Legislator Case Law & Legislation
1259/2016 AI generated

1259/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1259/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μ. Χυτήρογλου - Εισηγήτρια και Αρτεμισία Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1259/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ., "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1259 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1259/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μ. Χυτήρογλου - Εισηγήτρια και Αρτεμισία Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως του 15/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Με κατηγορούμενο τον Χ. Μ. του Ε., κατοίκου ....

Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με υπ’ αριθμ.15/4-3-2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 290/16.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Δασούλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με υπ’ αριθμ.πρωτ.58/29-3-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ’ αρ. 15/4-3-2016 αναίρεση μας κατά του υπ’ αρ. 15/12-2-2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων και εκθέτουμε τα ακόλουθα. Η ανωτέρω αναίρεση μας ασκήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή νόμιμους και βάσιμους λόγους, στους οποίους και αύθις αναφερόμεθα. Επομένως η εν λόγω αναίρεση μας πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να αποφανθεί το Δικαστήριο σας ως Συμβούλιο, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου Χ. Μ. του Ε., δικηγόρου, κατοίκου ..., για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος που φέρεται ότι τέλεσε στα Ιωάννινα από 10 έως 13-6-2014.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Κων. Δασούλας"

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος είτε οριστικού, είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος. Λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι κατά την ακολουθούσα διάταξη του αρθ. 484 Κ.Ποιν.Δ, μόνο α)η απόλυτη ακυρότητα (171 αρθ. 1) β) η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα γ) η παραβίαση του δεδικασμένου (αρθ. 57) δ) η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει η διάταξη του αρθ. 139 ε) η παράνομη απόρριψη της έφεσης κατά του βουλεύματος ως απαράδεκτης και στ) η υπέρβαση εξουσίας . Στην προκειμένη περίπτωση η από 4-3-2016 έφεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του 15/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων α) για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και β) έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ασκηθείσα εντός μηνός από τη δημοσίευση του προσβαλομένου βουλεύματος, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσία .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ., "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη".

Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την ομαλή και χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή της δημόσιας υπηρεσίας, για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι, για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α’ και 263 α του Π.Κ., απαιτούνται α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημόσιων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας του και γ) σκοπός, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη.

Με την έννοια αυτή του υπηρεσιακού καθήκοντος διαχωρίζεται τούτο από το απλό υπαλληλικό καθήκον, του οποίου η παράβαση, άσχετα με τις κυρώσεις, (πειθαρχικές κ.λ.π.), που μπορεί να συνεπάγεται, δεν στοιχειοθετεί το, από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενο έγκλημα, για την ολοκλήρωση του οποίου απαιτείται, όπως προεκτέθηκε, και ειδικός δόλος, δηλαδή, σκοπός του υπαλλήλου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική και ηθική ωφέλεια ή να προξενήσει βλάβη στο κράτος ή σε άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του σκοπού αυτού.

Για να συντρέχει ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του, αφού ο όρος "με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον" λογικά σημαίνει, ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον, ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο).

‘ Ετσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει τέτοια αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος να είναι είτε ο αποκλειστικός τρόπος είτε, ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπούμενου οφέλους ή της βλάβης. Αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται.

Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του Π Κ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν : α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής, ανεξαρτήτως αν αυτός ως δράστης παραμένει άγνωστος και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή, ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.

Μεταξύ των μέσων, με τα οποία μπορεί να προκληθεί στον φυσικό αυτουργό η απόφαση τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, περιλαμβάνεται η πειθώ και φορτικότητα, οι επίμονες προτροπές, οι παραινέσεις η εκμετάλλευση της ροπής για εύκολο πλουτισμό, η υπόσχεση καταβολής αμοιβής ή οικονομικού ανταλλάγματος. Με το Π.Δ. 227/1989 - ΦΕΚ 109/2-5-1989), n μέχρι τότε λειτουργούσα Πρακτική Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων, μετατρέπεται σε "Τεχνική Επαγγελματική Σχολή με ειδικότητα Τυροκομίας - Γαλακτοκομίας" για να μετατραπεί το 1999, σε Γαλακτοκομικό TEE (Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια), Ιωαννίνων με τις ειδικότητες Τεχνιτών Τυροκομίας - Γαλακτοκομίας και Τεχνιτών Ζωοτεχνικής (Απόφαση 356380 - ΦΕΚ Β 1404/7-7-1999), το 2001 η ειδικότητα "Τεχνιτών Τυροκομίας - Γαλακτοκομίας" του Γαλακτοκομικού TEE Ιωαννίνων, σε "Γαλακτοκομία - Τυροκομία" (Απόφαση 398859/16-10-2001 - ΦΕΚ Β 1410/20-10-2001) και με την υπ’ αριθ. 235745/17-9-2007 απόφαση σε Γαλακτοκομική ΕΠΑ.Σ (Επαγγελματική Σχολή), με ειδικότητα "Γαλακτοκομίας - Τυροκομίας.

Η επαγγελματική αυτή σχολή ανήκει στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση και υπάγεται στο ανήκον στο ευρύτερο δημόσιο τομέα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός (ΟΛΓΕ Δ.) που προέκυψε από συγχώνευση των εποπτευόμενων, από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων νομικών προσώπων οργανισμών ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε, Ο.Γ.Ε.Ε.Κ.Α -"Δ.", Ο.Π.Ε.ΓΕ.Π - AGROCERT, ΕΛ.Ο.ΓΑ.Κ, ο οποίος παρά το ότι ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, εποπτεύεται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό του άνω υπουργείου.

Η Γαλακτοκομική Σχολή και μετά την υπαγωγή της στον άνω οργανισμό διατηρεί τον δημόσιο χαρακτήρα της λειτουργώντας υπό την εποπτεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, διεπόμενη για θέματα σχετικά με το σχολικό και διδακτικό έτος, τις εγγραφές των μαθητών, τις διακοπές, αργίες, τίτλους σπουδών και λοιπά από την 166194/21-7-2010 απόφαση των Υπουργών Παιδείας ,Διά βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων - Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων η οποία αφορά θέματα σχετικά με τα αφορώντα την λειτουργία των δημόσιων Επαγγελματικών Σχολών (ΕΠΑΣ), εποπτείας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Στη Σχολή λειτουργεί οικοτροφείο που παρέχει δωρεάν στέγαση και διατροφή σε όσους το επιθυμούν. Παράλληλα, με την άνω Υπουργική απόφαση την λειτουργία της άνω σχολής, (συμπεριλαμβανομένου και του οικοτροφείου), ως ανήκουσας στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ρυθμίζουν και οι διατάξεις 29,30,31 του πδ 249/1979 "Περί Λυκείων μέσης τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης" και 27 και 28 του ΠΔ 104/1979 "Περί σχολείων μέσης γενικής εκπαίδευσης" αναλογικά εφαρμοζομένων, ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης.

Ειδικότερα, κατά την διάταξη του αρθ. 12 της ρυθμίζουσας την λειτουργία της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων 166194/2010 κοινής υπουργικής απόφασης η συμπεριφορά μαθητών, η καθ’ οιονδήποτε τρόπον εκδηλουμένη, εντός και εκτός του σχολείου, διά πράξεων ή παραλείψεων, συνιστά την διαγωγήν αυτών. Ως προσήκουσα διαγωγή που αποτελεί υποχρέωση αυτών νοείται η έμπρακτη συμμόρφωση τους προς τους κανόνες που διέπουν τη σχολική ζωή και προς τις ηθικές αρχές του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζουν, κάθε δε παρέκκλιση από αυτή που εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη τους αποτελεί αντικείμενο παιδαγωγικού ελέγχου και αντιμετωπίζεται με την επιβολή κυρώσεων.

Οι κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των π.δ 27 και 28 του ΠΔ 104/1979 και 29 30 31 πδ 249/1979 είναι α) παρατήρηση β) επίπληξη γ) ωριαία απομάκρυνση από το διδασκόμενο μάθημα, δ) αποβολή από τα μαθήματα μέχρι 3 ημέρες ε) αποβολή από τα μαθήματα μέχρι πέντε ημέρες και στ) αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Τις κυρώσεις αυτές δύνανται να επιβάλλουν α)έκαστος των διδασκόντων καθηγητών μόνον τας υπό στοιχ.

α’ , β’ και γ. Ο διευθυντής του Λυκείου τας υπό στοιχεία α’ , β’ , γ’ και δ’ . γ) Συμβούλιον αποτελούμενον εκ του Δ/ντου του ΚΕΤΕ ως Προέδρου, του Διευθυντού του Λυκείου εις το οποίον φοιτά ο μαθητής και των διδασκόντων εις την τάξιν του μαθητού καθηγητών, ως μελών, τας υπό στοιχεία, α’ , β’ , γ’ , δ’ και ε’ κυρώσεις.

Εις περίπτωσιν καθ’ ην το Λύκειον δεν υπάγεται εις ΚΕΤΕ, καθήκοντα προέδρου ασκεί ο Δ/ντής του Λυκείου, δ) Την υπό στοιχεία στ’ κύρωσιν δύναται να επιβάλει μόνον η ολομέλεια του Συλλόγου των διδασκόντων του Λυκείου". Οι άνω κυρώσεις επιβάλλονται, αναλογικά εφαρμοζομένων ελλείψει ειδικών διατάξεων, και επί των μαθητών που φοιτούν στην ΕΠΑ.Σ Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων και διαμένουν για τις ανάγκες της φοίτησης των στο οικοτροφείο, σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των κανόνων της σχολικής ζωής όπως αυτή οριοθετείται από την προαναφερθείσα διάταξη του αρθ. 12 της 166194/2010 κοινής Υπουργικής απόφασης.

Στην προβλεπόμενη αυστηρότερη κύρωση, της αλλαγής σχολικού περιβάλλοντος που συνεπάγεται την οριστική απομάκρυνση του μαθητή από το σχολικό περιβάλλον (σχολείο και οικοτροφείο), εντάσσεται, ως ελάσσονος μεγέθους και σημασίας η ποινή της αποβολής από την εστία, (για περιορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα), εφόσον κρίνεται ως απαραίτητη ή ενδεικνυόμενη για τον παιδαγωγικό έλεγχο και την αντιμετώπιση της παραβατικότητάς του μαθητή.

Περαιτέρω, το βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο της, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, σε επίπεδο αποχρωσών ενδείξεων, (στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος) για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του δικαστηρίου, και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί και λόγο αναίρεσης κατά το αρθ. 484 παρ. 1 στοιχ β ΚΠΔ υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω σχετικά με τις επιβλητέες ποινές στους παραβάτες μαθητές, ο εκ του αριθμού 478 παρ. 1 στοιχ β, πρώτος λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξης του αρθ. 259 Π Κ, με τον οποίο πλήττεται το προσβάλαμε το βούλευμα, με την αιτίαση της μη στοιχειοθέτησης του αδικήματος της παράβασης καθήκοντος, ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης του ειδικότερου καθήκοντος των καθηγητών να επιβάλουν την ποινή της αποβολής από την εστία στους παραβάτες μαθητές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ,αφού αυτή (ποινή της αποβολής από την εστία), προβλέπεται στην περίπτωση (στ) των διατάξεων 27 και 28 του ΠΔ 104/1979 και 29, 30, 31 του π.δ. 294/1979 εντασσόμενη στην ποινή της αλλαγής σχολικού περιβάλλοντος.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος ,που επιβάλλεται από την διάταξη του αρθ.139 . Κατά το μέρος που αφορά την παραπομπή του κατηγορουμένου Χ. Μ., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος του διευθυντή της Γαλακτοκομικής Σχολής, έγιναν δεκτά τα έξης :"...από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι οι σπουδαστές της σχολής Ε.

Θ., Μ. Κ. και Β. Ρ. προέβησαν σε φθορές σε κοινόχρηστα πράγματα της σχολής και συγκεκριμένα είχαν χαράξει τα ονόματα των χωριών τους στον τοίχο της εστίας της Σχολής. Για το λόγο αυτό στις 10-6-2014 συγκλήθηκε το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Σχολής αποτελούμενο από τους Κ. Μ., διευθυντή της σχολής, την Π. Π. καθηγήτρια-υπεύθυνη της εστίας και τον Η.

Σ., Καθηγητή της Σχολής, προκειμένου να αποφασίσει για την επιβολή πειθαρχικής ποινής στους παραπάνω σπουδαστές όπως προβλεπόταν από τις προαναφερόμενες διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία της Γαλακτοκομικής Σχολής . Ενόψει της συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου ο κατηγορούμενος Χ. Μ., ο οποίος την χρονική εκείνη περίοδο διατελούσε βουλευτής του Νομού Χανίων, ενδιαφερόμενος για έναν από τους παραπάνω σπουδαστές, τον Β.

Ρ., μετά από ενημέρωση του, εκ μέρους των γονέων του, για την επικείμενη συνεδρίαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου και την απειλούμενη επιβολή της ποινής της αποβολής από την εστία της σχολής σε βάρος του, τηλεφώνησε στον διευθυντή της Σχολής Κ. Μ. και επικαλούμενος την ιδιότητα του ως βουλευτή ζήτησε από αυτόν να μεταχειρισθούν με επιείκεια τους ελεγχόμενους τρείς σπουδαστές ενόψει του ότι μαζί παραπέμπονταν στο πειθαρχικό συμβούλιο για όμοια παραβατική συμπεριφορά και συγκεκριμένα να μη τους αποβάλουν από την εστία λόγω του ότι, ο σπουδαστής για τον οποίο ενδιαφερόταν, προερχόταν από οικογένεια που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και αδυνατούσε να του καλύψει τα έξοδα διαμονής έστω και μίας ημέρας εκτός εστίας .Την παραπάνω παρέμβαση του παραδέχεται και ο ίδιος ο κατηγορούμενος Χ.

Μ. ισχυριζόμενος ότι πράγματι ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον διευθυντή της σχολής και του ζήτησε την επιείκεια αναφορικά με τον Β. Ρ. για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η παρέμβαση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον πρώτο κατηγορούμενο Κ. Μ. καθώς και από τη γραμματέα του πειθαρχικού συμβουλίου Β.

Π. η οποία τόσο στην κατάθεση της κατά την διενεργηθείσα ένορκη διοικητική εξέταση όσο και κατά την προανάκριση κατέθεσε, χωρίς να κατονομάζει τον τρίτο κατηγορούμενο, ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από κάποια γραμματέα της Βουλής, ονόματι Μ., η οποία δήλωσε ότι τηλεφωνούσε εξ ονόματος κάποιου πολιτικού προσώπου το οποίο ζήτησε να μιλήσει με τον Διευθυντή της Σχολής πράγμα το οποίο και έγινε.

Ο Διευθυντής της Σχολής που δέχθηκε το παραπάνω τηλεφώνημα ενημέρωσε τα υπόλοιπα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου σχετικά με την παρέμβαση του ως άνω πολιτικού προσώπου και έτσι τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου ενώ αρχικά είχαν αποφασίσει, προφορικά, χωρίς δηλαδή, να γραφεί στα τηρούμενα πρακτικά, αξιολογώντας προφανώς τη σοβαρότητα της πράξης και το γεγονός της επιβολής της ποινής αυτής για αντίστοιχες πράξεις κατά το παρελθόν, να επιβάλουν την ποινή της τριήμερης αποβολής από την εστία, για την εξασφάλιση της καλής και ο[ΐα\ής λειτουργίας της Σχολής, μετά την παρέμβαση αυτή, αποφάσισαν να επιβάλουν την ηπιότερη ποινή της τριήμερης αποβολής από τα μαθήματα και την αποκατάσταση των ζημιών.

Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων Κ. Μ. και Π. Π. ότι επέβαλαν τελικά την ηπιότερη ποινή της τριήμερης αποβολής από τα μαθήματα και όχι από την εστία, για το λόγο ότι μεταξύ των ελεγχόμενων σπουδαστών ήταν και ένας ανήλικος, ήτοι ο Μ. Κ., που δεν μπορούσε να αποβληθεί από την εστία, χωρίς να προσέλθει κάποιος από τους κηδεμόνες του να τον παραλάβει και όχι επειδή πείστηκαν από την προτροπή και τις παραινέσεις του τρίτου κατηγορούμενου, δεν κρίνεται πειστικός.

Και τούτο διότι, αν αυτό ήταν αληθές, θα μπορούσαν να παρακάμψουν το πρόβλημα αυτό με τη διαφοροποίηση τους ως προς την ποινή, αναφορικά μόνο με τον ανήλικο σπουδαστή, επικαλούμενοι, ως αιτιολογία της απόφασης τους, την ανηλικότητά του και ακολούθως να επιβάλουν την ως άνω αυστηρότερη ποινή στους άλλους δύο ενήλικες σπουδαστές, ή να μεριμνήσουν για την παραλαβή του ανήλικου σπουδαστή από τον κηδεμόνα του.

Εξάλλου, η ανηλικότητά του ως άνω σπουδαστή ήταν από την αρχή γνωστή σ’ αυτούς. Το γεγονός ότι τα παραπάνω μέλη του συμβουλίου μετέβαλαν την αρχική απόφαση τους στο επιεικέστερο προκύπτει τόσον από την κατάθεση της Φ. Σ., καθηγήτριας στη σχολή, η οποία κατέθεσε ότι τροποποιήθηκε η αρχική απόφαση, την οποία μάλιστα τροποποίηση αποδίδει σε πολιτική παρέμβαση, χωρίς να κατονομάζει το πρόσωπο, όσο και από την κατάθεση της γραμματέως Β.

Π., σύμφωνα με την οποία ο διευθυντής αρχικά είχε εισηγηθεί να αποβληθούν από την εστία οι παραπάνω σπουδαστές και τελικά η ποινή μεταβλήθηκε σε τριήμερη αποβολή από τα μαθήματα και αποκατάσταση των ζημιών, καθώς και από τις ίδιες τις απολογίες των κατηγορούμενων μελών του συμβουλίου, οι οποίοι δικαιολογούν την επιεική μεταχείριση των σπουδαστών λόγω της ανηλικότητας του ενός εξ αυτών ήτοι του Μ.

Κ.. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε αντίστοιχες περιπτώσεις το συμβούλιο της Σχολής είχε επιβάλει την ποινή της αποβολής από την εστία σε σπουδαστές που είχαν προκαλέσει μεμονωμένες φθορές στη σχολή ή την εστία και μάλιστα μικρότερης αξίας χωρίς η πράξη τους να συνοδεύεται από γενικότερη παραβατική συμπεριφορά εντός της σχολής, όπως συνέβαινε με τους δύο τουλάχιστον εκ των ελεγχόμενων σπουδαστών ήτοι του Μ.

Κ. και του Θ. Ε., οι οποίοι και άλλες φορές είχαν επιδείξει παραβατική συμπεριφορά εντός της σχολής. Σύμφωνα δε με τα προαναφερόμενα, προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος Χ. Μ. τέλεσε, στις 10-6-2014, το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος του πρώτου κατηγορούμενου Κ. Μ., Διευθυντή της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων, καθόσον αυτός με την προαναφερόμενη τηλεφωνική του παρέμβαση είχε σκοπό να επηρεάσει τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου να παραβούν τα καθήκοντα τους ως προς το είδος της ποινής που σκόπευαν να επιβάλουν, στους ως άνω ελεγχόμενους σπουδαστές και πράγματι λόγω της αναφερόμενης ιδιότητας που είχε, του βουλευτή στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, μετήλθε πειθώ και προτροπές και επέδρασε στη βούληση του ως άνω Διευθυντή της Σχολής να διαπράξει την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, αφού τελικά αυτός, αλλά και η Π.

Π., ως μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Σχολής, μετέβαλαν την αρχική τους απόφαση και δεν απέβαλαν αυτούς από την εστία, όπως αρχικά είχαν αποφασίσει, αλλά επέβαλαν την ηπιότερη ποινή της τριήμερης αποβολής από τα μαθήματα, πράξη, δηλαδή, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 46 παρ. 1 και 259 ΠΚ. Ο Κ.

Μ. παραπέμφθηκε ήδη αμετάκλητα με το εκκαλούμενο βούλευμα, όπως προαναφέρθηκε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, εκτός των άλλων και για την τέλεση της επιμέρους πράξης της με πρόθεση παράβασης καθήκοντος αναφορικά με την ευνοϊκή πειθαρχική αντιμετώπιση των σπουδαστών Μ. Κ., Ε. Θ. και Β. Ρ., για την ως άνω συμπεριφορά τους, με σκοπό να προσπορίσει σ’ αυτούς παράνομο όφελος βλάπτοντας το δημόσιο..".

Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλόμενο βούλευμα , διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος για το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί ο Χ.

Μ., τις ενδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,13α, 14, 26 παρ. 1, 27, 46 παρ.1α, 259 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε’ και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, ή αντιφατική αιτιολογία, ώστε το βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσης.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις ότι δεν αιτιολογείται πλήρως η γνώση του κατηγορουμένου για την εκ μέρους του διευθυντή της σχολής παραβίαση του καθήκοντος του, με την επιβολή της χαμηλότερης ποινής, της αποβολής από τα μαθήματα, αντί της αποφασισθείσας, αποβολής εκ της εστίας, για αντίστοιχο χρονικό διάστημα, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού, γίνεται δεκτό ότι με την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον διευθυντή, είχε σκοπό να επηρεάσει τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου να παραβούν τα καθήκοντα τους ως προς το είδος της ποινής που σκόπευαν να επιβάλουν στους ως άνω ελεγχόμενους σπουδαστές και πράγματι λόγω της αναφερόμενης ιδιότητας που είχε, του βουλευτή στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, μετήλθε πειθώ και προτροπές και επέδρασε στη βούληση του, έτσι ώστε, μετά από τις παραινέσεις του να αλλάξουν την απόφαση των η οποία ήταν η αποβολή από την εστία.- Συνεπώς, οι άνω επικαλούμενες παραλείψεις δεν επηρεάζουν την σαφήνεια και πληρότητα της αιτιολογίας και δεν είναι ικανές να στοιχειοθετήσουν την αποδιδόμενη με τον αναιρετικό αυτό λόγο στο προσβαλλόμενο βούλευμα πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως , και, ο εκ του αρθ. 484 παρ. 1 δ Κ.Ποιν.Δ και β’ λόγος αναιρέσεως να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά ταύτα, και, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει η από 4-3-2016 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του 15/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων και απορριφθεί στο σύνολο της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4/3/2016 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του 15/12/2/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2016. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ