Legislator Case Law & Legislation
1259/2014 AI generated

1259/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1259/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2013 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1259/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): προκύπτει ότι αν στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος συνετέλεσε και πταίσμα προσώπου (ή προσώπων) που δεν είναι εργοδότης του παθόντος ή των προστηθέντων από τον εργοδότη προσώπων αλλά τρίτος, οι συγγενείς του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα έχουν αξίωση, κατά του τρίτου (εκτός από αποζημίωση) και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1259 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1259/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. χήρας Ά. Σ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της, Ο. Σ. του Ά. και Κ. Σ. του Ά., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ταμπάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., ως ομόρρυθμου εταίρου και διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Θ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραμιχάλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 31/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου (κατά το πρώτο μέρος του) λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β. δ. της 24ης Ιουλίου/25ης Αυγούστου 1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 38 εδ. α' του Εισ. ΝΑΚ, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις, των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" και των άρθρων 297, 298, 914 και 932 Α.Κ.

προκύπτει ότι αν στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος συνετέλεσε και πταίσμα προσώπου (ή προσώπων) που δεν είναι εργοδότης του παθόντος ή των προστηθέντων από τον εργοδότη προσώπων αλλά τρίτος, οι συγγενείς του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα έχουν αξίωση, κατά του τρίτου (εκτός από αποζημίωση) και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Δηλαδή οι συγγενείς του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα έχουν εναντίον κάθε "τρίτου" υπαιτίου του εργατικού ατυχήματος προσώπου, εφόσον το πρόσωπο αυτό είναι "διάφορο του κατά νόμον τούτον (515/1915) υπόχρεου προς αποζημίωσιν" δηλαδή πρόσωπο άλλο από τον εργοδότη, τους προστηθέντες από αυτόν και τους εργαζόμενους στην επιχείρηση εργατοϋπαλλήλους, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εκτός από την αξίωση για αποζημίωση (Ολ.

ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 1417/1991, ΑΠ 260/2011). Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανόντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί ότι συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανόντος ή του προστηθέντος από αυτόν (άρθρο 922 Α.Κ.) ή τρίτου, με την έννοια του άρθρου 914 του Α.

Κ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 102 εδ. ε' του Π.Δ. 788/80 "οι εκτελούντες το έργο πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέτρα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων". Σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 71 του ιδίου Π.Δ., πρέπει επίσης να υπάρχει ικρίωμα με δάπεδο εργασίας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 103 του αυτού δ/τος "Οι εργαζόμενοι εις εργοτάξια, ασχέτως απασχολήσεως, πρέπει, να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα υπό του εκτελούντος το έργον.

Η χρήσις κρανών είναι, υποχρεωτική". Υποχρεωτικά, σύμφωνα δε με το άρθρο 103 επομ του Π.Δ είναι τα ειδικά υποδήματα και ζώνη ασφαλείας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688 - 691 του ΑΚ, προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.

Μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες και εντολές του εργοδότη, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, θεωρείται ως προστηθείς (Α.Π. 936/2011, Α.Π. 1328/2010, ΑΠ. 432/2009).

Περαιτέρω, πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς με την έννοια της διατάξεως 914 Α.Κ., θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του π.δ. 778 /1980,"περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπευθύνους του έργου (άρθρο 1 ) καθώς και από το π.δ. 1073/1981 " Εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού Μέτρα Ασφαλείας " και το ν. 1386/1983, "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα".

Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 2 του ν. 1396/1983, για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρείται, "... 4) εργολάβος το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό ... 7) επιβλέπων, το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης".

Εξάλλου με το άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω νόμου ορίζεται, ότι "Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν να εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι" και με το άρθρο 3 και 5 του ίδιου νόμου (1396 /1983) ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή το τμήμα τούτου που ανέλαβαν.

Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.ΠολΔ., αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή ή την ένσταση νόμιμη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.

αντιστοίχως. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι ο Ά. Σ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών εξ αυτών, είχε προσληφθεί από την ομόρρυθμη εταιρεία "Π. Μ. και Σία Ο.Ε ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος, διαχειριστής και ομόρρυθμος εταίρος τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος, ως εξειδικευμένος σε εργασίες σιδήρου και αλουμινοκατασκευές εργάτης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι η εταιρεία αυτή είχε αναλάβει την κατασκευή και τοποθέτηση σκεπής από λαμαρίνες σε κτίσμα (αποθήκη), ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου στην ... της Ρόδου. Ότι την 13.10.2005 και ενώ ο ανωτέρω αποβιώσας εργαζόταν στην υπό κατασκευή σκεπή, η κατασκευή από λαμαρίνα υποχώρησε, με αποτέλεσμα αυτός να πέσει από μεγάλο ύψος στο έδαφος, χτυπώντας το κεφάλι πρώτα σε κάποια σιδερένια δοκό και μετά στο τσιμεντένιο δάπεδο και εξ αυτού του λόγου να αποβιώσει στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, ύστερα από ολιγοήμερη νοσηλεία, στις 20.10.2005.

Ότι υπαίτιοι του εν λόγω εργατικού ατυχήματος ήταν οι εναγόμενοι, εκ των οποίων ο πρώτος ως νόμιμος εκπρόσωπος, διαχειριστής και ομόρρυθμος εταίρος της εργοδότριας εταιρείας και ο δεύτερος ως ιδιοκτήτης του έργου, οι οποίοι από αμέλειά τους δεν έλαβαν τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν το ποσό των 150.000 σε καθένα από αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξ αιτίας του θανάτου του ως άνω Ά.

Σ., με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Δηλαδή σύμφωνα με την ένδικη αγωγή ο δεύτερος εναγόμενος ενάγεται αποκλειστικά και μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως κυρίου του έργου, ο οποίος ανέθεσε στον υπαίτιο (εργολάβο) την εκτέλεση του έργου. Στην αγωγή όμως δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου από τον δεύτερο εναγόμενο (κύριο), ούτε ότι ο τελευταίος επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, ώστε ο εργολάβος, υπακούοντας στις οδηγίες και εντολές του εργοδότη, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, να θεωρείται προστηθείς και ως εκ τούτου υπεύθυνος για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου (προστηθέντος) να είναι και ο κύριος του έργου.

Με βάση αυτά τα περιστατικά η αγωγή ήταν μη νόμιμη κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον του δεύτερου αναιρεσίβλητου (δεύτερου εναγόμενου), γιατί όπως προαναφέρθηκε, ο κύριος του έργου ο οποίος ανέθεσε σε εργολάβο την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής αυτού, για να ευθύνεται σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος πρέπει επί πλέον να έχει και την ιδιότητα του προστήσαντος (ΑΠ 127/2011).

Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ούτε και στις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ αφού ορθά δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν περιέχονταν στην αγωγή.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, ούτε να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά, ή η σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι μεταξύ του πρώτου αναιρεσίβλητου (πρώτου εναγόμενου) Μ.

Π. του Α., ως ομορρύθμου εταίρου, νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Μ. και Σια Ο.Ε." και του Α. Σ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των ανηλίκων τέκνων της (λοιπών αναιρεσειόντων) τα οποία αυτή εκπροσωπεί, δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά καταρτίσθηκε σύμβαση μισθώσεως έργου μεταξύ του Ά.

Σ. και του Ε. Π. του Α. (τρίτου, μη διαδίκου) και ότι ο κατά την εκτέλεση του έργου αυτού (κατασκευή και τοποθέτηση σκεπής από λαμαρίνες σε αποθήκη) σοβαρός τραυματισμός του Ά. Σ., και εντεύθεν ο θάνατός του δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα (με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή με την οποία εζητείτο η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης), δεν έλαβε υπόψη του τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία, επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και συγκεκριμένα: 1) τις υπ' αριθμ. 352/2008 και 372/2008 αποφάσεις της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ρόδου, με τις οποίες αναγνωρίστηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του θανόντος Ά.

Σ., με εργοδότρια την εκπροσωπούμενη από τον πρώτο αναιρεσίβλητο (πρώτο εναγόμενο) εταιρεία και ο χαρακτήρας του ατυχήματος ως εργατικού, 2) την υπ' αριθμ. 120/2009 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε προσφυγή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 372/2008 απόφασης της ΤΔΕ Περιφ/κού Υποκ/τος ΙΚΑ Ρόδου, 3) την υπ' αριθμ 269/2010 απόφαση του Διευθυντή ΙΚΑ Ρόδου, που αναγνώρισε το ατύχημα ως εργατικό, 4) το υπ' αριθμ. 4575/1-1-2009 πρακτικό της αρμόδιας Επιτροπής του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με το οποίο αποφασίστηκε η μη άσκηση εφέσεως κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 120/2009 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, 5) το υπ' αριθμ. 96/2004 καταστατικό της εκπροσωπούμενης από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ομόρρυθμης εταιρείας, στο οποίο αναγράφεται ως σκοπός της εταιρείας, μεταξύ άλλων και "2) οικοδομικές-ελαιοχρωματισμού εργασίες" και 6) την από 10 Νοεμβρίου 2006 βεβαίωση του Συνταγματάρχη Μηχανικού Γ.

Σ., Διοικητή Μηχανικού της 95 ΑΔΤΕ, με την οποία βεβαιώνεται η ανάθεση στην εκπροσωπούμενη από τον πρώτο αναιρεσίβλητο εταιρεία διαφόρων έργων σε στρατόπεδα, στα οποία εργάστηκε ο ως άνω θανών. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον αν και υπάρχει γενική βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο Εφετείο, εν τούτοις από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση και των ως άνω εγγράφων, προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι μεταξύ του θανόντος και της ομόρρυθμης εταιρείας που εκπροσωπείται από τον πρώτο αναιρεσίβλητο δεν υφίστατο σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ο θανών το επίδικο έργο (κατασκευή και τοποθέτηση σκεπής από λαμαρίνες σε αποθήκη) εκτέλεσε ως ανεξάρτητος εργολάβος και μάλιστα με εργοδότη όχι τον πρώτο αναιρεσίβλητο Μ.

Π. του Α., αλλά τρίτο πρόσωπο ήτοι τον μη διάδικο Ε. Π. του Α..

Συνεπώς, ο άνω λόγος αναιρέσεως (πρώτος), από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 137/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ