Legislator Case Law & Legislation
1259/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination due to insufficient pension eligibility service years.

Case Number 1259/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the water utility company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision terminating the employee's contract. The court found the termination valid because the employee had not met the 35-year service requirement for mandatory retirement, excluding military service from the calculation. Consequently, the appellate court correctly rejected the claim that the contract was voidable, leading to the appeal's rejection.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 of the General Principles of Civil Law; Art. 21(11) of Law 1068/1980; Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure: A later general law does not implicitly repeal an earlier specific law unless the new law's content clearly indicates such intent, and the Supreme Court reviews appeals only on specific grounds regarding the lower court's consideration of historical claims.

Keywords

AI generated
Labor Contract Termination Mandatory Retirement Conditions Service Year Calculation Military Service Exclusion Appeal Dismissal Statutory Repeal Principles Contract Validity

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 of the General Principles of Civil Law
Art. 21(11) of Law 1068/1980
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Law 1232/1982
Law 1256/1982
PD 597/1985

Cited Case Law

AI generated
OLAP 11/1996
OLAP 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1259 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1259/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Τάραντο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Επαμεινώνδα Τσάντη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2184/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2293/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/3/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 12/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 2 του Α.Κ. ο νόμος διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Τούτο συμβαίνει όταν από την έννοια του περιεχομένου προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι ο νεότερος νόμος αποσκοπεί στην κατάργηση του παλαιού γενικού ή ειδικού και μάλιστα με ρύθμιση του ίδιου θέματος κατά τρόπο αντίθετο και ασυμβίβαστο προς αυτή του παλαιού.

Έτσι η αρχή της κατάργησης του προγενέστερου νόμου με νεότερο δεν εφαρμόζεται όταν ο νεότερος νόμος είναι γενικός και ο παλαιός ειδικός, εκτός αν από την έννοια του περιεχομένου του νεότερου νόμου προκύπτει ότι αυτός αποσκοπούσε στην κατάργηση και του ειδικού νόμου. Στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.11 του ν. 1068/1980 "Περί συστάσεως ενιαίου φορέως Υδρεύσεως-Αποχετεύσεως Πρωτευούσης" ορίζονται: "Αι περί συνταξιοδοτήσεως διατάξεις, ως ισχύουν κατά την δημοσίευση του παρόντος δια το προσωπικόν των ενοποιουμένων νομικών προσώπων ΟΑΠ και ΕΕΥ, εξακολουθούν ισχύουσαι αντιστοίχως και δια το ήδη υπηρετούν και μεταφερόμενον προσωπικόν αυτών εις την ΕΥΔΑΠ".

Ισχύουσα διάταξη ήταν τότε η παρ.4 του άρθρου 21 του ΒΔ 513/1972 "περί κυρώσεως του Κανονισμού Προσωπικού της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των πόλεων Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων",που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1-3 του ν. 3752/1929 και έχει ως εξής: "Το προσωπικόν της εταιρείας αποχωρεί υποχρεωτικώς της υπηρεσίας άμα τη συμπληρώσει του 65ου έτους της ηλικίας δια το άρρεν προσωπικόν, του 55ου έτους της ηλικίας δια το θήλυ τοιούτον".

Στο άρθρο 20 παρ.1 του ίδιου πιο πάνω νόμου (1068/1980) ορίζονται "Δια κανονισμών, συντασσομένων συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, εντός ενός (1) έτους από της ισχύος του παρόντος και εγκρινομένων δια Προεδρικών Διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Συντονισμού, Εσωτερικών και Δημοσίων Έργων (ορίστηκε νέα προθεσμία με το άρθρο 26 παρ.6 του ν. 1418/1984) καθορίζονται εκτός των άλλων και : ...

γ) η πρόσληψις και το αρμόδιον προς τούτο όργανον, τα προσόντα, η εξέλιξις, ο πειθαρχικός έλεγχος, η απόλυσις, η αποχώρησις και η εν γένει υπηρεσιακή κατάστασις του προσωπικού της Εταιρείας ...". Περαιτέρω, κατ' άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1232/1982 "Οι δημόσιοι πολιτικοί υπάλληλοι απολύονται αυτοδίκαια αμέσως μόλις συμπληρώσουν τριακονταπενταετή πραγματική και συντάξιμη κατά τις κείμενες διατάξεις δημόσια υπηρεσία, αλλά όχι πριν από την συμπλήρωση του 56ου έτους της ηλικίας τους ...".

Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 παρ.4 και παρ.1 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται και στο προσωπικό των επιχειρήσεων που λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, αλλά ανήκουν στο Κράτος, όπως είναι η αναιρεσίβλητη (άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1068/1980, άρθρο 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 που ερμήνευσε το άρθρο 9 του ν. 1232/1982).

Στην αυθεντική ερμηνεία του άρθρου 9, που έγινε με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, φαίνεται καθαρά η νομοθετική βούληση να συμπεριλάβει όλους τους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα. Ως προς τον χρόνο της συνταξιοδότησης των εργαζομένων στην ΕΥΔΑΠ ο νόμος αυτός (1232/1982) είναι γενικός έναντι των διατάξεων του άρθρου 21 παρ.11 του ν. 1068/1980 και του ισχύοντος τότε Κανονισμού της ΕΕΥ (άρθρο 21 ΒΔ 513/1972).

Ο νομοθέτης όμως με το νεότερο αυτό νόμο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, θέλησε τότε να καταργήσει κάθε αντίθετη διάταξη, άρα και αυτή του πρώην Κανονισμού της ΕΕΥ (ΠΔ 513/1972 άρθρο 21) που δεν καθιέρωνε ως λόγο απολύσεως εκ της υπηρεσίας την 35ετή πραγματική απασχόληση στην αναιρεσίβλητη εταιρεία αλλά μόνο το 65° ή 55° έτος ηλικίας αναλόγως του φύλλου του μισθωτού.

Ακολούθως όμως ο νέος κανονισμός της ΕΥΔΑΠ (ΠΔ 597/1985) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ.1 του ν. 1068/1980 και αποτελεί μεταγενέστερο και ειδικό νόμο έναντι όλων των προαναφερθεισών διατάξεων όρισε στο άρθρο 16 παρ.3 αυτού τα εξής "... Όλο το προσωπικό της εταιρείας απολύεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία :

α) Με την συμπλήρωση των προϋποθέσεων για πλήρη κύρια συνταξιοδότηση λόγω 35ετούς πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ασφαλιστικού φορέα που ισχύουν κάθε φορά, β) Με τη συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας του". Κατ' άρθρο δε 10 παρ.1 του ν. 825/1978 "Ο ησφαλισμένος παρά το ΙΚΑ δικαιούται συντάξεως εάν κατά τη υποβολήν της αιτήσεως επραγματοποίησε δέκα χιλιάδας πεντακόσιας (10.500) τουλάχιστον ημέρας εργασίας (περίπου 28,5 έτη) εις την πραγματικήν ασφάλισιν του ΙΚΑ και επί πλέον συνεπλήρωσε το 58° έτος της ηλικίας".

Από το συνδυασμό των τελευταίων δύο διατάξεων (άρθρ. 16 παρ.3 ΠΔ 597/1985 και 10 παρ.1 ν. 825/1978) προκύπτει ότι το προσωπικό της αναιρεσίβλητης απολύεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία είτε με την συμπλήρωση 35ετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και όχι πριν συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας του είτε με την συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας του και εφόσον πραγματοποίησε 10.500 τουλάχιστον ημέρες εργασίας στην πραγματική ασφάλιση του ΙΚΑ.

Εξάλλου το άρθρο 16 παρ.3 του ΠΔ 597/1985 που καθορίζει, ως προαναφέρθηκε, τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης δεν εθίγει ούτε από το ΠΔ 139/1992 με το οποίο η τελευταία έπαυσε να υπάγεται στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα (άρθρο 1) ούτε από το ΠΔ 69/1996 με το οποίο η ανωτέρω εταιρεία επαναφέρθηκε ολικά στο δημόσιο τομέα κατά την έννοια της παρ.6 του ν. 1256/1982, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 ν.1892/1990 (άρθρο 1) γιατί η προαναφερθείσα διάταξη του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης είναι ειδική και νεωτέρα των ν. 1256/1982 και 1232/1982 που επαναφέρθηκαν σε ισχύ με το προαναφερθέν ΠΔ 69/1996, αφορά δε ειδική κατηγορία υπαλλήλων για τους οποίους ίσχυε ήδη η απόλυσή τους από την υπηρεσία μετά την συμπλήρωση 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στην αναιρεσείουσα (Α.Π. 284/2004, ΣΤΕ 3310/2000).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του από 11/4-12-1940 Β.Δ./τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 915/1979, "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ταμείου Συντάξεως Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων Νομοθεσία (ΤΣΜΕΔΕ)" ορίζεται ότι "Συντάξεως λόγω γήρατος δικαιούται ο μέτοχος ο εξερχόμενος της ασφαλίσεως και έχων συμπληρώσει:

α) 35ετή χρόνο ασφαλίσεως ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, β) 25ετή χρόνο ασφαλίσεως και το 58ο έτος της ηλικίας του, γ) 20ετή χρόνο ασφαλίσεως και 60 έτος της ηλικίας του ...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2084/1992, ορίζεται ότι: "πραγματική συντάξιμη υπηρεσία είναι όλος ο χρόνος που διανύεται με υπαλληλική ιδιότητα και λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της σύνταξης με την προϋπόθεση ότι καταβλήθηκαν οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές", ενώ κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι: "συντάξιμη λογίζεται και ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας γενικά".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3 Π.Δ. 597/1985 συνάγεται: α) ότι ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας λογίζεται μεν ως συντάξιμη υπηρεσία, αλλά όχι ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία εφόσον δεν έχει διανυθεί με υπαλληλική ιδιότητα και β) ότι για την νομότυπη αποχώρηση των συνταξιοδοτουμένων υπαλλήλων μηχανικών της εναγομένης πρέπει να έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψεως συντάξεως ήτοι: 35ετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 1-11-1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου κατ' αρχήν και μετέπειτα μετατραπείσα σε αορίστου χρόνου ως πολιτικός μηχανικός, από την Ε.Ε.Υ. (Ελληνική Εταιρεία Υδάτων), την οποία διαδέχθηκε από το έτος 1980 η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία Ε.Υ.Δ.Α.Π. (Ν. 1068/1980), στην οποία ο ενάγων συνέχιζε να προσφέρει την εργασία του.

Με τη θέση σε ισχύ του Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης από 1-10-1986 που κυρώθηκε με το Π.Δ. 597/1985 και απέκτησε ισχύ νόμου, ο ενάγων εντάχθηκε σε οργανική θέση που προβλέπεται από τον Κανονισμό και μονιμοποιήθηκε με την ίδια ειδικότητα ως διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός στην κατηγορία προσωπικού (Α.Τ) Τ1, ενώ από τις 8-3-2003 κατείχε βαθμολογικά τον 1ο βαθμό και μισθολογικά έλαβε το καταληκτικό κλιμάκιο της κατηγορίας του (60% επί του 1ου βαθμού).

Η εναγόμενη με το 07/15-2-2006 έγγραφό της, γνωστοποίησε στον ενάγοντα, ότι στις 11-4-2006, απολύεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία του, διότι είχε συμπληρώσει 35ετή συντάξιμη υπηρεσία και το 60ο έτος της ηλικίας του και τον κάλεσε να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως. Στις 11-4-2006 ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη το ποσό των 120.643,88 ευρώ ως αποζημίωση για την αποχώρησή του, με την επιφύλαξη όμως ως προς την νομιμότητα της απολύσεώς του, δηλώνοντας ότι το ως άνω εφάπαξ θα το φυλάξει σε τραπεζικό λογαριασμό, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να το επιστρέψει στο ακέραιο εφόσον δικαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση και επιστρέψει στην υπηρεσία.

Ο ενάγων έχει γεννηθεί στις 19-7-1945 και η απόλυση - συνταξιοδότησή του από την εναγόμενη βασίστηκε στο άρθρο 16 παρ. 3 του Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης (Π.Δ. 597/1985), στο Ν. 1068/1980 και Ν. 3429/2005, λόγω συμπληρώσεως 35ετούς συντάξιμης υπηρεσία και του 60ου έτους της ηλικίας του. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της απολύσεως του στις 11-4-2006 δεν είχε συμπληρώσει 35ετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 3 του Π.Δ. 597/1985, αλλά 32 έτη 5 μήνες και 10 ημέρες, δεδομένου ότι είχε προσληφθεί στην εναγόμενη εταιρία στις 1-11-1973, και εσφαλμένα η τελευταία συνυπολόγισε στην πραγματική συντάξιμη υπηρεσία του ενάγοντος και τη χρονική περίοδο από Ιούνιο 1971 έως Αύγουστο 1973 κατά την οποία υπηρετούσε την στρατιωτική του υπηρεσία.

Και τούτο διότι η περίοδος της στρατιωτικής θητείας του ενάγοντος, κατά την οποία αυτός ήταν απλώς αυτοασφαλισμένος στον ασφαλιστικό του φορέα (ΤΣΜΕΔΕ) καλύπτεται μεν ασφαλιστικά από το ΤΣΜΕΔΕ ... πλην όμως δεν αποτελεί πραγματική υπηρεσία, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, εφόσον δεν έχει διανυθεί με υπαλληλική ιδιότητα.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, από την εναγόμενη αντίκειται στις ως άνω διατάξεις και είναι άκυρη, αφού κατά το χρόνο απολύσεώς του (11-4-2006) ο ενάγων δεν είχε συμπληρώσει την αναγκαία προϋπόθεση 35ετούς πραγματικής, αλλά μόνο της συντάξιμης, καθόσον από τη λήψη του πτυχίου του είχε υποχρέωση να ασφαλιστεί στο ΤΣΜΕΔΕ προκειμένου να λάβει την αναγκαία άδεια ασκήσεως του επαγγέλματός του, και στη συνέχεια, αφού απέρριψε τον αντίθετο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως, δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη και απέρριψε εν όλω την έφεση της αναιρεσείουσας.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ερμήνευσε εσφαλμένα τις προαναφερθείσες διατάξεις 1 παρ. 1, 4, 9 και 19 ν. 1232/1982, 1 παρ. 6 ν. 1256/1982, 1 παρ. 2, 16 παρ. 3 και 39 παρ. 3 του Π.Δ. 597/1985, 20 και 21 παρ. 5 και 8 ν. 1068/1980, αφού με σαφήνεια δέχθηκε ότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά, η ως άνω καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου είναι άκυρη, καθόσον αυτός κατά το χρόνο της απολύσεώς του δεν είχε συμπληρώσει τις ως άνω προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς του και δη: 35ετούς πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας, αφού σ' αυτήν, κατά τα ανωτέρω, δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος της στρατιωτικής του θητείας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό ως προς τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση του αναιρεσιβλήτου - υπαλλήλου της ... Όπως όμως αναφέρθηκε στον αμέσως προηγούμενο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το Εφετείο αντιμετώπισε τον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, καθόσον δέχτηκε ότι για την υποχρεωτική συνταξιοδότησή του ο αναιρεσίβλητος δεν είχε συμπληρώσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ήτοι 35ετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία, αφού σ' αυτήν, κατά τα ανωτέρω, δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ., με την ως άνω αιτίασή του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος. (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Μαρτίου 2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης", για αναίρεση της 2293/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ