εν γένει, ανά μη σχετιζόμενα μεταξύ τους χρονικά διαστήματα (π.χ μηνιαίως, ανά τρίμηνο, ανά εξάμηνο) και ποσά και κάθε οφειλή δεν τοκιζόταν αυτοτελώς, αλλά συνολικά με το εκάστοτε προκύψαν κατάλοιπο ανά τρίμηνο, κατά τα συμφωνηθέντα, στοιχεία τα οποία συνηγορούν στην κατάρτιση σύμβασης πίστωσης εξυπηρετούμενης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και όχι στην ύπαρξη σύμβασης δανείου με απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, καθώς στην τελευταία περίπτωση θα έπρεπε ...
να εκτίθεται στην αγωγή ότι οι ενάγουσες ανέλαβαν την υποχρέωση να επιστρέψουν τα ποσά του εν λόγω δανείου σε τακτές, προσυμφωνημένες δόσεις, με συγκεκριμένο ποσό και με συγκεκριμένη επιβάρυνση αυτοτελώς με τόκους η καθεμιά, μετά τη δήλη ημεροχρονολογία εξόφλησής τους. (Έκρινε ακόμη ότι) οι ενάγουσες επιδιώκουν περαιτέρω να υπαχθούν σε ρύθμιση, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις του ν.3259/2004, ήτοι να έχουν χρόνο αποπληρωμής 10 έτη σε ισόποσες δόσεις και περίοδο χάριτος δύο ετών, (όμως) ουδόλως εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι αυτές υπέβαλαν σχετική αίτηση στην τράπεζα και δη εμπροθέσμως, ήτοι μέχρι 31-10-2004, στοιχείο απαραίτητο προκειμένου να υπαχθούν όπως ορίζει ο ως άνω νόμος στην εν λόγω ρύθμιση όλως αορίστως (δε) ζητούν το τυχόν ληξιπρόθεσμο μέρος του "δανείου" τους να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, χωρίς όμως να προσδιορίζουν συγκεκριμένα αυτό (το ύψος του)».
Παρά την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης (αντί του ορθού, ως απαράδεκτης κατά τα ανωτέρω), το Εφετείο σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό οδηγήθηκε, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία του. Ωστόσο, επειδή στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει έννομο συμφέρον των αναιρεσειουσών προς αποτροπή δυσμενούς γι' αυτές δεδικασμένου από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι αν η αγωγή έχει απορριφθεί κατ' ουσίαν (ως νόμω ως ουσία αβάσιμη), ενώ ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει ότι έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως εν προκειμένω, ο Άρειος Πάγος πρέπει να μην αρκεσθεί στην αντικατάσταση της αιτιολογίας, αλλά να αναιρέσει την απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 540/2017), διότι μόνο με βάση την ορθή αιτιολογία οι αναιρεσείουσες μπορούν να ασκήσουν και νέα αγωγή. Το δεδικασμένο από την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης είναι σαφώς δυσμενέστερο σε σχέση με την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1482/2019). Γι' αυτό ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω των ερμηνευτικών δυσχερειών οι οποίες υπήρξαν ως προς τις εφαρμοστέες κατά τα ανωτέρω διατάξεις (ΚΠολΔ 179, 183). Τέλος το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στις καταθέσασες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, μόνο ως προς την αιτιολογία που επισημαίνεται στο σκεπτικό, την υπ' αριθ. 1913/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα της αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ