Legislator Case Law & Legislation
1259/2009 AI generated

1259/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1259/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1259/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Keywords

AI generated
insurer's performance obligation insurance occupation work subject to authorization assurance of proper business conduct insured status rights and obligations of staff
AI generated
128/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
1164/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 586/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1411/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/7/2011 αίτησή του.
718/2018
Supreme Court allows appeal on main claim but remands case for recalculation of social security contributions.
1166/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1083/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/7/2011 αίτησή του.
1075/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1259 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1259/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Τ.Ε.Β.Ε.), το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Στόλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, έως και 34) Ψ34, κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι, εκτός από την 13η Ψ13 που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 877/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1106/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 18-5-2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 22-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 30ης Σεπτεμβρίου 2008, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε νόμιμα από το οικείο πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην από τους αναιρεσιβαλλομένους Ψ13. Συνεπώς, εφόσον δεν παρέστη αυτή κατά την νόμιμη εκφώνηση, από το οικείο πινάκιο και τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να ερευνηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του αυτού νόμου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 1735| 1987, "με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, καθορίζεται κάθε φορά ο αριθμός των προσώπων, που απασχολούνται στον δημόσιο τομέα με σύμβαση μίσθωσης έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ.

Στην απόφαση αυτή προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο, που πρόκειται να εκτελεστεί, τα προσόντα, που απαιτούνται κατά περίπτωση, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται, για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσόν της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος που θα εκτελεστεί το έργο, η τυχόν επιβαλλόμενη παρακολούθησή του καθώς και ότι το έργο αφορά εργασίες, που δεν ανάγονται στον κύκλο των καθηκόντων των υπαλλήλων του δημοσίου φορέα", κατά δε το άρθρο 89 του Ν. 2084|92, "οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι στερούνται του αναγκαίου προσωπικού, για την είσπραξη των οφειλομένων από τους υπόχρεους ασφαλιστικών εισφορών, μπορούν, με απόφαση των διοικητικών συμβουλίων τους, να αναθέτουν σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, την είσπραξη των εν λόγω εσόδων τους.

Η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μίσθωσης έργου, η οποία συνάπτεται μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου του φορέα και του ενδιαφερομένου αναδόχου. Η αμοιβή του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων, το οποίο δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 4% επί των εισπραττομένων ποσών". Το καθεστώς της σύναψης συμβάσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα άλλαξε με τον ν. 2527| 1997 και ειδικότερα με το άρθρο 6 αυτού (με το οποίο και καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 15 Ν.1735|87), πλην όμως, με το άρθρο 78 του Ν.2676|1999 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 Ν. 2527|97 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από ιδιώτες.

Η ανάθεση της είσπραξης των εισφορών αυτών εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 89 του Ν. 2084|92. Από τις ως άνω διατάξεις, συνάγεται ότι η νομιμότητα των εν λόγω συμβάσεων έργου εξαρτάται από την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, όπως η σύμβαση να δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και τον σκοπό της εργασίας, τις συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως και τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως και να μην καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα, υπό την έννοια των αναγκών αόριστης διάρκειας, που από τη φύση τους επιβάλλουν την κάλυψή τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο ορθός, όμως, νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα, που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στην συνδέουσα αυτά σχέση.

Εξάλλου, από την απαγόρευση της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, κατά την δικαστική διαδικασία (Ολ.

Α.Π.19|2007 και 18|2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη προς τούτο κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, οι πρώτοι επτά (κατά τη σειρά, που αναφέρονται στην αγωγή) στις 18-4-1991, οι επόμενοι οκτώ στις 15-9-1993, οι επόμενοι ένδεκα στις 17-3-1997 και οι υπόλοιποι στις 5-10-1996, με συμβάσεις, που το εναγόμενο είχε ονομάσει ορισμένου χρόνου ενός έτους, προκειμένου να απασχοληθούν ως επιμελητές εισπράξεως ασφαλιστικών εισφορών, τρεχουσών και καθυστερουμένων, μετά των τελών καθυστερήσεως και ως απογραφείς των μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 2084/1992 και αντί αμοιβής, που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2% επί του ύψους των πραγματοποιούμενων εισπράξεων και σε ποσοστό 10% επί της εισφοράς εγγραφής για κάθε απογραφόμενο επαγγελματία ή βιοτέχνη.

Οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι και την κατά το έτη 2000 και 2001 κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δυνάμει των από 22.2.2000 και 23.4.2001 αποφάσεων του Διοικητού του εναγομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.4, 5, 6, 7 και 8 του Ν.2839/2000.

Οι επίδικες συμβάσεις στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού οι ενάγοντες τελούσαν υπό το καθεστώς εξαρτήσεως από απόψεως τόπου, τρόπου και χρόνου παροχής της εργασίας τους, υποκείμενοι στον έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου. Τούτο διότι στα καθήκοντα τους ανάγουν ειδικότερα τα εξής:

α.απέδιδαν καθημερινά στην αρμόδια Υπηρεσία του εναγομένου τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας και αγόραζαν ένσημα ίσης αξίας β.παρέδιδαν ονομαστική κατάσταση αυτών που κατέβαλαν τις εισφορές τους, δελτίο εισπράξεων εισφορών και δελτίο αγοράς ενσήμων με συμπληρωμένες τις σχετικές ενδείξεις γ.τηρούσαν κατάσταση, που ανέγραφε τις ημερομηνίες, που διέρχονταν από τα καταστήματα των ασφαλισμένων και εκείνων που αρνιόνταν την καταβολή των εισφορών δ.

υποχρεώνονταν να παρίστανται στο Δικαστήριο ως μάρτυρες όταν εκδικάζονταν υποθέσεις καθυστερήσεως ασφαλιστικών εισφορών του εναγομένου, παρείχαν πληροφορίες στους ασφαλισμένους, σχετικά με τις παροχές του Ταμείου για συνταξιοδοτικά θέματα ενημερώνονταν επί των εγκυκλίων διαταγών της υπηρεσίας.

Έκαναν εξακριβώσεις, διαγραφές, επανεγγραφές και εγγραφές νέων ασφαλισμένων και καταχωρούσαν τις εισφορές στις καρτέλες των ασφαλισμένων. Κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήταν υποχρεωμένοι να προσέρχονται πρωί στα γραφεία του εναγομένου, υπέγραφαν παρουσιολόγιο, εκτελούσαν δύο με δυόμισι ώρες εργασία γραφείου και ακολούθως αναχωρούσαν για τον τομέα ευθύνης τους, απασχολούμενοι καθόλες τις πρωϊνές τουλάχιστον ώρες λειτουργίας των καταστημάτων.

Εξάλλου και ο τρόπος εκτέλεσης της εργασίας των εναγόντων ήταν επακριβώς καθορισμένος με την εργασία γραφείου, που προαναφέρθηκε και την ακολούθως είσπραξη εισφορών, επικόλληση σχετικών ένσημων, την χρονολόγηση και την υπογραφή τους από αυτούς και τους ασφαλισμένους σε ειδική στήλη καθώς και με την τήρηση των προαναφερόμενων καταστάσεων.

Οι ενάγοντες, επίσης, ακολουθούσαν τις εγκύκλιες διαταγές και οδηγίες του εναγομένου, δέχονταν οποτεδήποτε και αποφασιστικά τον έλεγχο των οργάνων του, ο οποίος επικεντρωνόταν στην συνεχή και επισταμένη επιμέλεια περί την εκτέλεση της εργασίας τους και υπέκειντο στον πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση αδικαιολόγητης βραδύτητας περί την εκτέλεση της υπηρεσίας τους με κορύφωση την δυνατότητα του εναγομένου να καταγγέλλει αζημίως τις συμβάσεις εργασίας τους.

Εξάλλου, οι ενάγοντες ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και στο ΤΕΑΠΟΚΑ. Ουσιαστικά δηλαδή οι ενάγοντες είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε και το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου, κατά παράβαση της σχετικής διατάξεως του άρθρου 15 του ν. 1735/1987. Από δε το έτος 1997, οπότε άλλαξε ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και εγένετο πλέον μηχανογραφικά με επιταγές μέσω των ΕΛΤΑ, οι ενάγοντες τοποθετήθηκαν στην εσωτερική υπηρεσία του εναγομένου στα μηχανογραφικά τμήματα, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι, παρέχοντες την ίδια με αυτούς υπηρεσία και τηρούντες το συγκεκριμένο ωράριο της υπηρεσίας τους η δε προσέλευση και η αποχώρησή τους ελεγχόταν με την υπογραφή του βιβλίου παρουσίας και αποχώρησης, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι.

Υπέρ της απόψεως ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με τον εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, συνηγορεί και το γεγονός ότι Ι ήδη οι ενάγοντες κατατάχθηκαν από 4.12.2000 και 22.2.2001 [ΦΕΚ 285 τ.Β'και 39 τ.Β'] με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 παρ.4, 5, 6, 7 και 8 του ν.2839/2000, δυνάμει των υπ'αριθ. 16896/2000 και 3969/2001 αποφάσεων του Διοικητή του εναγομένου, σε μισθολογικά κλιμάκια και τους χορηγήθηκε χρονοεπίδομα, αφού αναγνωρίστηκε ότι ο συνολικός χρόνος των συμβάσεων έργου των εναγόντων έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα μάλιστα με την ρητή διάταξη του άρθρου 17 παρ.8 εδ. β' του ίδιου νόμου, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των εναγόντων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναρεσείοντος-εναγομένου Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (ΤΕΒΕ), επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των εφεσίβλητων (και ήδη αναιρεσιβλήτων), για καταβολή σ' αυτούς δώρων εορτών, επιδόματος και αποδοχών αδείας για τα έτη 1997 και 1998.

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο ορθά τις σχετικές με το επίδικο ζήτημα διατάξεις εφήρμοσε και (ορθά) δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, δικαιούνται να λάβουν δώρα εορτών και επίδομα αδείας και τα οποία, σε κάθε περίπτωση, και αν δηλαδή υπήρχε απλή σχέση εργασίας, ενόψει του άρθρου 103 περ. 2β του Συντάγματος και όχι έγκυρη σύμβαση, εδικαιούντο οι ενάγοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 Α.Ν. 539|1945, 3 παρ. 16 Ν. 4504|1966, 1 παρ. 1 Ν.1082|1980 και ΥΑ 19041|1941 (Α.Π. 797|2008).

Επομένως οι 1ος και 2ος λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον τα αντίθετα υποστηρίζει είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Επειδή, ο 3ος -και τελευταίος- λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο παραπονείται το αναιρεσείον ότι, παρά το νόμο, το δικαστήριο κήρυξε την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή, είναι, απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον σε ουδένα των λόγων του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δικ. υπάγεται. Αυτά, δε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι τελεσίδικη, αφενός και αφετέρου δεν περιέχεται σ' αυτή τέτοια διάταξη.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-5-2004 αίτηση του Τ.Ε.Β.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1106|2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ