Legislator Case Law & Legislation
1259/2018 AI generated

1259/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1259/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης: α) .../2014 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, β) .../2014 αγωγής - ανακοίνωσης δίκης της ήδη αναιρεσείουσας, γ) .../2014 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, δ) ...2014 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Legislator headnote

AI generated

1259/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 35 α’ §§ 1 και 2 Ν. 2190/1920, που φέρει τον τίτλο "Ακυρωσία αποφάσεων της γενικής συνέλευσης", ορίζεται ότι "1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 35β και 35γ, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. 2.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1259 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1259/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Π., το γένος Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Αργυριάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Γεωργίου Στοϊκού και Θεοδώρας Μονοχάρτζη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Μονοχάρτζη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης: α) .../2014 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, β) .../2014 αγωγής - ανακοίνωσης δίκης της ήδη αναιρεσείουσας, γ) .../2014 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, δ) ...2014 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11678/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 549/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/6/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 549/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 24-8-2015 έφεσης της αναιρεσείουσας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της υπ’ αριθμ. 11678/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 31-3-2014 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ απορρίφθηκε η 31-10-2004 αγωγή της αναιρεσείουσας.

Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή", ενώ κατά στο άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει, όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον". Το έννομο συμφέρον αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής, που πρέπει να υφίσταται (βάσει ελεύθερης απόδειξης) κατά το χρόνο συζήτησης, (αλλά και σε κάθε στάση της δίκης), και να είναι άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο μέσον, για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του.

Το συμφέρον είναι έννομο, όταν κατατείνει σε επιδίωξη νομίμων συμφερόντων του διαδίκου και πρέπει να είναι άμεσο, να υφίσταται δηλαδή κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (ΑΠ 288/2014). Kατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ.

ΑΠ 26/2008). Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ εκτός των αναφερομένων σ’ αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου ναι μεν η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, μεταξύ των οποίων και του εννόμου συμφέροντος του διαδίκου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 244/2004).

Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, έκτος λόγος της αναίρεσης, και μερικώς ο 1ος κατά το οικείο μέρος του, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του τελευταίου, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο η έλλειψη αυτή, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.

Στο άρθρο 35 α’ §§ 1 και 2 Ν. 2190/1920, που φέρει τον τίτλο "Ακυρωσία αποφάσεων της γενικής συνέλευσης", ορίζεται ότι "1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 35β και 35γ, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. 2.

Ακυρώσιμη είναι και η απόφαση που λήφθηκε: α) χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες, που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 από μετόχους, οι οποίοι ζητούν την ακύρωση σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, ή β) κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα", ενώ στις λοιπές παραγράφους αναφέρονται οι προϋποθέσεις, με τις οποίες μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση απόφασης της Γενικής Συνέλευσης.

Εξάλλου, στο άρθρο 35 β’ § 1 του ίδιου νόμου με τον τίτλο "Ακυρότητα αποφάσεων της γενικής συνέλευσης" ορίζεται ότι "1. Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη", στις δε λοιπές διατάξεις του άρθρου αυτού αναφέρονται οι προϋποθέσεις προβολής της ακυρότητας.

Τέλος, κατά το άρθρο 35 γ’ του ως άνω Νόμου, που φέρει τον τίτλο "Ανυπόστατες αποφάσεις" 1. Οι διατάξεις των άρθρων 35α και 35β δεν εφαρμόζονται στις ανυπόστατες αποφάσεις. 2. Μια απόφαση είναι ανυπόστατη όταν λαμβάνεται με τις ψήφους προσώπων τα οποία: α) δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, ή β) είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα.

Οι προαναφερθείσες διατάξεις παρατίθενται, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 42 - 44 του Ν. 3604/2007, με τον οποίο αναμορφώθηκε το καθεστώς της ακυρότητας και της ακυρωσίας των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας, ενώ παράλληλα και για πρώτη φορά, έγινε ρύθμιση για τις ανυπόστατες αποφάσεις.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η ανυπόστατη απόφαση δεν φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης. Είναι, δηλαδή, νομικά ανύπαρκτη και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεραπευθεί και δεν απαιτείται για το σκοπό αυτό η έκδοση διαπλαστικής δικαστικής απόφασης, όπως συμβαίνει με τις άκυρες και τις ακυρώσιμες αποφάσεις, οι οποίες είναι υποστατές.

Η ανυπαρξία της απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων μπορεί να προβληθεί από εκείνον, που έχει έννομο συμφέρον, με αναγνωριστική αγωγή ή ανταγωγή ή ένσταση. Κατά το άρθρο 33 Ν. 2190/1920, η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της ανώνυμης εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, οι δε αποφάσεις της δεσμεύουν και υποχρεώνουν και τους απόντες ή διαφωνούντες εταίρους, ενώ, κατά το άρθρο 32 § 1 εδ.

α’ και γ’ του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 Ν. 3884/2010, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην Ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2007/36/ΕΚ, οι συζητήσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται κατά τη γενική συνέλευση καταχωρούνται σε περίληψη σε ειδικό βιβλίο, στο οποίο καταχωρίζεται και κατάλογος των μετόχων που παραστάθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη γενική συνέλευση ο οποίος συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 27.

Εξάλλου, στην παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 40 Ν.3604/2007 ορίζεται ότι: "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, στις εταιρείες που δεν έχουν μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο, η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους ισοδυναμεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης, ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση".

Με την τελευταία αυτή διάταξη, καθιερώθηκε για πρώτη φορά σε εταιρείες, οι οποίες δεν έχουν μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο, η με περιφορά πρακτικού λήψη αποφάσεων σε γενική συνέλευση, δηλαδή η κατάρτιση και η υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους, που ισοδυναμεί με απόφαση γενικής συνέλευσης, έστω και αν δεν έχει προηγηθεί σύγκλησή της.

Με την υπογραφή του πρακτικού, ο μέτοχος που υπογράφει συναινεί στην ακολουθούμενη διαδικασία και συμφωνεί προς το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή ως απόφαση της γενικής συνέλευσης θεωρείται το περιεχόμενο του υπογραφέντος από όλους τους μετόχους πρακτικού. Σημειώνεται ότι η μέθοδος αυτή ήταν συνηθισμένη στην πράξη, κυρίως σε μικρές ή οικογενειακές ανώνυμες εταιρείες.

Από τη γραμματική διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης, προκύπτει ότι αν το πρακτικό της γενικής συνέλευσης δεν υπογράφεται από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους, τότε δεν "ισοδυναμεί" με απόφαση της γενικής συνέλευσης και ως εκ τούτου η απόφαση είναι ανυπόστατη, καθόσον μόνο η υπογραφή του πρακτικού από όλους ανεξαιρέτως τους μετόχους ισοδυναμεί με τέτοια απόφαση.

Με τα δεδομένα αυτά, είναι προφανές ότι η διάταξη του άρθρου 32 § 3 Ν. 2190/1920 ρυθμίζει με έμμεσο τρόπο περίπτωση ανυπόστατης απόφασης γενικής συνέλευσης, πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 35γ’ § 2 του Ν. 2190/1920. Το ανυπόστατο δεν αποτελεί ελάττωμα της απόφασης με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 35α και 35β του Ν. 2190/1920, αφού μια τέτοια απόφαση δεν παράγει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έννομες συνέπειες ούτε μπορεί να θεραπευθεί.

Επομένως, δεν είναι δυνατή η θεραπεία του ανυποστάτου, με την εκ των υστέρων υπογραφή του πρακτικού. Απώτατο χρονικό σημείο μέχρι το οποίο είναι δυνατό να υπογραφεί το πρακτικό αυτό, είναι η δημοσίευσή του στο Γ.Ε.ΜΗ. Περαιτέρω, ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 32 § 3 του Ν. 2190/1920 έχει και η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 21 του ίδιου νόμου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 28 § 3 του Ν. 3604/2007 και κατά την οποία η κατάρτιση και η υπογραφή πρακτικού από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τους αντιπροσώπους τους ισοδυναμεί με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, ακόμα και αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση.

Η δυνατότητα αυτή δεν προβλεπόταν στο νόμο υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, πλην όμως δεν ήταν άγνωστη στην πράξη. Με τη ρύθμιση αυτή, ο νομοθέτης θέλησε να διευκολύνει τη λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου, αφού παρακάμπτονται τυχόν εμπόδια είτε από την έλλειψη απαρτίας είτε από άλλους λόγους, χωρίς να είναι απαραίτητο να τηρηθεί η διαδικασία σύγκλησης και να λάβει χώρα συνεδρίαση σε συγκεκριμένο τόπο.

Όμως, η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία έχει διατυπωθεί σε πρακτικό, θεωρείται ανυπόστατη, όταν δεν υπογράφεται από όλα τα μέλη του, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 21 § 5 του Ν. 2190/1920, αφού μόνο η υπογραφή του από το σύνολο των μελών του διοικητικού συμβουλίου υποδηλώνει αποδοχή του συγκεκριμένου τρόπου λήψης της απόφασης.

Στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται νομικά απόφαση, αφού πρόκειται για προϊόν ενός συλλογικού οργάνου, που όμως δεν λειτούργησε καθόλου και ως εκ τούτου δεν επιφέρει καμία έννομη συνέπεια. Στο ελληνικό δίκαιο ισχύει, κατόπιν της Οδηγίας 2009/101/ΕΚ "περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 48 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (κωδικοποιημένη έκδοση)", σύστημα διπλής δημοσιότητας συνιστάμενο στην καταχώρηση των πράξεων και στοιχείων που αφορούν, εκτός άλλων εταιρειών και τις ανώνυμες εταιρείες τόσο σε μητρώο εταιρειών, όσο και σε εθνικό δελτίο δημοσιεύσεων (άρθρο 3 της Οδηγίας).

Ήδη, μετά το Ν. 3419/2005, η δημοσιότητα των ανωνύμων εταιρειών πραγματώνεται με την καταχώρηση των πράξεων στο Γ.Ε.ΜΗ και στο "Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών - Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης και Γενικού Εμπορικού Μητρώου" της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (άρθρο 7β Ν. 2190/1920). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7α § 1 του Ν. 2190/1920 "Πράξεις και στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα" (όπως ο τίτλος του άρθρου αυτού προστέθηκε με το άρθρο 8 § 1 Ν. 3604/2007), "1.

Πράξεις και στοιχεία ημεδαπών Ανωνύμων Εταιρειών. Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία:....ε. Κάθε απόφαση για αύξηση ή μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Στην απόφαση για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου πρέπει να αναγράφεται το νέο κεφάλαιο, ο αριθμός και το είδος των μετοχών που εκδίδονται, η ονομαστική τους αξία και γενικά οι όροι έκδοσής τους, καθώς και ο συνολικός αριθμός των μετοχών της εταιρείας.....στ.

Το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου με το οποίο πιστοποιείται η καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου, είτε κατά τη σύσταση της εταιρείας, είτε μετά από κάθε αύξησή του....". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι η καταχώριση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ως τροποποίηση του καταστατικού της, καθώς και της απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου, με την οποία πιστοποιείται η καταβολή του, έχει συστατικό χαρακτήρα.

Κατά το άρθρο 236 ΑΚ, αν για να είναι έγκυρη μία δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, ενώ κατά το άρθρο 238 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση (ΑΠ 1417/2014, ΑΠ 482/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Σημειώνεται εδώ ότι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την υπ’ αριθμ. .../1.12.2005 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Μ. συστήθηκε η εναγόμενη στην πρώτη αγωγή ανώνυμη εταιρία "...", με σκοπό, μεταξύ άλλων, την εμφιάλωση παντός είδους φυσικών, μεταλλικών και ανθρακούχων υδάτων, οίνου και ρετσίνας, την εισαγωγή, εξαγωγή και- εμπορία των ανωτέρω-ειδών, τη συμμετοχή σε εταιρείες παρεμφερούς σκοπού και την αντιπροσώπευση επιχειρήσεων με το ίδιο αντικείμενο στην ημεδαπή και αλλοδαπή.

Η σύσταση της εταιρίας αυτής εγκρίθηκε νόμιμα και η ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη καταχωρίσθηκε, μαζί με τη σχετική εγκριτική απόφαση, στο μητρώο ανωνύμων εταιριών, ενώ ανακοίνωση για τη σχετική καταχώρηση δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με αριθμό .../09.12.2005. Το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω εταιρίας ορίσθηκε σε 510.000 ευρώ, διηρημένο σε 170.000 δεσμευμένες ονομαστικές μετοχές, μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο, ονομαστικής αξίας τριών (3) ευρώ η καθεμία.

Σύμφωνα με τη συστατική πράξη, το κεφάλαιο καλύφθηκε εν μέρει από τον ενάγοντα - εναγόμενο- εφεσίβλητο Κ. Μ. που έλαβε 86.700 μετοχές, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε πλειοψηφικό ποσοστό 51% του μετοχικού κεφαλαίου, και εν μέρει από τη σύζυγό του προσθέτως παρεμβαίνουσα ενάγουσα- πρώτη εκκαλούσα Α. Μ., η οποία έλαβε 83.300 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε μειοψηφικό ποσοστό 49% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας.

Με το από 19.2.2009 πρακτικό έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης εταιρείας, ορίσθηκε νέο διοικητικό συμβούλιο αυτής, με θητεία μέχρι τις 19.2.2014, αποτελούμενο από τους δύο ανωτέρω μετόχους και τον Α. Ρ., υπάλληλο της ανήκουσας στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων εταιρίας με την επωνυμία "...", που έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία της ρετσίνας με την ονομασία (διακριτικό γνώρισμα) ...

και επιδίδεται και σε άλλες συναφείς δραστηριότητες. Στο από 30.6.2013 πρακτικό της ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης εταιρείας, αναφέρεται ότι όλοι οι μέτοχοι της συνήλθαν σε τακτική γενική συνέλευση, κατά την ανωτέρω ημέρα και ώρα 9:00, στα γραφεία της εταιρίας στο ..., για να συζητήσουν και να λάβουν αποφάσεις επί των εξής θεμάτων ημερήσιας διάταξης: 1.Υποβολή και έγκριση διαχειρίσεως ΔΣ και έκθεσης ελεγκτού επί του ισολογισμού της 31ης/12/2012, 2.

Έγκριση ισολογισμού 31/12/2012, προσαρτήματος και εν γένει οικονομικών καταστάσεων. 3. Απαλλαγή από πάσης ευθύνης του ΔΣ και των ελεγκτών για τη χρήση 2012. 4. Αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας και τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού. 5. Λοιπά θέματα. Κατά το ίδιο αυτό πρακτικό, στην ανωτέρω γενική συνέλευση ορίσθηκαν ως προσωρινός και οριστικός πρόεδρός της ο πρόεδρος του Δ.Σ.

και πλειοψηφών μέτοχος της εταιρίας Κ. Μ. και ως γραμματέας της ο Α. Ρ., διαπιστώθηκε δε ότι παρίστανται και οι δύο μέτοχοι που εκπροσωπούσαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας. Ακολούθως, αναφέρεται ότι μετά από ψηφοφορία, η Γ.Σ. ενέκρινε παμψηφεί τη διαχείριση του δ.σ. και την έκθεση ελεγκτού επί του ισολογισμού της 31ης/12/2012, τον ισολογισμό χρήσης 2012, το προσάρτημα και τις εν γένει οικονομικές καταστάσεις και αποφάσισε παμψηφεί την απαλλαγή των μελών του δ.σ.

από κάθε ευθύνη αποζημίωσης. Ως προς το τέταρτο ως άνω θέμα, αναφέρεται ότι αποφασίσθηκε ομοφώνως η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 12.000 ευρώ, η οποία θα γινόταν με καταβολή μετρητών και την έκδοση 4.000 νέων δεσμευμένων ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας 3 ευρώ της καθεμίας, ότι με την αύξηση αυτή το κεφάλαιο της εταιρείας θα ανέρχεται σε 522.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 174.000 δεσμευμένες ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 3 ευρώ η καθεμία, ότι ο μέτοχος Κ.

Μ. δήλωσε προς τη Γ.Σ. την απόφασή του να μην ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο υπέρ της έτερης μετόχου Α. Μ., ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου θα καλυπτόταν από την τελευταία με την καταβολή μετρητών εντός μηνός από τη λήψη της απόφασης και ότι η Γ.Σ. αποφάσισε ομοφώνως την ανάλογη με τις παραπάνω αποφάσεις τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας, που αφορά το μετοχικό της κεφάλαιο.

Ακριβές αντίγραφο του ανωτέρω πρακτικού καταχωρίσθηκε στις 29.8.2013 στο Γ.Ε.ΜΗ δια της υπηρεσίας Γ.Ε.Μ.Η. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης και ανακοίνωση της καταχώρισης ως προς την απόφαση, αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και τη σχετική τροποποίηση του καταστατικού δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με αριθμό .../9.9.2013.

Πριν την ανωτέρω Γ.Σ., με το από 30.4.2013 πρακτικό του Δ.Σ. της εναγόμενης εταιρίας, τα μέλη του Δ.Σ. αυτής, Κ. και Α. Μ. και ο Α. Ρ., φέρεται ότι συνήλθαν κατά την ημερομηνία αυτή σε συνεδρίαση, στα γραφεία της έδρας της εταιρίας, σε πλήρη απαρτία, και ότι αποφάσισαν ομόφωνα: 1. την έγκριση πεπραγμένων διαχείρισης 2012, 2.

την έγκριση της πρότασης του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου Κ. Μ. για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας κατά 12.000 ευρώ για την κάλυψη ταμειακών αναγκών της και την ανάγκη λήψης σχετικής απόφασης από τη Γ.Σ. και σχετικής τροποποίησης του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας, 3. τη σύγκληση τακτικής γενικής συνέλευσης στις 30.6.2013 και ώρα 9:00 με τα θέματα που προαναφέρθηκαν και 4.

την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων, του ισολογισμού 31.12.2012, του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης, του πίνακα διαθέσιμων αποτελεσμάτων και του προσαρτήματος. Ακριβές αντίγραφο του πρακτικού αυτού καταχωρίσθηκε και αυτό στο Γ.Ε.ΜΗ. όπως και η ανωτέρω απόφαση Γ.Σ. κατά τον ίδιο χρόνο. Ακόμη, στο από 5.8.2013 πρακτικό του Δ.Σ.

της εναγόμενης εταιρείας, αναφέρεται ότι τα προαναφερόμενα μέλη του συνήλθαν σε συνεδρίαση, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, στα γραφεία της έδρας της εταιρείας, σε πλήρη απαρτία, και διαπίστωσαν ομόφωνα την κάλυψη της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου που αποφασίσθηκε από τη Γ.Σ. της 30ης. 6.2013 με την καταβολή μετρητών συνολικού ποσού 12.000 ευρώ.

Το πρακτικό αυτό καταχωρίσθηκε επίσης στο Γ.Ε.ΜΗ. στις 29-8-2013 με κωδικό αριθμό καταχώρισης ... και στο ίδιο ως άνω ΦΕΚ (αριθμός ανακοίνωσης 11). Στη συνέχεια, στο από 8.1.2014 πρακτικό έκτακτης γενικής τακτικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης εταιρείας (ως προς το οποίο δεν προβάλλεται με την αγωγή του ενάγοντος αίτημα αναγνώρισης του ανυπόστατου των περιλαμβανόμενων σ’ αυτό αποφάσεων, αλλά αυτό ερευνάται παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της έρευνας της δεύτερης αγωγής, με την οποία ζητείται η αναγνώριση του κύρους της ανωτέρω Γ.Σ.) αναφέρεται ότι συνήλθαν σε έκτακτη γενική συνέλευση όλοι οι μέτοχοί της, κατά την ανωτέρω ημερομηνία και ώρα 13:00, στα γραφεία της εταιρείας στο ..., για να συζητήσουν και να λάβουν αποφάσεις επί του μόνου θέματος με τίτλο "Εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου".

Κατά το ίδιο αυτό πρακτικό, προσωρινός και οριστικός πρόεδρος της συνέλευσης ορίσθηκε ο πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας Κ. Μ. και ως γραμματέας της ο Α. Ρ. και διαπιστώθηκε ότι παρίστανται και οι δύο μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας. Ακολούθως, αναφέρεται ότι, μετά από σχετική πρόταση του προέδρου και μυστική ψηφοφορία, προέκυψε νέα σύνθεση του Δ.Σ.

το οποίο θα αποτελείτο πλέον από τον Κ. Μ., την Α. Μ., την Ε. Μ., Κ. Μ. (οι οποίες τυγχάνουν φυσικές κόρες της Α. Μ. και θετές κόρες του Κ. Μ.) και τον Α. Ρ., δηλαδή ότι αποφασίσθηκε η αύξηση των μελών του Δ.Σ. από τρία σε πέντε μέλη, με την είσοδο, ως νέων μελών, των Ε. Κ. Μ. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από τους διαδίκους.

Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά τις ως άνω ημερομηνίες δεν πραγματοποιήθηκαν πραγματικές συνεδριάσεις και ψηφοφορίες της Γ.Σ. και του Δ.Σ. της εναγόμενης εταιρίας. Ειδικότερα οι μέτοχοι και τα μέλη του Δ.Σ. αυτής αντιστοίχως δεν συγκεντρώθηκαν στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο καθένα από τα ανωτέρω πρακτικά (ή και σε οποιονδήποτε άλλο τόπο και χρόνο), για να συζητήσουν και να λάβουν αποφάσεις για τα αναφερόμενα στο καθένα τους, θέματα.

Τα ανωτέρω πρακτικά, παρότι φέρεται ότι συντάχθηκαν για λαβούσες χώρα κανονικά τυπικές γενικές συνελεύσεις, συντάχθηκαν προκειμένου να υπογραφούν, εντός των νομίμων προθεσμιών για τις απαραίτητες δημοσιεύσεις τους, δια περιφοράς από όλους τους μετόχους και όλα τα μέλη του Δ.Σ. αντιστοίχως, ώστε να ισχύσουν ως αποφάσεις Γ.Σ.

και Δ.Σ. Αυτό δεν συνέβαινε για πρώτη φορά, αλλά αποτελούσε πάγια πρακτική στην εναγομένη- εκκαλούσα εταιρία (αλλά και σε άλλες εταιρίες του ομίλου ...) επί σειρά ετών, διότι η σύνθεσή της ήταν αμιγώς οικογενειακή και η δια περιφοράς υπογραφή των πρακτικών υποκαθιστούσε τη διαδικασία πραγματικής συνάθροισης και συνεδρίασης των μετόχων της ή και των μελών του Δ.Σ., ενόψει μάλιστα και του ότι κατά κανόνα τα θέματα των γενικών συνελεύσεων αλλά και των αποφάσεων του Δ.Σ.

ήταν τυποποιημένα. Παρότι δε, μετά τον ν. 3694/2007 θα αναγνωρίζονταν ως ισοδύναμες με αποφάσεις τυπικών παραδοσιακών Γ.Σ. και Δ.Σ. οι αποφάσεις που θα λαμβάνονταν με την προσυπογραφή όλων των μετόχων ή μελών του Δ.Σ αντιστοίχως στα σχετικά πρακτικά κατόπιν περιφοράς τους, στην εναγομένη εταιρία (όπως και σε άλλες εταιρίες του ίδιου ομίλου) ο αρμόδιος υπάλληλος ο επιφορτισμένος με τη σύνταξη των πρακτικών και δη ο Α.

Ρ. συνέχιζε να χρησιμοποιεί το προηγούμενο πρότυπο πρακτικών, το οποίο είχε αρχικώς συνταχθεί σύμφωνα με τον μόνο προβλεπόμενο μέχρι το 2007 νόμιμο τρόπο λήψης αποφάσεων και στο οποίο αναγραφόταν ότι έλαβε χώρα πραγματική συνεδρίαση και ψηφοφορία των μετόχων ή μελών του ΔΣ. Ειδικώς δε ως προς την γενική συνέλευση της 30.6.2013, που φέρεται ότι έλαβε χώρα ημέρα Κυριακή, αποδείχθηκε ότι κατά την ημέρα εκείνη ο εναγών - εφεσίβλητος, ο οποίος μάλιστα φέρεται ότι παρέστη και σε όλες τις άλλες τακτικές Γ.Σ.

των εταιριών του ομίλου ..., που είχαν προγραμματισθεί για την ίδια ημερομηνία με διαφορά μίας ώρας της καθεμιάς από την επόμενη, πραγματοποίησε ημερήσια εκδρομή επισκεπτόμενος τους φίλους του Ά. Δ. και Α. Ά. στον οικισμό "..., μαζί με τους κοινούς φίλους τους Τ. Μ., Μ. Κ. και Μ. Ν.. Αυτό το γεγονός κατατέθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από την έχουσα ιδία αντίληψη εξετασθείσα μάρτυρά του Ά.

Δ., ενώ και ο έτερος εξετασθείς μάρτυράς του Κ. Μ. κατέθεσε επ’ αυτού, διευκρινίζοντας ότι αντλεί την πληροφόρησή του από συζητήσεις του με τα ανωτέρω πρόσωπα, τα οποία ήταν μαζί με τον Κ. Μ. στο .... Η επιλογή της 30ης.6.2013 ως ημερομηνίας Γ.Σ. οφείλεται στο ότι αυτή ήταν η τελευταία ημέρα της λήξης του εξαμήνου από τη λήξη της χρήσης του 2012 (άρθ. 25 κ.ν. 2190/1920), μέχρι την οποία έπρεπε να φαίνεται ότι έχει λάβει χώρα η τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης.

Την 30η Ιουνίου κάθε έτους εφέρετο και κατά τα προηγούμενα έτη ότι ελάμβαναν

χώρα

όλες οι τακτικές Γ.Σ. των μετόχων όλων των εταιρειών του ομίλου, όπως φέρεται ότι διεξήχθησαν την 30η-6-2013 οι τακτικές Γ.Σ. της εναγομένης εταιρίας, αλλά και των υπολοίπων ανωνύμων εταιριών του ομίλου (..., ... ... ΑΕ, Κ. ...Σ ΑΕ, ... ...Σ- ..., ...Σ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ...), οι οποίες, εάν θα ελάμβαναν πραγματικά χώρα, θα διαρκούσαν μέχρι τις μεταμεσημβρινές ώρες.

Το δικαστήριο δεν είναι δυνατό να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση στηριζόμενο στις λαμβανόμενες υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (καθότι αυτές δόθηκαν χωρίς κλήτευση του αντιδίκου της προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε άλλη δίκη ασφαλιστικών μέτρων) προσκομιζόμενες από την Α. Μ. ένορκες βεβαιώσεις και ιδίως τις .../2014 και .../2014 ένορκες βεβαιώσεις των Α.

Μ. και Α. Ρ. αντιστοίχως. Αυτές δεν κρίνονται αξιόπιστες, έρχονται δε και σε αντίθεση με όσα αποδείχθηκαν από τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις. Ειδικότερα, ο πρώτος από τους ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντες εργαζόταν παλαιότερα ως οδηγός και ατύπως ως φύλακας του Κ. Μ., σήμερα δε συνεχίζει να εργάζεται στο εργοστάσιο και στα γραφεία της εταιρίας ως οδηγός, εκτελώντας περιστασιακά, όπως ισχυρίζεται, και τη μεταφορά της Α.

Μ. προς το σπίτι της, έχοντας όμως πλέον συνδέσει την εργασιακή του πορεία και απασχόληση με τον έλεγχο των εταιριών εκ μέρους της. Αυτός βεβαιώνει πως ο ίδιος μετέφερε το ζεύγος Μ. στο ... στις 30-6-2013, βεβαίωση που ελέγχεται αβάσιμη και από το αποδειχθέν γεγονός ότι οι σχέσεις μεταξύ του Κ. και της Α. Μ. ήταν τότε ήδη τεταμένες με συνεχείς έριδες μεταξύ τους, γεγονός που και ο ίδιος ο βεβαιών παραδέχεται (βλ.

φύλλο 5 της βεβαίωσής του: "Κατά το ίδιο διάστημα ήτοι κατά τα έτη 2012-2013, στα οποία προηγουμένως αναφέρεται- και ιδίως στη διάρκεια του 2013 επιδεινώθηκαν και οι σχέσεις του με τη σύζυγό του με αποτέλεσμα να ακούμε συχνά στο σπίτι φωνές μεταξύ τους..."), ενώ η Α. Μ. δεν συμβίωνε αδιαλείπτως με τον σύζυγό της, αλλά ουσιαστικά επισκεπτόταν τη συζυγική κατοικία στο ...

διαμένοντας εκεί σποραδικά, ενώ είχε μισθώσει για τον εαυτό της άλλο αυτοτελές διαμέρισμα σε οικοδομή στην παραλιακή λεωφόρο .... στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου διέμενε τακτικά. Στην ίδια οικοδομή διέμεναν, σε άλλα αυτοτελή διαμερίσματα, και η θυγατέρα της Σ. και η μητέρα της, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, γεγονός που η Α.

Μ. χρησιμοποίησε αρχικώς (ήδη προ του 2013) ως δικαιολογία για να μη διανυκτερεύει καθημερινώς στην κοινή συζυγική κατοικία. Ο ίδιος παραπάνω ενόρκως βεβαιών παραδέχεται μάλιστα στη βεβαίωσή του τη μίσθωση αυτού του διαμερίσματος, παρότι ισχυρίζεται ότι η Α. Μ. έμενε εκεί "μόνο 1-2 βράδια την εβδομάδα". Ο Α.

Ρ., υπάλληλος της "..." και μέλος του Δ.Σ. της εναγομένης- εκκαλούσας εταιρίας, ήταν το πρόσωπο στο οποίο είχε ανατεθεί να συντάσσει τα πρακτικά των Γ.Σ. και Δ.Σ. αυτής, εκείνος δε τα προσκόμιζε προς υπογραφή στον Κ. Μ. υποδεικνύοντάς του και τα σημεία στα οποία έπρεπε να υπογράψει. Κατ’ αυτού έχει ήδη ασκηθεί, μετά από έγκληση του Κ.

Μ., ποινική δίωξη για απάτη και πλαστογραφία σε συνέργεια με την Α. Μ., στη δε ένορκη κατάθεσή του καταβάλει προσπάθεια να αποσείσει από τον εαυτό την ευθύνη για τις πράξεις που του αποδίδονται, υποστηρίζοντας την εκδοχή της Α. Μ. και προβάλλοντας κυρίως επιχειρήματα και όχι πραγματικά γεγονότα ικανά να αποδείξουν τον ισχυρισμό ότι η ως άνω Γ.Σ.

έλαβε κανονικά χώρα με πραγματική συνεδρίαση των μετόχων. Όλα τα προαναφερόμενα πρακτικά, που για να λάβουν υπόσταση ως πρακτικά υπογραφέντα δια περιφοράς και να ισοδυναμούν οι περιλαμβανόμενες σ’ αυτά αποφάσεις με αποφάσεις των Γ.Σ. και Δ.Σ., δεν υπογράφηκαν από όλους τους μετόχους και όλα τα μέλη του Δ.Σ., όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 3 και 21 παρ. 5 του ν. 2190/1920 αντιστοίχως.

Γι’ αυτό τον λόγο οι περιλαμβανόμενες σε αυτά αποφάσεις δεν ισοδυναμούν με αποφάσεις Γ.Σ. και Δ.Σ., αλλά είναι, σύμφωνα με τα εκτενώς προαναφερόμενα, ανυπόστατες και ανεπίδεκτες θεραπείας. Ειδικότερα το από 30-6-2013 πρακτικό της Γ.Σ. φέρει τη γνήσια υπογραφή του ενάγοντος, φερόμενου και ως προέδρου της Γ.Σ., στο τέλος του, όπως και στο καθένα από τα άλλα δύο φύλλα του, καί την υπογραφή του Α.

Ρ. ως γραμματέα της Γ.Σ., στο τέλος του εγγράφου. Αυτό όμως δεν φέρει την υπογραφή της έτερης μετόχου Α. Μ.. Το από 30.4.2013 πρακτικό του Δ.Σ. φέρει μόνο τη γνήσια υπογραφή του ενάγοντος στη θέση του προέδρου του Δ.Σ. και δεν φέρει τις υπογραφές των υπόλοιπων προαναφερόμενων μελών του, δηλαδή της Α. Μ. και του Α. Ρ..

Το από 5.8.2013 πρακτικό του Δ.Σ. δεν φέρει επίσης την υπογραφή της Α. Μ., αυτό δε δεν αποδείχθηκε καν ότι φέρει υπογραφή του Κ. Μ., ενώ "ακριβές αντίγραφό" του που δημοσιεύθηκε στο ΓΕΜΗ φέρει ως τεθείσα από τον Κ. Μ. υπογραφή στη θέση του προέδρου Δ.Σ., την οποία ο ίδιος αμφισβητεί και προσέβαλε ήδη ως πλαστή, δια της υποβολής της από 21-2-2014 εγκλήσεώς του, κατόπιν της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για:

α)πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση με επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, β) απάτη κατά συναυτουργία με σκοπούμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, γ) πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, δ) απάτη κατά συναυτουργία, κατά των εγκαλουμένων Α.

Μ., Α. Ρ. και Η. Τ.. Το πρακτικό δε της Γ.Σ. της 8ης-1-2014, που καταχωρίσθηκε επίσης στο Γ.Ε.ΜΗ., φέρει τη γνήσια υπογραφή του ενάγοντος στη θέση του προέδρου της Γ.Σ. και την υπογραφή του Α. Ρ., ως γραμματέα της Γ.Σ. ενώ δεν φέρει την υπογραφή της έτερης μετόχου Α. Μ.. Η προσκομιδή εκ μέρους της τελευταίας νέων, άλλων, αντιγράφων των πρακτικών που φέρουν μόνον τη δική της υπογραφή δεν είναι δυνατό να οδηγήσει το δικαστήριο σε διαφορετική από την ως άνω κρίση ως προς το ανυπόστατο των αποφάσεων.

Κατ’ αρχήν δεν αποδείχθηκε ότι οι μέτοχοι και τα μέλη του Δ.Σ. της εναγομένης εταιρίας, που συστηματικώς και παγίως ελάμβαναν στην πράξη τις αποφάσεις τους χωρίς να λαμβάνουν χώρα πραγματικές συνελεύσεις, υπέγραφαν ή υπέγραψαν, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, διαφορετικά πρακτικά, ο καθένας δικό του πρωτότυπο (ή δικό του αντίγραφο).

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι τέτοια συμφωνία δεν υπήρχε, ούτε ακολουθείτο αυτή η πρακτική, αλλά για τις αποφάσεις συντασσόταν ένα μοναδικό ενιαίο πρωτότυπο πρακτικό. Οι υπογραφές στα προσκομιζόμενα αντίγραφα τέθηκαν από την Α. Μ. σε μη αποδειχθέντα επακριβώς χρόνο, πάντως όχι ενόσω η λήψη απόφασης δια της υπογραφής του πρακτικού εκ περιφοράς ήταν "εν τω γίγνεσθαι", ώστε να θεωρηθεί η σχετική δικαιοπραξία ατελής, δυνάμενη να συμπληρωθεί ως προς τα απαραίτητα εξωτερικά της στοιχεία, αλλά αφότου έλαβαν τα πρακτικά την οριστική τους μορφή με τη δημοσίευσή τους στο ΓΕΜΗ και μάλιστα μετά και την αμφισβήτηση του υποστατού των αποφάσεων από τον Κ.

Μ.. Το γεγονός ότι στα ως άνω αντίγραφα αναφέρονται ως ημερομηνίες (μη λαβούσας χώρας πραγματικής, όπως αποδείχθηκε) συνεδρίασης των οργάνων οι ως άνω ημερομηνίες, ουδόλως αποτελεί απόδειξη υπέρ της μόνης υπογράφουσας και προσκομίζουσας τα έγγραφα αυτά, εκδότριάς τους (άρθ. 447 ΚΠολΔ), ότι οι υπογραφές της τέθηκαν αυθημερόν κατά τις ημέρες των φερόμενων συνεδριάσεων (πράγμα άλλωστε που δεν συνέβη ούτε καν ως προς τα πρωτότυπα των πρακτικών που υπογράφηκαν από τον Κ.

Μ.) . Ο προβαλλόμενος δε με λόγο της έφεσης ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του ερευνώντας τον χρόνο υπογραφής των ως άνω προσκομιζομένων αντιγράφων των πρακτικών από την Α. Μ., αφού η γνησιότητά τους και ειδικότερα η υπογραφή τους από αυτήν δεν αμφισβητήθηκε από τον εφεσίβλητο και ότι αυτά πρέπει να θεωρηθούν γνήσια αποδεικνύοντα τα περιλαμβανόμενα σ’ αυτά περιστατικά και δη ότι υπογράφηκαν κατά την αναφερόμενη ημερομηνία της Γ.Σ., είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον τα ως άνω έγγραφα δεν έχουν αποδεικτική δύναμη υπέρ της εκδότριάς τους κατά τα προαναφερόμενα.

Και εάν όμως ο σχετικός λόγος δεν απορριπτόταν γι’ αυτή την αιτία και πάλι θα είχε απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το άρθρο 445 ΚΠολΔ, στο οποίο αναφέρονται οι εκκαλούσες, αφορά την απόδειξη του γεγονότος ότι η δήλωση που περιέχει έγγραφο προέρχεται από τον εκδότη τους, αυτή δε είναι και η έννοια του άρθρου 457 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Στην κρινόμενη όμως περίπτωση θα γινόταν δεκτό ότι το ερευνώμενο ζήτημα δεν εστιάζεται στο αν η δήλωση προέρχεται από την ανωτέρω υπογράφουσα, πράγμα που ευλόγως δεν αμφισβητείται, αλλά στο αν η σχετική δήλωση αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα ως προς τον χρόνο υπογραφής, δεδομένου μάλιστα ότι τα υπογραφέντα από την Α.

Μ. αντίγραφα πρακτικών απέκτησαν βέβαιη χρονολογία με την επίκληση και προσκομιδή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με συνέπεια να καθίσταται βέβαιο μόνον ότι αυτά είχαν υπογραφεί κατ’ εκείνο τον χρόνο. Ο χρόνος δε κατά τον οποίο υποστηρίζει η Α. Μ. ότι υπογράφηκαν τα πρακτικά ουσιαστικά αμφισβητείται από τον Κ.

Μ. ήδη με τους προβαλλόμενους στο δικόγραφο της αγωγής του ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους όλα τα ανωτέρω πρακτικά, πλην του τελευταίου (στο οποίο δεν αναφέρεται η δική του αγωγή και του οποίου όμως η προσυπογραφή από την Α. Μ. μέχρι τη δημοσίευσή τους στο ΓΕΜΗ δεν συνομολογείται), δεν υπογράφηκαν εκ μέρους της μέχρι τη δημοσίευσή τους στο ΓΕΜΗ.

Μετά απ’ αυτά, η υπογραφή πρακτικών από την Α. Μ. εκ των υστέρων και μετά την δημοσίευση αντιγράφων τους στο ΓΕΜΗ

δεν επιφέρει ίαση του ανυποστάτου των αποφάσεων ή επικύρωση αυτών, η οποία είναι νοητή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, μόνον δια της λήψης νέων υποστατών πλέον αποφάσεων που θα ανέπτυσσαν την ενέργεια τους για το μέλλον, πράγμα που δεν συνέβη. Απορριπτέος, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ως μη νόμιμος είναι και ο ισχυρισμός και ο σχετικός λόγος έφεσης των εκκαλουσών περί εκ των υστέρων έγκρισης των σχετικών αποφάσεων εκ μέρους της Α.

Μ. κατ’ άρθρα 236, 238 ΑΚ, προεχόντως διότι η έγκριση προϋποθέτει δικαιοπραξία απλώς ανενεργή και δεν είναι νοητή επί δικαιοπραξίας ανύπαρκτης κατά το δίκαιο, η οποία δεν δύναται, σε κάθε περίπτωση, να ισχυροποιηθεί και να καταστεί ενεργής. Και αν δε ο σχετικός λόγος έφεσης δεν απορριπτόταν γι’ αυτή την αιτία, θα είχε απορριφθεί και πάλι ως μη νόμιμος διότι επί ανυπόστατων αποφάσεων Γ.Σ.

ή και Δ.Σ. ανώνυμης εταιρίας, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι ανωτέρω περί εγκρίσεως διατάξεις, προϋπόθεση για την εφαρμογή των οποίων είναι η συγκατάθεση να παρέχεται από τρίτο και όχι απ’ αυτούς που επιχείρησαν ή φέρεται ότι επιχείρησαν την ανυπόστατη δικαιοπραξία.... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε ως προς όλα τα παραπάνω ζητήματα σε όμοια κρίση, έστω και με εν μέρει ελλιπείς ή διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει, κατ’ αυτό το μέρος τους, να συμπληρωθούν και να αντικατασταθούν με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, δεν έσφαλε και όλοι οι σχετικοί με αυτά τα θέματα λόγοι της έφεσης των εκκαλουσών για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν....

Απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως είναι ο λόγος της έφεσης των εκκαλουσών, με τον οποίο αυτές ισχυρίζονται ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος εναγομένου και η δική του ανώμοτη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αποτελούσαν ανυπόστατα και απαράδεκτα, άλλως άκυρα, αποδεικτικά μέσα που κακώς ελήφθησαν υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης του, διότι αυτές δόθηκαν ενώπιον αναρμοδίου οργάνου και συγκεκριμένα όλης της συνθέσεως εκείνου του δικαστηρίου αντί ενώπιον της εισηγήτριας δικαστού, όπως επιτασσόταν από το άρθρο 270 παρ. 5 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από τον νόμο 4055/2012, ενώ η συμμετοχή της προέδρου της συνθέσεως στην εξέτασή τους, η οποία υπέβαλε σωρεία ερωτήσεων, κατέληξε να παρεμποδίσει την εισηγήτρια να διεξάγει εκείνη τις αποδείξεις.

Και αυτό διότι, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, η συζήτηση των κρινόμενων υποθέσεων (αγωγών και παρεμβάσεων) δεν διακόπηκε αλλά ολοκληρώθηκε ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου με τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και με την ανώμοτη κατάθεση του Κ. Μ.

ως διαδίκου στην ίδια, αρχικώς ορισθείσα, δικάσιμο, ενώ η πρόεδρος διηύθυνε τη συζήτηση. Σημειώνεται δε απλώς (χωρίς αυτό να ασκεί οποιαδήποτε νόμιμη επιρροή) πως, όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτή υπέβαλε μόνον ελάχιστες ερωτήσεις, δίνοντας τον λόγο στην εισηγήτρια και στους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, προκειμένου να υποβάλουν αυτοί τον κύριο όγκο των ερωτήσεων.

Απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο λόγος της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έπρεπε να λάβει υπόψη του την .../23-1-2015 ένορκη βεβαίωση του Ι. Φ. ενώπιον της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ε. Γ., η οποία λήφθηκε, χωρίς να παραστούν κατ’ αυτήν, με επιμέλεια του ενάγοντος της πρώτης αγωγής και η οποία αποτελεί απαράδεκτο, άλλως ανυπόστατο, αποδεικτικό μέσο, διότι η επιδοθείσα κλήτευσή τους υπογραφόταν από τον ίδιο τον ενάγοντα και όχι από πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στο αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον συμβ/φου ή ειρηνοδίκη, ορίζει ότι αυτές (μέχρι τον εκεί οριζόμενο αριθμό) λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευσή του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν τη βεβαίωση, προκειμένου δε να αποδεικνύεται με βεβαιότητα η σχετική κλήτευσή, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για το υποστατό της ένορκης βεβαίωσης ως αυτοτελούς αποδεικτικού μέσου, αυτή γίνεται κατά κανόνα στην πράξη με επίδοση εξώδικης πρόσκλησης προς τον αντίδικο.

Η λήψη όμως ένορκης βεβαίωσης δεν συνιστά διεξαγωγή απόδειξης ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει και θα κρίνει τη διαφορά (όπως η δια μαρτύρων απόδειξη), αλλά αποδεικτικό μέσο κτώμενο κατ’ άλλο καθοριζόμενο από το νόμο τρόπο, το οποίο απλώς θα προσκομισθεί ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως δε του ότι η ένορκη βεβαίωση, που λαμβάνεται κατόπιν προσκλήσεως του αντιδίκου, θα χρησιμοποιηθεί κατόπιν ενώπιον του ανωτέρω αρμοδίου για τη διαφορά δικαστηρίου, η επιδιδόμενη εξώδικη πρόσκληση γι’ αυτήν δεν αποτελεί δικόγραφο και διαδικαστική πράξη αυτής καθαυτής της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 94 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε παράσταση του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου.

Επομένως είναι επιτρεπτό η ανωτέρω πρόσκληση να υπογράφεται είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου είτε από τον ίδιο τον διάδικο, χωρίς στην τελευταία περίπτωση να πάσχει και να εγκαθιδρύεται λόγος απαραδέκτου αυτής ή ανυποστάτου. Και αν πάντως γινόταν δεκτό πως η ανωτέρω πρόσκληση δεν έγινε νομοτύπως με συνέπεια να είναι η ως άνω ένορκη βεβαίωση ανυπόστατη, απαράδεκτη ή άκυρη ως αποδεικτικό μέσο (πράγμα που δεν συμβαίνει), και πάλι το δικαστήριο θα κατέληγε και χωρίς τη συνεκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου στην ίδια κρίση ως προς την ουσία της διαφοράς και τα αποδειχθέντα περιστατικά, αντικαθιστώντας απλώς τις αιτιολογίες τις εκκαλουμένης και απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο εφέσεως γι’ αυτή την αιτία.

Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω φερόμενες ως αποφάσεις των Γ.Σ. και των Δ.Σ. της εναγομένης και δεύτερης εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας "Κ. ... ..., εκτός των τρεχόντων και συνήθων θεμάτων για τα οποία αναφέρεται ότι λήφθηκαν αποφάσεις στο Δ.Σ. της 30ης-4-2013 και στη Γ.Σ.

της 30ης-6-2013, αποσκοπούσαν να προετοιμάσουν, να διαμορφώσουν και να παγιώσουν μία νέα κατάσταση (ένα νέο "status") σ’ αυτήν και ειδικότερα να μεταβάλουν το πρόσωπο του κυρίου του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της και να προσδώσουν αυτή την ιδιότητα και τον έλεγχο της εταιρίας στην Α. Μ.. Έτσι, στο από 30.4.2013 πρακτικό του Δ.Σ.

φέρεται πως αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, έγκριση πρότασης του Κ. Μ. για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας κατά 12.000 ευρώ και για την ανάγκη λήψης απόφασης επ’ αυτού καθώς και απόφασης για τροποποίηση του σχετικού άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας από την τακτική Γ.Σ. που ορίσθηκε να συγκληθεί στις 30-6-2013.

Με την φερόμενη ως απόφαση της Γ.Σ. της 30ης-6-2013, μεταξύ άλλων, αποφασίσθηκε από το ανώτατο όργανο της εταιρίας η ως άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, που θα γινόταν με καταβολή μετρητών και την έκδοση 4.000 νέων δεσμευμένων ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας 3 ευρώ της καθεμιάς, σ’ αυτό δε περιλαμβάνεται και δήλωση του μέχρι τότε κύριου μετόχου Κ.

Μ. να μην ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο υπέρ της έτερης μετόχου Α. Μ.. Επίσης, με την ίδια απόφαση φέρεται πως αποφασίσθηκε και η σχετική τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας. Σύμφωνα με το από 5.8.2013 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρίας, τα μέλη του διαπίστωσαν την κάλυψη της ως άνω αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου με την καταβολή μετρητών συνολικού ποσού 12.000 ευρώ εκ μέρους της Α.

Μ.. Τέλος, με το από 8.1.2014 πρακτικό έκτακτης γενικής τακτικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης εταιρείας φέρεται ότι οι μέτοχοί της ομοφώνως εξέλεξαν νέο διοικητικό συμβούλιο, που θα απαρτιζόταν, εκτός από τα μέχρι τότε τρία μέλη του, και από τις

δύο φυσικές κόρες της Α. Μ. και

θετές κόρες του Κ. Μ.. Με βάση αυτές τις αποφάσεις ειδικότερα, ο Κ. Μ., που μέχρι τότε διατηρούσε το πλειοψηφικό πακέτο και δη το 51% των μετοχών της "... ...", έχανε αυτή του την ιδιότητα, διατηρώντας τις 86.700 δεσμευμένες ονομαστικές μετοχές, τις οποίες είχε μέχρι τότε και οι οποίες αντιστοιχούσαν όμως πλέον, μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 12.000 ευρώ και την έκδοση 4000 νέων μετοχών, σε μειοψηφικό ποσοστό 49,8275%, ενώ η Α.

Μ., που είχε μέχρι τότε 83.300 μετοχές αντιστοιχούσες σε 49% του μετοχικού κεφαλαίου, θα αποκτούσε πλέον συνολικώς 87300 μετοχές αντιστοιχούσες σε ποσοστό 50,1729% αυτού. Η ανωτέρω εταιρία είχε ιδρυθεί με κύριο σκοπό της την εξαγορά, δια τραπεζικού δανεισμού, των μετοχών της εταιρίας "...", τις οποίες η αδελφή του Κ.

Μ., Μ. Μ., είχε πωλήσει στην εταιρία "...", αυτός δε ο σκοπός πράγματι επιτεύχθηκε και η αγορά των μετοχών από την εναγόμενη- εκκαλούσα εταιρία έλαβε χώρα. Μετά απ’ αυτήν, η μετοχική σύνθεση της εταιρίας "...", η οποία αποτελεί την ισχυρότερη παραγωγική εταιρία του ομίλου εταιριών ... και τη μετεξέλιξη της αρχικής (ατομικής) επιχειρήσεως, που ιδρύθηκε από τον προπάππο του Κ.

Μ. και αναπτύχθηκε στη συνέχεια από τον πάππο αυτού και τον πατέρα του, διαμορφώθηκε και παραμένει και σήμερα ως εξής: Από το κεφάλαιο αυτής, ανερχόμενο σε 8565830 ευρώ, διηρημένο σε 9.413.000 ονομαστικές μετοχές, ο Κ. Μ. είναι δικαιούχος 3.917.253 μετοχών, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 41,62% του μετοχικού κεφαλαίου, η Α.

Μ. έχει 1.831.507 μετοχές, που της είχε μεταβιβάσει ο σύζυγός της Κ. πριν το 2006 και που αντιστοιχούν στο 19,46

% του μετοχικού της κεφαλαίου, και η εναγομένη - εκκαλούσα εταιρία "... ..." είναι δικαιούχος 3.663.832 μετοχών, τις οποίες εξαγόρασε από την εταιρία ... και οι οποίες αντιστοιχούν σε 38,92 % του μετοχικού κεφαλαίου. Με βάση τις ανωτέρω φερόμενες αποφάσεις της Γ.Σ. και του Δ.Σ. της εναγομένης- εκκαλούσας εταιρίας, η Α.

Μ., σύζυγος του Κ., η οποία, όπως συνομολογείται, αναμείχθηκε ενεργώς στη δραστηριότητα των εταιριών μόλις από το έτος 2006 και μετά, θα αποκτούσε τον έλεγχο (στα τρέχοντα ζητήματα και τις συνήθεις συναλλαγές, για τις οποίες δεν απαιτούνται αποφάσεις των οργάνων της εταιρίας λαμβανόμενες με αυξημένη πλειοψηφία) όχι μόνον της "...", της οποίας θα αποκτούσε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών, αλλά και της ανωτέρω εταιρίας ".... ...

και ΥΙΟΣ ..., διότι θα ήλεγχε, εκτός από το δικό της πακέτο μετοχών στην τελευταία και το πακέτο μετοχών της εναγομένης- εκκαλούσας εταιρίας (19,46 + 38,92), ο δε Κ. Μ. θα κατέληγε μέτοχος μειοψηφικού πακέτου και στις δύο εταιρίες, ενώ μάλιστα και το διοικητικό συμβούλιο της τελευταίας εταιρίας θα ελεγχόταν από την Α.

Μ. και τις φυσικές θυγατέρες της (και θετές θυγατέρες εκείνου). Η υπογραφή του Κ. Μ. στα ως άνω πρακτικά Γ.Σ. και Δ.Σ., στα οποία αποδείχθηκε ότι τέθηκε, ουσιαστικά υφαρπάχθηκε απ’ αυτόν, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι είχαν ληφθεί τέτοιες αποφάσεις για την εταιρεία με την σύμφωνη γνώμη του. Ειδικότερα στον Κ.

Μ. προσκομίσθηκαν εκείνα τα πρακτικά από τον Α. Ρ., όπως συνέβαινε πάντοτε, προκειμένου να τα υπογράψει χωρίς καν να τα ελέγξει, όπως και έπραττε κατά τη συνήθη μέχρι τότε τακτική του, όταν θεωρούσε πως οι περιλαμβανόμενες σ’ αυτά αποφάσεις αφορούσαν τυπικά θέματα λειτουργίας της εταιρίας (λήψη απόφασης για τη διενέργεια της τακτικής Γ.Σ., έγκριση πεπραγμένων Δ.Σ.

και απαλλαγή από ευθύνη αποζημίωσης, ισολογισμού 2012 κλπ), η οποία τακτική ήταν γνωστή στη σύζυγό του και στον ως άνω υπάλληλο, που συνέτασσε τα πρακτικά, έχοντας ορισμένες σχετικές γνώσεις. Κατά την προσκομιδή των πρακτικών δεν επιστήθηκε στον Κ. Μ. η προσοχή στο γεγονός ότι σ’ αυτά περιέχονταν και μη συνήθεις αποφάσεις για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, παραίτηση από το δικαίωμα προτίμησης εκ μέρους του, τροποποίηση του καταστατικού κλπ, ενώ του υποδείχθηκε, με τη σημείωση ενός σταυρού μάλιστα όσον αφορά την απόφαση της Γ.Σ.

της 30ης-6-2013, η θέση όπου έπρεπε να υπογράψει. Ο Κ. Μ. αντελήφθη τι είχε συμβεί όταν στις 13 Ιανουάριου του 2014 του επιδόθηκε εξώδικη πρόσκληση της συζύγου του και του Γ. Τ., μελών του Δ.Σ. της ".... ... και ΥΙΟΣ ..., με την οποία τον καλούσαν να προχωρήσει σε άμεση σύγκληση του Δ.Σ. αυτής με θέμα την αναδιάρθρωσή του, την ανακατανομή αρμοδιοτήτων, την εκλογή αντιπροέδρου και την ανάθεση εξουσιών αντιπροσώπευσης, διοίκησης και διαχείρισης της εταιρίας και μετά την επίδοση της οποίας προχώρησε σε έρευνα των σχετικών καταχωρήσεων αποφάσεων Γ.Σ.

και Δ.Σ. της εναγομένης- εκκαλούσας εταιρίας στο ΓΕΜΗ. Σε επίσκεψή του δε στα γραφεία της εταιρίας στις 18-1-2014, προκειμένου να ελέγξει τα πρακτικά, ο Α. Ρ. απέφυγε να του τα επιδείξει, με τη δικαιολογία ότι τα είχε η Α. Μ. στο σπίτι της, ενώ όταν ο Κ. Μ. τον ρώτησε αν τον είχε ενημερώσει για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, την παραίτηση από το δικαίωμα προτίμησης και την αλλαγή των μελών του Δ.Σ.

εκείνος του απάντησε "Όχι, δεν σας ενημέρωσα. Ό,τι μου πει η κυρία Κ. το κάνω και ό,τι μου πείτε εσείς το κάνω" (βλ. εκτός από την ανώμοτη κατάθεση του Κ. Μ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που αναφέρεται στον τρόπο της υπογραφής των πρακτικών εκ μέρους του, και τις λαμβανόμενες-υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ληφθείσες για να χρησιμοποιηθούν σε άλλη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, ...,

.../11-2-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Δ. Κ. Α. Μ. και Σ. Ν. αντιστοίχως, οι οποίοι συνόδευαν στις 18-1-2014 τον Κ. Μ. στην επίσκεψή του στα γραφεία της εταιρίας και ήταν παρόντες στη συνάντησή του με τον Α. Ρ., παρακολούθησαν δε οι ίδιοι την ανωτέρω στιχομυθία). Αυτοί που μεθόδευσαν την υφαρπαγή της υπογραφής του Κ.

Μ. υπολόγιζαν ότι οι ανωτέρω αποφάσεις θα δέσμευαν τους μετόχους και την εταιρία, φερόμενες ως ληφθείσες από κανονικές τυπικές Γ.Σ και Δ.Σ., και θα αρκούσε προς τούτο μόνον η υπογραφή αυτού ως προέδρου των Γ.Σ. και Δ.Σ. και ενδεχομένως (ως προς τις αποφάσεις Γ.Σ.) και η υπογραφή του Α. Ρ. ως γραμματέως. Δεν συνυπολόγισαν όμως ότι μπορούσε να αποδειχθεί πως οι συνεδριάσεις δεν έλαβαν καν χώρα, με συνέπεια να θεωρούνται τα σχετικά πρακτικά ως δια περιφοράς υπογραφόμενα πρακτικά, ώστε να είναι αναγκαίο, για να λάβουν υπόσταση ως αποφάσεις Γ.Σ.

και Δ.Σ., να φέρουν όλες τις υπογραφές των μετόχων ή μελών του Δ.Σ. αντίστοιχα, πράγμα που προδήλως δεν είχαν καν υπόψη τους. Η κρίση του δικαστηρίου ως προς τα αμέσως παραπάνω ζητήματα ενισχύεται και από το αποδειχθέν επίσης γεγονός ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης εκκαλούσας εταιρίας κατά το εξαιρετικά μικρό σε σχέση με το οικονομικό μέγεθος της ποσό των 12.000 ευρώ, ο μόνος δε λόγος τέτοιας αύξησης ήταν, προφανώς, να αποκτήσει την πλειοψηφία των μετοχών και τον έλεγχο αυτής υπό την ως άνω έννοια, όπως και τον έλεγχο της ".... ... ..., η Α.

Μ.. Η τελευταία προβάλλει, ήδη στην αγωγή της (βλ. σελ. 8 και 9 αυτής), τον ισχυρισμό ότι ο Κ. Μ. είχε συμφωνήσει σε δικές της προτάσεις για τις ως άνω διευθετήσεις, προκειμένου να την εξασφαλίσει παραχωρώντας της το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών, επειδή ο ίδιος την απειλούσε πως θα πωλούσε τις μετοχές του και θα έφευγε, διότι του ασκούσε κριτική για σπάταλο βίο (εκείνος αντιστρόφως αποδίδει σ’ αυτήν σπατάλες), και την πίεζε, όπως και τις θυγατέρες τους, να μυηθούν σε ινδουϊστικής προέλευσης αίρεση, την οποία είχε ο ίδιος ασπασθεί.

Αυτός ο αμέσως προαναφερόμενος ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε, δεν κρίνεται δε έστω και ελάχιστα πειστικός, διότι ενέχει λογική αντίφαση, αφού οι σοβαρές, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Α. Μ., απειλές και πιέσεις εκ μέρους του συζύγου της δεν συνάδουν με την πράξη γενναιοδωρίας και θυσίας των δικών του συμφερόντων, στην οποία φέρεται ότι αποφάσισε να προβεί εκείνος προς όφελος της.

Μία τέτοια δε απόφασή του θα ερχόταν και σε πλήρη αντίθεση με τις μέχρι τότε αποδειχθείσες επιλογές του και την επιχειρηματική του πορεία, κατά τη διάρκεια της οποίας επιδόθηκε σε σημαντικούς δικαστικούς και εξωδικαστικούς αγώνες ακόμη και κατά της αποβιώσασας αδελφής του Μ. Μ., για να αποκτήσει και να διατηρήσει ο ίδιος τον πλήρη έλεγχο των εταιριών του ομίλου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η, στεφθείσα από επιτυχία, προπεριγραφόμενη προσπάθειά του να ανακτήσει τις μετοχές της ".... ... και ΥΙΟΣ ..., που είχε πωλήσει η αδελφή του στην .... Οι εκκαλούσες προβάλλουν επίσης, με τους λόγους της εφέσεώς τους, και τους ακόλουθους ισχυρισμούς: α) Ότι, σε κάθε περίπτωση, ο Α.

Ρ., που υπέγραψε τα πρακτικά τα οποία προαναφέρονται, ενήργησε και ως αντιπρόσωπος της Α. Μ. και β) ότι το δικαίωμα του εφεσιβλήτου να ζητήσει την αναγνώριση του ανυπόστατου των αποφάσεων, στις οποίες αναφέρεται η αγωγή του, για τους ως άνω λόγους ασκείται καταχρηστικώς, αφού αυτός ως πρόεδρος της εταιρίας είχε καθιερώσει την πρακτική της λήψης αποφάσεων δια περιφοράς των σχετικών πρακτικών, ενώ η συμπεριφορά του είναι ασυνεπής, διότι δεν προσέβαλε άλλες αποφάσεις που επίσης δεν έφεραν τις υπογραφές όλων των μετόχων, υπερβαίνει δε τον σκοπό του ως άνω δικαιώματος του, διότι ο τύπος της υπογραφής του πρακτικού από όλους τους εταίρους τάσσεται υπέρ αυτών που δεν το υπέγραψαν, ο δε Κ.

Μ. επωφελείται ο ίδιος από δική του παράνομη συμπεριφορά, συνιστάμενη στην έλλειψη φροντίδας του, ως προέδρου της εταιρίας, να υπογραφούν τα πρακτικά από όλους τους εταίρους. Ο ανωτέρω πρώτος ισχυρισμός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, διότι αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό που δεν προβλήθηκε στην πρωτόδικη δίκη, αυτό δε το απαράδεκτο δεν λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Ειδικότερα, ο ως άνω πρώτος ισχυρισμός δεν υπάγεται σε οποιαδήποτε από τις καθιερούμενες στο άρθρο 527 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται η επίκληση νέων πραγματικών ισχυρισμών, αφού δεν προβάλλεται προς απόκρουση της έφεσης (αλλ’ αντιθέτως προς θεμελίωσή της), δεν είναι οψιγενής, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, καθόσον δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν μπορεί να προβληθεί σε κάθε στάση της δίκης, ούτε κρίνεται ότι δεν προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό από οποιαδήποτε δικαιολογημένη αιτία (επίκληση τέτοιας αιτίας δεν γίνεται καν από τις εκκαλούσες), ενώ αυτός δεν αποδεικνύεται από έγγραφα ή με δικαστική ομολογία.

Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, η οποία προβάλλεται και αυτή οψίμως, για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, είναι απορριπτέα προεχόντως ως μη νόμιμη, διότι τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν, και αληθή υποτιθέμενα, δεν θα αρκούσαν για να επιστηρίξουν ένσταση ερειδόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, η καθιέρωση της κατάρτισης αποφάσεων Γ.Σ. ανώνυμης εταιρίας με μετοχές μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο και αποφάσεων Δ.Σ. ανώνυμης εταιρίας χωρίς να λάβει χώρα κανονική συνεδρίαση αλλά δια της υπογραφής των σχετικών πρακτικών από τους μετόχους ή τα μέλη του Δ.Σ. αντιστοίχως αποτελεί, κατά τα προαναφερόμενα, αναγνωρισμένο από τον νόμο τρόπο λήψης αποφάσεων των ως άνω οργάνων μετά τον ν. 3604/2007 και η εφαρμογή του τρόπου αυτού αποτελεί νόμιμη επιλογή των διοικούντων την ανώνυμη εταιρία, χωρίς να είναι δυνατό να θεωρηθεί πως αυτή καθαυτή η συγκεκριμένη επιλογή συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, εκτός και αν αποδοθεί σε εξ υπαρχής υφιστάμενη πρόθεση δημιουργίας παρατυπιών και μεταγενέστερης αμφισβήτησης των αποφάσεων εξαιτίας τους, γεγονός που δεν επικαλούνται οι εκκαλούσες.

Και η μη προσβολή άλλων αποφάσεων που λήφθηκαν χωρίς τυπική συνεδρίαση των αρμοδίων οργάνων της εταιρίας και δεν υπογράφηκαν από όλους τους εταίρους (πέραν της απλώς σημειουμένης αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού) δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετήσει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, εφόσον η προσβολή ή μη εναπόκειται στην κρίση του προσβάλλοντος, που ενεργεί σταθμίζοντας τα συμφέροντά του σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και δεν αποδίδεται σ’ αυτόν ότι ακολουθούσε συστηματικώς την ανωτέρω τακτική μη προσβολής, προκειμένου να εφησυχάσουν οι βλαπτόμενοι από την προσβολή και να χρησιμοποιήσει τις ελλείψεις όταν και σε όποιες περιπτώσεις θα τον συνέφερε.

Η μη υπογραφή δε εκ μέρους της Α. Μ. των πρακτικών των ως άνω Γ.Σ. και Δ.Σ. δεν είναι δυνατό να αποδοθεί σε συμπεριφορά άλλου (του αντιδίκου της) αλλά στις δικές της παραλείψεις για τις οποίες και φέρει η ίδια την ευθύνη. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται ότι ο εφεσίβλητος επωφελείται ο ίδιος από δική του παράνομη συμπεριφορά συνιστάμενη στην έλλειψη φροντίδας του να υπογραφούν τα πρακτικά από όλους τους εταίρους.

Τέτοια συμπεριφορά δεν συνιστά παρανομία εκ μέρους του, αφού οι αποφάσεις των ως άνω οργάνων σχηματίζονται από τις επί μέρους δηλώσεις βουλήσεως των μετόχων της εταιρίας ή των μελών του Δ.Σ. της, στη διακριτική ευχέρεια των οποίων εναπόκειται να συμμετάσχουν ή μη κατά τη λήψη τους και αντιστοίχως, επί υπογραφής των πρακτικών δια περιφοράς, να τα υπογράψουν ή μη, δίνοντας ή μη δίνοντας υπόσταση στις σχετικές αποφάσεις, δεν είναι δε δυνατό να θεωρηθεί πως άλλος, πέραν του καθενός μετόχου ή του μέλους του Δ.Σ., φέρει την υποχρέωση να μεριμνήσει για την υπογραφή εκ μέρους τους ή την ευθύνη για τη μη υπογραφή τους, διότι μία τέτοια παραδοχή θα νομιμοποιούσε ανεπίτρεπτη παρέμβαση στον σχηματισμό της βούλησής τους.

Μη νόμιμος είναι ο ίδιος ισχυρισμός και κατά το σκέλος του το στηριζόμενο στη διατυπούμενη άποψη ότι η παράλειψη υπογραφής, δια περιφοράς, του πρακτικού από ένα μέτοχο μπορεί να προταθεί από τον ίδιο, υπέρ αυτού δε μόνον τάσσεται και η δυνατότητα προσβολής της σχετικής απόφασης. Αυτός ο τελευταίος επιμέρους ισχυρισμός δεν μπορεί να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, διότι συνιστά αυτοτελή ένσταση έλλειψης έννομου συμφέροντος και κατ’ επέκταση και έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος την αναγνώριση του ανυποστάτου.

Και αυτή όμως η εμπεριεχόμενη στον ανωτέρω επιμέρους ισχυρισμό ένσταση, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη επίσης, αφού η δυνατότητα προσβολής απόφασης Γ.Σ. ή Δ.Σ. στην παραπάνω περίπτωση (της λήψης της δια της υπογραφής του πρακτικού δια περιφοράς), όταν το σχετικό πρακτικό δεν υπογράφηκε από όλους τους μετόχους ή μέλη του Δ.Σ., εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο, πέραν των τυχόν κατά περίπτωση υφισταμένων μεμονωμένων συμφερόντων ορισμένων μετόχων ή τρίτων, τα συμφέροντα της ίδιας της εταιρίας, της οποίας διαφορετικά δεν διασφαλίζεται η ομαλή και νομότυπη λειτουργία βάσει υποστατών αποφάσεων ειλημμένων κατόπιν της ελεύθερης εκφράσεως της βουλήσεως των μετόχων της.

Ενόψει δε αυτών, έννομο συμφέρον να προταθεί το ανυπόστατο για την ως άνω αιτία έχει ο μη υπογράψας τον πρακτικό εταίρος, οι υπόλοιποι υπογράψαντες αυτό εταίροι, που επιθυμούν να διασφαλίσουν την ευταξία στη λειτουργία της εταιρίας, η ίδια η εταιρία, αλλά και κάθε τρίτος που δικαιολογεί όμως τέτοιο συγκεκριμένο κατά περίπτωση συμφέρον.

Εάν οι ως άνω ισχυρισμοί δεν είχαν απορριφθεί για τις προαναφερόμενες αιτίες, θα είχαν απορριφθεί ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν, διότι, σ’ αυτή την περίπτωση, θα είχε κριθεί με βάση όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία πως ουδόλως αποδείχθηκε: α) ότι ο Α. Ρ. υπέγραψε και ως ορισθείς από την Α. Μ. αντιπρόσωπός της τα πρακτικά των Γ.Σ., που φέρουν την υπογραφή του κάτω από τις λέξεις "Ο Γραμματέας", ή τα πρακτικά του Δ.Σ., που φέρουν την υπογραφή του και ως μέλους του, β) ότι η προσβολή των αποφάσεων ως ανυπόστατων εκ μέρους του Κ.

Μ. συνιστά καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος του ενόψει όλων των προπαρατιθέμενων συγκεκριμένων περιστάσεων, που αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν στις ανωτέρω περιπτώσεις (υφαρπαγή της δικής του υπογραφής κάτω από πρακτικά που του παρουσιάσθηκαν ως τυπικά, συνέπειες των αποφάσεων αυτών και δη ανατροπή της ισχύουσας ισορροπίας ως προς τα μέχρι τότε πακέτα μετοχών στην εναγομένη εταιρία και ως προς την ".... ...

και ΥΙΟΣ ... κλπ). Πλέον των ανωτέρω, καταρτίσθηκε και το από 9.1.2014 πρακτικό Δ.Σ. της εναγομένης εκκαλούσας εταιρίας, στο οποίο αναφέρεται ότι αποφασίσθηκε ομόφωνα από όλα τα μέλη η συγκρότηση σε σώμα του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο φερόταν πως εκλέχθηκε από τη γενική συνέλευση της 8.1.2014, και πως καθορίσθηκαν οι αρμοδιότητες των μελών του με τον ορισμό ως προέδρου του Κ.

Μ., αντιπροέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της Α. Μ. και απλών μελών του των Ε. Μ., Κ. Μ. και Α. Ρ.. Η απόφαση αυτή (για την οποία πρέπει επίσης απλώς να αναφερθεί πως δεν προηγήθηκε και πάλι πραγματική συνεδρίαση, υπογράφηκε δε από τον Κ. Μ. κατά τον ίδιο παραπάνω τρόπο) δεν είναι έγκυρη και ισχυρή προεχόντως διότι η απόφαση της Γ.Σ.

της 8.1.2013 περί εκλογής νέου διοικητικού συμβουλίου είναι ανυπόστατη κατά τα προαναφερόμενα και δεν νοείται έγκυρη συγκρότηση σε σώμα ενός Δ.Σ. που προέκυψε από ανυπόστατη απόφαση Γ.Σ.

Συνεπώς, ο λόγος της έφεσης των εκκαλουσών ότι αυτή η απόφαση του Δ.Σ. έπρεπε να κριθεί αυτοτελώς ως έγκυρη και ισχυρή,

αφού σ’ αυτήν συμμετείχαν (υπογράφοντας δια περιφοράς το σχετικό πρακτικό) οι Κ. Μ., η Α. Μ. και ο Α. Ρ., ήτοι τα μέλη της προηγούμενης διοίκησης της εταιρίας, η οποία, στην περίπτωση που η εκλογή του νέου Δ.Σ. θεωρηθεί ανυπόστατη, συνεχίζει να αποτελεί τη διοίκηση αυτής, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθότι, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι το ανυπόστατο της Γ.Σ.

που εξέλεξε το ανωτέρω νέο Δ.Σ., το οποίο ερευνάται αναγκαίως παρεμπιπτόντως ως προς το κρινόμενο ζήτημα της εγκυρότητας της απόφασης του Δ.Σ., έχει ως συνέπεια τη συνέχιση της ύπαρξης του παλαιότερου Δ.Σ.... οι σχετικές αποφάσεις του, ως ληφθείσες και από όλα τα μέλη του προηγούμενου Δ.Σ., θα μπορούσαν να θεωρηθούν έγκυρες αν αφορούσαν άλλα θέματα λειτουργίας της εταιρίας, όχι όμως τη συγκρότηση σε σώμα του Δ.Σ.

που προήλθε από ανυπόστατη απόφαση Γ.Σ., δηλαδή τη συγκρότηση σε σώμα μη υφιστάμενης διοίκησης, η οποία ήταν και το μοναδικό θέμα της ανωτέρω απόφασης. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε μη έγκυρη την ως άνω απόφαση του Δ.Σ. της 9ης.1.2014 και απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής της εκκαλούσας Α.

Μ. περί αναγνώρισης της εγκυρότητάς της, σε ορθή κρίση κατέληξε και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και συνακολούθως πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος της έφεσης. Περαιτέρω, ως προς το αίτημα της αγωγής της πρώτης εκκαλούσας (για την απόρριψη της οποίας παραπονείται) περί αναγνώρισης αυτής ως κυρίας 4.000 νέων μετοχών της δεύτερης εκκαλούσας, πρέπει να λεχθούν τα έξης:

Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η ανυπόστατη απόφαση Γ.Σ. της 30ης-6-2013 περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης εκκαλούσας, περί δικαιώματος προτίμησης της πρώτης εκκαλούσας κλπ δεν παράγει έννομες κατά νόμο συνέπειες και δεν μπορεί επ’ αυτής, να θεμελιωθεί οποιοδήποτε δικαίωμα. Αυτή η "απόφαση" αντιμετωπίζεται από το δίκαιο ως μη λαβούσα χώρα και δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στα μέχρι τότε ποσοστά συμμετοχής των μετόχων Κ.

και Α. Μ. στο μετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης εκκαλούσας "Κ. ...Σ ..., με συνέπεια να μην έχει καταστεί η ενάγουσα της δεύτερης αγωγής- πρώτη εκκαλούσα Α. Μ. κυρία 4.000 νέων έγκυρων μετοχών αυτής της εταιρίας, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, επιπλέον των 83.700 μετοχών, που διέθετε από τη σύστασή της.

Η εγκυρότητα της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου με τις 4.000 νέες αυτές μετοχές ερευνάται επίσης παρεμπιπτόντως, προκειμένου να κριθεί το αίτημα της δεύτερης αγωγής, περί αναγνώρισης της Α. Μ. ως κυρίας των εν λόγω νέων μετοχών. Αυτή έχει βεβαίως αξίωση έναντι της εταιρίας "Κ. ...Σ ... προς επιστροφή του ποσού που κατέβαλε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού...".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της τελευταίας και είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε ότι είναι ανυπόστατες οι αποφάσεις α) της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης εταιρείας της 30-6-2013 και β) του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας εταιρείας της 30-4-2013 και 5-8-2013.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7Α, 7Β, 21§5, 32 § 3, 35Α, 35Β, 35Γ Ν.2190/1920, 236 και 238 ΑΚ, καθόσον υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα περιστατικά οι επίμαχες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, οι οποίες φέρονται λήφθηκαν με πρακτικά, που δεν υπέγραψαν όμως όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας και όλα τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, δεν ισοδυναμούσαν με τέτοιες αποφάσεις, αλλά ήταν ανυπόστατες, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.

Τις διατάξεις αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Την κρίση του δε αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) τις συγκεκριμένες ημερομηνίες δεν πραγματοποιήθηκαν πραγματικές συνεδριάσεις και ψηφοφορίες της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρίας, αφού οι μέτοχοι και τα μέλη του Δ.Σ.

αυτής αντιστοίχως δεν συγκεντρώθηκαν στον τόπο και χρόνο, που αναφέρεται στο καθένα από τα ανωτέρω πρακτικά, για να συζητήσουν και να λάβουν αποφάσεις για τα αναφερόμενα στο καθένα τους θέματα, παρότι φέρεται ότι συντάχθηκαν προκειμένου να υπογραφούν, εντός των νομίμων προθεσμιών για τις απαραίτητες δημοσιεύσεις τους, δια περιφοράς από όλους τους μετόχους και όλα τα μέλη του Δ.Σ.

αντιστοίχως, ώστε να ισχύσουν ως αποφάσεις των οργάνων αυτών, β) ως προς την γενική συνέλευση της 30-6-2013, που φέρεται ότι έλαβε χώρα ημέρα Κυριακή, αποδείχθηκε ότι κατά την ημέρα εκείνη ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος μάλιστα φέρεται ότι παρέστη και σε όλες τις άλλες τακτικές Γ.Σ. των εταιριών του ομίλου ..., που είχαν προγραμματισθεί για την ίδια ημερομηνία με διαφορά μίας ώρας της καθεμιάς από την επόμενη, πραγματοποίησε ημερήσια εκδρομή στο ...

Χαλκιδικής, γ) όλα τα προαναφερόμενα πρακτικά δεν υπογράφηκαν από όλους τους μετόχους και όλα τα μέλη του Δ.Σ. και για τον λόγο αυτό οι περιλαμβανόμενες σε αυτά αποφάσεις δεν ισοδυναμούν με αποφάσεις Γ.Σ. και Δ.Σ. και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατες και ανεπίδεκτες θεραπείας, δ) το από 30-6-2013 πρακτικό της Γ.Σ.

φέρει τη γνήσια υπογραφή του αναιρεσιβλήτου στο τέλος του, όπως και στο καθένα από τα άλλα δύο φύλλα του, καί την υπογραφή του Α. Ρ. ως γραμματέα της Γ.Σ., στο τέλος του εγγράφου όχι όμως την υπογραφή της αναιρεσείουσας, ενώ το από 30.4.2013 πρακτικό του Δ.Σ. φέρει μόνο τη γνήσια υπογραφή του αναιρεσιβλήτου στη θέση του προέδρου του Δ.Σ.

και δεν φέρει τις υπογραφές των υπόλοιπων προαναφερόμενων μελών του, ήτοι της αναιρεσείουσας και του Α. Ρ., ε) το από 5.8.2013 πρακτικό του Δ.Σ. δεν φέρει επίσης την υπογραφή της τελευταίας, ενώ "ακριβές αντίγραφό" του, που δημοσιεύθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. φέρει ως τεθείσα από τον αναιρεσίβλητο υπογραφή στη θέση του προέδρου Δ.Σ., την οποία ο ίδιος αμφισβητεί ως πλαστή και κατόπιν της από 21-2-2014 εγκλήσεώς του, ασκήθηκε ποινική δίωξη για: 1)πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση με επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, 2) απάτη κατά συναυτουργία με σκοπούμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, 3) πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, 4) απάτη κατά συναυτουργία, κατά της αναιρεσείουσας και τρίτων προσώπων, στ) οι υπογραφές στα προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα αντίγραφα πρακτικών τέθηκαν από την ίδια σε μη αποδειχθέντα επακριβώς χρόνο, πάντως "όχι ενόσω η λήψη απόφασης δια της υπογραφής του πρακτικού εκ περιφοράς ήταν "εν τω γίγνεσθαι", ώστε να θεωρηθεί η σχετική δικαιοπραξία ατελής, δυνάμενη να συμπληρωθεί ως προς τα απαραίτητα εξωτερικά της στοιχεία", αλλά αφότου έλαβαν τα πρακτικά την οριστική τους μορφή με τη δημοσίευσή τους στο ΓΕΜΗ και μάλιστα μετά και την αμφισβήτηση του υποστατού των αποφάσεων από τον αναιρεσίβλητο και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεραπεύσει το ανυπόστατο αυτών και ζ) οι επίμαχες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου αποσκοπούσαν στο να μεταβάλουν το πρόσωπο του κυρίου του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της και να προσδώσουν αυτή την ιδιότητα και τον έλεγχο της εταιρίας στην αναιρεσείουσα.

Οι αποδιδόμενες δε αιτιάσεις περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, επειδή α) δεν κάνει ουδεμία μνεία αναφορικά με το υποτιθέμενο χρονικό πλαίσιο παραμονής του αναιρεσιβλήτου στο ... Χαλκιδικής, β) δεν κάνει ουδεμία μνεία στη συγγενική σχέση που είχε ο αναιρεσίβλητος με το μάρτυρα Τ., η κατάθεση του οποίου είναι η πιο κρίσιμη στην επίδικη περίπτωση και γ) ουδόλως αιτιολογεί έστω και υπαινικτικά την παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να διατυπώσει το ανωτέρω ευφάνταστο σενάριο σε όλες τις δίκες που είχαν προηγηθεί πριν την επίδικη, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων είχαν απόλυτη ταύτιση, είναι απαράδεκτες, διότι συνάπτονται με την ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ το τελικό αποδεικτικό της πόρισμα εκτίθεται σαφώς και με πληρότητα.

Ούτε συνιστά αντίφαση της αναιρεσιβαλλομένης η κατά την κρίση του Εφετείου διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Κατόπιν τούτων, οι πρώτος και τρίτος σχετικοί από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Σημειώνεται ότι αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, "....καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη κήρυξε τη ληφθείσα απόφαση ανυπόστατη (την μέγιστη κύρωση μιας ελλατωματικής απόφασης), τη στιγμή που αυτή είχε υπερψηφιστεί από την πλειοψηφία των μετόχων του νομικού προσώπου και ουδόλως αμφισβητήθηκε από το σύνολο της μειοψηφίας.

Δηλαδή σε πλήρη αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας, τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής κηρύσσεται ως ανυπόστατη μία απόφαση που είτε ρητά (δια της υπογραφής στο πρακτικό) είτε σιωπηρά (δια της μη αμφισβήτησης και σε κάθε περίπτωση αποδοχής και έγκρισης) έτυχε της αποδοχής του 100% των μετόχων του νομικού προσώπου...." και τούτο διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης το μεν πρακτικό της από 30-6-2013 απόφασης της γενικής συνέλευσης δεν φέρει την υπογραφή της αναιρεσείουσας, ο δε αναιρεσίβλητος, κάτοχος του 51% του μετοχικού κεφαλαίου, αμφισβήτησε τη ληφθείσα απόφαση, με την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Τέλος, η επικαλούμενη, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, παραβίαση των άρθρων 8, 11, 13 και 13Α του Ν. 2190/1920, που ρυθμίζουν τα του μετοχικού κεφαλαίου, της καταβολής του, της αυξήσεώς του και της δυνατότητας μερικής καταβολής του, στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον η απόφαση της γενικής συνέλευσης, με την οποία φέρεται ότι λήφθηκαν οι σχετικές αποφάσεις, κρίθηκε ότι είναι ανυπόστατη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του ΚΠολΔ, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1181/2010).

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, από τα οποία προέκυπτε α) ότι κατέθεσε στις 18-7-2013 στον εταιρικό λογαριασμό το ποσό της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι 12.000 ευρώ και β) ότι συμμετείχε ως μέλος στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας της 5-8-2013.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι από την επισκόπηση, της προσβαλλομένης και δη από τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη και "...όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και νομίμως επικαλούνται..." και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης, συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται βέβαιo ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό, κατ’ εκτίμηση, 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν απέδωσε τη δέουσα αποδεικτική δύναμη σε ομολογία του αναιρεσιβλήτου που εξαγόταν από τη μη ειδική άρνηση ισχυρισμού σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε αμφισβήτησε τη διεξαγωγή των γενικών συνελεύσεων των υπολοίπων εταιρειών του ομίλου και συνεπώς συνομολόγησε σιωπηρά τη σύννομη πραγματοποίησή τους, πράγμα που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας κατά την ΚΠολΔ 261 από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή, η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, καθόσον αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 60/2008, ΑΠ 369/2008).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ αιτίαση. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων της 30-6-1013 και της 8-1-2004, τα οποία έχει υπογράψει η ίδια και προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, αποτελούν πλήρη απόδειξη και συνεπώς, κρίνοντας τα αντίθετα το δικαστήριο, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα πρακτικά των συγκεκριμένων γενικών συνελεύσεων της εταιρείας δεν έφεραν την υπογραφή της αναιρεσείουσας. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων Κ. Μ. και Ά. Δ. δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, αφού η εξέτασή τους έγινε από την Πρόεδρο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι από την Εισηγήτρια, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 270 § 5 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016) και είχε εφαρμογή κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, "οι υποθέσεις εκφωνούνται με τη σειρά τους από το πινάκιο και συζητούνται αμέσως αυτές για τις οποίες δεν θα διεξαχθεί εμμάρτυρη απόδειξη.

Αν πρόκειται να εξεταστούν μάρτυρες, η συζήτηση μπορεί να διακόπτεται και για την αμέσως επόμενη δικάσιμο της ίδιας σύνθεσης, κατά την οποία και ολοκληρώνεται η συζήτηση χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, αφού προηγηθεί η εξέταση των μαρτύρων. Οι μάρτυρες εξετάζονται ξεχωριστά για κάθε υπόθεση ενώπιον του ορισμένου από τον πρόεδρο εισηγητή δικαστή "χωρίς την παρουσία γραμματέα".

Ο ακριβής τόπος και χρόνος διεξαγωγής των εμμάρτυρων αποδείξεων καθορίζεται κατά την αρχική δικάσιμο αμέσως μετά την εκφώνηση και τη διακοπή της συζήτησης με ανακοίνωση του προέδρου, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται. Ο εισηγητής αποφασίζει για όλα τα σχετικά με την απόδειξη διαδικαστικά ζητήματα".

Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση τέθηκε αποκλειστικά για τη διευκόλυνση των διαδίκων και για να μην καθυστερεί η διαδικασία για τις υποθέσεις εκείνες, για τις οποίες δεν πρόκειται να εξεταστούν μάρτυρες, η δε εξέτασή τους κατά την ίδια δικάσιμο, εφόσον ο χρόνος το επιτρέπει δεν επάγεται το απαράδεκτο και άκυρο των καταθέσεών τους, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος και αυτό ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η εξέταση των μαρτύρων έγινε κατά κύριο λόγο από την Εισηγήτρια, στην οποία η Πρόεδρος του δικαστηρίου έδινε το λόγο. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου