1259/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1259/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο θάνατος και η συγγενική σχέση, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται (εκτός από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου) και από το από 27-3-2015 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου …, από τα με αρ. …/2-4-2015 και …/2015 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σητείας, από το με αρ. …/2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λασιθίου και από το με αρ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1259 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1259/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Μ. χας Γ. Β., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. Ο. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ν. Β. του Ε., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. Β. του Ε., κατοίκου ..., 5) Α. Β. του Ε., κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, 6) Μ. Β. του Ε., κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, ως υπεισειλθέντων συγκληρονόμων στη θέση του ήδη αποβιώσαντος στις 14-3-2013 (βλ. και …/2015 Πρακτικό ΑΠ) αρχικού διαδίκου Γ. Β. του Ε., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 7) Ν. Τ. του Γ., 8) Γ. Μ. του Ε. και 9) Ε. συζ. Γ. Μ., το γένος Ν. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τσαντάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που με τις από 18-11-2016 προτάσεις του διόρθωσε το όνομα πατρός του 8ου των αναιρεσιβλήτων στο ορθό "Ε." αντί του λανθασμένου "Ε." που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της ...08 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης.
Εκδόθηκε η 202/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 20-1-2011 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 8-5-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 18-12-2015, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 1-4-2016 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και οι 7ος, 8ος και 9η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 28-4-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου υπό στοιχ. ΙΙ λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 202/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-4-2016 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επαναφέρεται για να συζητηθεί η κρινόμενη από 20-1-2011 (αρ. κατ. …/2011) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 202/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ).
Η αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί για να συζητηθεί αρχικά στη δικάσιμο της 8-5-2015, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 18-12-2015, οπότε ματαιώθηκε (βλ. επισημείωση του γραμματέα της έδρας επί του εισαγωγικού φακέλου της δικογραφίας). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και ειδικότερα από τα με αρ. 50/2015 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αρχικά προσδιορισθείσα δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης (8-5-2015), το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο γνωστοποίησε στο Δικαστήριο, ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος, Γ.
Β. του Ε., απεβίωσε και προσκόμισε την υπ' αρ. …/27-3-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου …, από την οποία προκύπτει, ότι ο θάνατος επήλθε στις 14-3-2013, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης στις 21-1-2011. Εξάλλου, ο ανωτέρω αποβιώσας κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήδη 1η έως 6ο των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα από την 1η τούτων νόμιμη όσο ζούσε σύζυγό του, τον 2ο αναιρεσίβλητο ανεψιό του (τέκνο της προαποβιωσάσης αδελφής του) και τους 3ο έως 6ο αναιρεσιβλήτους, αδελφούς αυτού.
Ο θάνατος και η συγγενική σχέση, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται (εκτός από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου) και από το από 27-3-2015 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου …, από τα με αρ. …/2-4-2015 και …/2015 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σητείας, από το με αρ. …/2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λασιθίου και από το με αρ.
…/2-12-2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία προσκομίζει με νόμιμη επίκληση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, κατόπιν αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται η δίκη με την ένδικη από 1-4-2016 κλήση του καλούντος - αναίρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία απευθύνεται παραδεκτά κατά των 1ης έως 6ου των αναιρεσιβλήτων, εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου, Γ.
Β. του Ε., μη εφαρμοζομένων στην παρούσα ειδική διαδικασία των διατάξεων περί βίαιης διακοπής δίκης των άρθρων 286 έως 292 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου, Γ. Β. του Ε., δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, ο Άρειος Πάγος οφείλει να ερευνήσει αν έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης, Ελληνικό Δημόσιο.
Εξάλλου, 1) από την υπ' αρ. .../27-6-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λασιθίου, Κ. Δ., 2) από την υπ' αρ. .../17-6-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Ε. Μ., 3) από την υπ' αρ. …/7-6-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Μ.
Γ., 4) από την υπ' αρ. .../27-6-2016 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λασιθίου και 5) από την υπ' αρ. …/7-6-2016 έκθεση επίδοσης του ως άνω αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι μετά από την έγγραφη παραγγελία του Εμμανουήλ Μουστάκη, παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως πληρεξουσίου του Ελληνικού Δημοσίου, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης από 1-4-2016 κλήσης με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους, κατ' άρθρ. 124 παρ. 1, 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, ατομικά, για την 1η και 2ο τούτων, κατ' άρθρ. 128 παρ. 1 ΚΠολΔ, με θυροκόλληση, για τους 3ο και 4η τούτων και κατ' άρθρ. 135 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αγνώστου διαμονής, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τους 5ο και 6ο των αναιρεσιβλήτων.
Συγχρόνως, για τους αγνώστου διαμονής αναιρεσιβλήτους, περίληψη της ανωτέρω υπ' αρ. …/7-6-2016 έκθεσης επίδοσης της κλήσης δημοσιεύθηκε στις ημερήσιες εφημερίδες ΑΥΓΗ και ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ, ύστερα από υπόδειξη του αρμόδιου Εισαγγελέα (βλ. τα με αρ. φύλλου …8-2016 σελ. … και με αρ. …8-2016 σελ. … των ανωτέρω εφημερίδων, αντίστοιχα).
Επομένως, από όλα τα παραπάνω έγγραφα προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι σήμερα 1η έως 6ος των αναιρεσιβλήτων έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη σημερινή δικάσιμο και συνακόλουθα, νομίμως επαναφέρεται με την ένδικη από 1-4-2016 κλήση του αναιρεσείοντος η υπόθεση, η συζήτηση της οποίας πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία αυτών (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι ο 8ος αναιρεσίβλητος, Γ. Μ. του Ε., (αντί του εσφαλμένου πατρώνυμου Ε., σύμφωνα με τη δήλωση διόρθωσης αυτού, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και στις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) ο οποίος παρίσταται σήμερα, δεν είχε εμφανιστεί ενώπιον του Εφετείου (τότε 3ος καθού η αίτηση), ούτε είχε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Επίσης, ενώπιον του Εφετείου, ο δικαιοπάροχος των 1ης έως 6ου των αναιρεσιβλήτων, τότε 1ος καθού η αίτηση και οι 2ος και 4η καθών η αίτηση και ήδη 7ος και 9η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, με δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι οι ανωτέρω διάδικοι θα έπρεπε να δικαστούν ερήμην, επειδή η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική στην δίκη περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης, όπως η ένδικη υπόθεση, αλλά ότι η συζήτηση της υπόθεσης θα έπρεπε να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι παρόντες, κατ' άρθρ. 19 παρ. 4 Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των καθών η αίτηση, πλην όμως είναι τελεσίδικη κατ' άρθρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ και παραδεκτά ασκείται η αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α' Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ, κατά της απόφασης που εκδίδεται με την ειδική διαδικασία του ανωτέρω νόμου, δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας του άρθρ. 501 ΚΠολΔ.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω δικονομικών ζητημάτων, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: 1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Περαιτέρω στο εδάφιο γ' της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη -άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ- (ΑΠ 539/2015).
Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 558/2014, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 1016/2015, ΑΠ 2126/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες α) ως προς τον χαρακτήρα των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν και της ευρύτερης περιοχής αυτών και β) ως προς τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ακινήτων που έλαβε υπόψη του το Εφετείο ως συγκριτικά στοιχεία, καθόρισε ως οριστική τιμή μονάδος των απαλλοτριουμένων ακινήτων, ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική εμπορική αξία αυτών, ζήτημα που είναι ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ερευνώμενο με τον 1ο αναιρετικό λόγο, ουσιώδες ζήτημα της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τη με αριθμό .../8-6-2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ...-6-2000 τ.
Δ') κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη δημιουργία χώρου κατασκευής τριών (3) δεξαμενών στο "αρδευτικό έργο …", αγροτική έκταση, συνολικού εμβαδού 1.949,48 τ.μ., που βρίσκεται στη κτηματική περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος … του Δήμου … του νομού Λασιθίου.
Η έκταση αυτή εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από Δεκεμβρίου 1999 κτηματολογικά διαγράμματα και αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων - Τμήμα Εγγείων Βελτιώσεων του Υπουργείου Γεωργίας, τα οποία έχει συντάξει η Ανάδοχος Μελέτης … ΑΤΕ και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος του εν λόγω Τμήματος Ν.
Ψ., στις 31-1-2000. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη του Δημοσίου. Στην πιο πάνω έκταση που απαλλοτριώθηκε προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας οι καθών και ειδικότερα ο Γ. Β. (πρώτος των καθών), επί τμήματος αυτής, εμβαδού 654,36 τ.μ., ο Ν. Τ. (δεύτερος των καθών), επί τμήματος, εμβαδού 322,98 τ.μ.
και ο Γ. Μ. (τρίτος των καθών) επί τμήματος, εμβαδού 534,96 τ.μ., οι οποίοι και εμφαίνονται ως δικαιούχοι στους σχετικούς κτηματολογικούς πίνακες, ενώ η τέταρτη των καθών Ε. Μ. άσκησε κύρια παρέμβαση στη δίκη για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, προβάλλοντας δικαιώματα στο ακίνητο του τρίτου των καθών.
Η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου από τον οικισμό … του Δήμου … και την παραλία …, σε περιοχή με τουριστική κίνηση και αγοραστικό και οικιστικό ενδιαφέρον, ενώ όλα τα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι καλλιεργημένα με ελαιόδενδρα και αρδευόμενα και έχουν οικοπεδική αξία.
Η αξία των εν λόγω ακινήτων, προσδιορίστηκε από τη ΔΟΥ … κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού με κρίσιμο χρόνο το Σεπτέμβριο του έτους 2001, σε 1,48 ευρώ ανά τ.μ. και ειδικότερα προσδιορίστηκε η αξία του ακινήτου του πρώτου των καθών σε 327.797 δραχμές, ήδη 967,85 ευρώ, η αξία του ακινήτου του δεύτερου των καθών σε 220.692 δραχμές, ήδη 647,65 ευρώ και η αξία του ακινήτου με φερόμενο δικαιούχο τον τρίτο των καθών σε 269.620 δραχμές, ήδη 791,25 ευρώ.
Ωστόσο, η άνω τιμή είναι κατώτερη της αγοραίας αξίας των ακινήτων. Ο μάρτυρας Γ. Σ. που εξετάστηκε κατά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου με επιμέλεια των δύο πρώτων των καθών, προσδιόρισε την αξία των ακινήτων σε 6.000 ευρώ περίπου ανά στρέμμα, ενώ το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο δεν εξέτασε μάρτυρα ούτε στον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, αλλά ούτε και κατά τη συζήτηση του οριστικού προσδιορισμού.
Περαιτέρω, με την 215/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου προσδιορίστηκε η προσωρινή μονάδα αποζημίωσης απαλλοτριωμένων αγροτικών ακινήτων, που βρίσκονται ομοίως στο …, σε 75 ευρώ ανά τ.μ., ενώ με το με αριθμό .../2007 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σητείας Ε. Γ. - Κ., μεταβιβάστηκε λόγω πωλήσεως, αγροτικό ακίνητο στην κτηματική περιφέρεια του δήμου …, δημοτικό διαμέρισμα …, έκτασης 6.694,38 τ.μ., αντί τιμήματος 291.446 ευρώ, ήτοι 43,54 ευρώ ανά τ.μ., η δε αντικειμενική αξία αυτού προσδιορίστηκε από τη ΔΟΥ … σε 83.705,87 ευρώ, δηλαδή 12,50 ευρώ ανά τ.μ.
Άλλα συγκριτικά στοιχεία που να αφορούν είτε συμβόλαια αγοραπωλησιών στην απαλλοτριούμενη περιοχή ή δικαστικές αποφάσεις καθορισμού οριστικής (ή ακόμη) προσωρινής αποζημίωσης για ακίνητα όμορα δεν προσκομίζονται. Σημειώνεται ότι με την 365/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης καθορίστηκε με κρίσιμο χρόνο την 24-9-2008, σε 45 ευρώ ανά τ.μ.
Με βάση τα εκτεθέντα στοιχεία, καθώς και εκείνα που δεν μνημονεύονται ειδικά, αλλά δεν παραλείφθηκαν για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με βάση τις υφιστάμενες νομισματικές και οικονομικές συνθήκες και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 45 ευρώ ανά τ.μ., χωρίς να ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας των άνω ακινήτων μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής.
Στο ποσό δε αυτό πρέπει να προσδιοριστεί η αποζημίωση, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους δικαιούχους να αντικαταστήσουν αυτά με άλλα ισάξια. Σημειώνεται ότι η αποζημίωση προσδιορίζεται στο ίδιο ποσό με αυτό του προσωρινού προσδιορισμού με τη με αριθμό 365/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, παρά την πάροδο έτους από το χρόνο συζήτησης ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, αφού το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση από τους καθών, να προσδιορίσει την αποζημίωση σε ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που καθορίστηκε προσωρινά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Κατ' ακολουθία, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 45 ευρώ ανά τ.μ.". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται το πραγματικό του ως άνω εφαρμοστέου κανόνα δικαίου χωρίς λογικά κενά, με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογηθεί η αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων.
Ειδικότερα, το Εφετείο αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τις εδαφικές εκτάσεις των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων στα αναφερόμενα σ' αυτήν παραπάνω ποσά, αφού, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προέβη στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων των αναιρεσιβλήτων αφού λήφθηκε υπόψη απ' αυτό, η θέση τους σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τον οικισμό … και την παραλία …, η έκταση και η χρήση τους ως αγροτικών καλλιεργημένων με ελαιόδενδρα, η ύπαρξη τουριστικής κίνησης καθώς και αγοραστικού και οικιστικού ενδιαφέροντος στην περιοχή τους, που προσδίδουν σ' αυτά οικοπεδική αξία, ενώ δεν υπάρχει και η επικαλούμενη από το αναιρεσείον αντίφαση, αφού η παραδοχή ότι η περιοχή των απαλλοτριωθέντων είναι εκτός οικισμού και ότι αυτά είναι καλλιεργούμενα με ελαιόδενδρα και αρδευόμενα, δεν αναιρεί την παραδοχή, ενόψει των γενόμενων δεκτών απ' αυτό περί τουριστικής κίνησης και αγοραστικού και οικιστικού ενδιαφέροντος στην περιοχή τους, ότι αυτά έχουν οικοπεδική αξία (όχι δε παράλληλα και οικοπεδική ιδιότητα, όπως διατείνεται το αναιρεσείον ότι δέχτηκε το Εφετείο).
Τέλος, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες αιτιάσεις στο β' σκέλος αυτού για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή το Εφετείο δεν αναφέρει σ' αυτή αν τα έγγραφα συγκριτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη και ειδικότερα α) η υπ' αριθμ. 215/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και β) το υπ' αριθμ. .../2007 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συβ/φου Σητείας Ε.
Γ. - Κ. αφορούν ακίνητα ομοειδή με τα απαλλοτριούμενα πρέπει να απορριφθεί, αφού ρητώς αναφέρεται σ' αυτή ότι τα εν λόγω ακίνητα είναι αγροτικά και βρίσκονται, το μεν πρώτο ομοίως στο …, το δε δεύτερο στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου … περιοχής …. Επομένως ο 1ος αναιρετικός λόγος, κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι και απαράδεκτος, κατά το μέρος που πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως προς την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Σύμφωνα με τη δεύτερη περίπτωση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο λόγος αναίρεσης δημιουργείται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε παρά το νόμο σε αποδείξεις που δεν έχουν προσαχθεί από κανένα διάδικο. Πότε και πώς προσάγονται οι αποδείξεις ορίζουν οι σχετικοί για κάθε αποδεικτικό μέσο ορισμοί του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης βασίζεται στη θεμελιώδη δικονομική αρχή, ότι ο δικαστής έχει υποχρέωση να αποφασίζει σύμφωνα με τα αποδεικνυόμενα στη δίκη, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ. Επομένως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν έχουν προσκομισθεί, τις οποίες όμως γνώριζε ο δικαστής από άλλη πηγή ή δόθηκαν προσωπικά σ' αυτόν, η απόφαση αναιρείται με τον παραπάνω λόγο. Εξάλλου, αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί στο Δικαστήριο ουσίας έγγραφο, που είχε επικαλεστεί και προσάγει ο αντίδικός του, αυτό καθίσταται κοινό μέσο απόδειξης κατ' άρθρ. 346 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 1359/2010).
Με τον 2ο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, άλλως που δεν προσκομίστηκαν νόμιμα και ειδικότερα Α) την υπ' αρ. 215/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και Β) το με αρ. .../2007 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που αποτελούσαν τα μοναδικά συγκριτικά στοιχεία και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, τα οποία είχαν προσκομίσει οι αναιρεσίβλητοι και τα οποία δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη, διότι αυτοί δικάσθηκαν ερήμην, λόγω της κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που δεν επιτρέπεται στην ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα ανωτέρω δύο έγγραφα, τα οποία είχε λάβει υπόψη του και το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου με την υπ' αρ. 365/2008 απόφασή του, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων, όπως άλλωστε και το αναιρεσείον επισημαίνει στις από 7-1-2010 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού αυτού λόγου. Την απόφαση αυτή (365/2008) και τα πρακτικά της προσκόμισε και επικαλέστηκε στο Εφετείο και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως σχετικό με αριθμό 7 και 7Α αντίστοιχα (βλ. σελ. 3 των κατ' έφεση προτάσεών του). Μάλιστα την υπ' αρ. 215/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, για την οποία αιτιάται το αναιρεσείον, την αξιολόγησε και την αντέκρουσε ειδικά με τις ανωτέρω προτάσεις του. Επομένως, εφόσον τα δύο έγγραφα, για τα οποία παραπονείται με τον 2ο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, περιέχονται στην υπ' αρ. 365/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, η οποία συνιστά κοινό αποδεικτικό μέσο, ορθά το Εφετείο έλαβε υπόψη του το περιεχόμενό της και συνακόλουθα, τα ανωτέρω δύο συγκριτικά στοιχεία.
Συνεπώς το Εφετείο όχι παρά το νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ο σχετικός 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σύμφωνα, με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, "Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης".
Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, "Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση. Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος, προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά".
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει: α) ότι εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση ζήτησε εμπρόθεσμα να καθορισθεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μικρότερη εκείνης που καθορίστηκε προσωρινά, το Εφετείο, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση, που ασκείται παραδεκτά με τις προτάσεις, δεν μπορεί να καθορίσει την οριστική αποζημίωση για τα ακίνητα, στα οποία αναφέρεται η αίτηση του ωφελούμενου από την απαλλοτρίωση, σε ποσό μεγαλύτερο εκείνου της αποζημιώσεως που καθορίστηκε προσωρινά και β) ότι, αν παρόλα αυτά, το Εφετείο, καθορίσει στις περιπτώσεις αυτές οριστική αποζημίωση σε ποσό μεγαλύτερο της προσωρινής αποζημιώσεως, συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως μη αιτηθέντος και θεμελιώσεως λόγου αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.
α' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 844/2015, ΑΠ 872/2012). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009).
Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται, αντί εκ του αριθμού 8, που εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος σε ποσό υψηλότερο εκείνου, που ζητούσε το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να έχει υποβληθεί ανάλογο αίτημα από τους αναιρεσιβλήτους (που ερημοδικάσθηκαν) και ότι έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, διότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης κατόπιν αιτήσεως του υπερού η απαλλοτρίωση αναιρεσείοντος, και χωρίς να έχει ασκηθεί από τους ερημοδικασθέντες καθών η αίτηση - αναιρεσίβλητους αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης, με τις νομότυπα κατατεθειμένες προτάσεις τους, το Εφετείο εμποδιζόταν από την ως άνω διάταξη, να καθορίσει την αποζημίωση σε ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που καθορίστηκε προσωρινώς, διότι η προσωρινή τιμή καθίσταται οριστική και δεν μπορεί να αυξηθεί, αλλά ούτε και να καθοριστεί σε ποσό μικρότερο από αυτό που ζήτησε το αιτούν - υπερού η απαλλοτρίωση, Ελληνικό Δημόσιο.
Αντίθετα το Εφετείο δεν εμποδίζεται να προσδιορίσει την οριστική τιμή μονάδος σε ποσό ίσο με την καθορισθείσα προσωρινή αποζημίωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος σε 45 ευρώ ανά τ.μ., ήτοι στο ίδιο ποσό με την καθορισθείσα προσωρινή αποζημίωση.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, καθόσον κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης (21-1-2011) με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεν ίσχυε η παράγραφος 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με τον Ν. 4055/2012 και ίσχυσε από 2-4-2012 κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των 7ου, 8ου και 9ης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2011 (αρ. κατ. …/2011) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 202/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ). Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων 7ου, 8ου και 9ης των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ