Legislator Case Law & Legislation
1259/2006 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against insurance company verdict on damages calculation errors.

Case Number 1259/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding damages for a traffic accident. The appellant argued the lower court distorted evidence and miscalculated lost income based on incorrect monthly figures. The court rejected vague grounds for appeal but found specific errors in the calculation of lost wages and gifts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision contains specific errors in applying substantive law or distorting evidence, provided the grounds for appeal are sufficiently clear and precise.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds clarity damages calculation lost income evidence partial appeal allowance substantive law application court costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1259 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1259/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Φραντζεσκάκη. χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Α.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Οκτωβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 300/2003 μη οριστική και 51/2004 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 2 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. γιατί «παρά το νόμο απέρριψε την από 14-6-2002 έφεσή του κατά της πρωτόδικης 211/2002 απόφασης του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφήνοντας αυτήν ουσιαστικά αδίκαστη, καθόσον πέραν της μνείας που γίνεται στην αρχή ουδεμία άλλη μνεία, αναφορά ή νομική κρίση υπάρχει πριν την απόρριψή της». Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι προκύπτει από το σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ως άνω έφεση έχει απορριφθεί στο σύνολό της ως προς όλα τα αιτήματά της και άρα δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος.

ΙΙ.Ο από το άρθρο 559 εδ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 31-10-2000 αγωγή του ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι οι αναιρεσίβλητοι (οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ασφαλιστική εταιρεία) υποχρεούνται, σε ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν ως αποθετική ζημία και το κονδύλι των 28.000.000 δραχμών. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε, ότι αν δεν τραυματιζόταν στο αυτοκινητικό ατύχημα της 15-4-2000, από την επομένη του τραυματισμού του και για 20 χρόνια θα εργαζόταν ως σερβιτόρος σε ξενοδοχείο της Κρήτης και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα θα είχε και έσοδα από φιλοδωρήματα εξυπηρετούμενων πελατών, που θα ανέρχονταν συνολικά στο άνω ποσό (1.400.000 δρχ.

το χρόνο Χ 20 χρόνια = 28.000.000 δρχ.). Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε το κονδύλι αυτό ως αβάσιμο. Για την απόρριψη παραπονέθηκε ο αναιρεσείων με την πιο πάνω έφεσή του και ζήτησε για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων να εξαφανιστεί η εκκληθείσα απόφαση ώστε στη συνέχεια η αγωγή του να γίνει δεκτή και κατά το κονδύλι αυτό.

Η προσβαλλόμενη, όπως απ' αυτή προκύπτει, απέρριψε την έφεση αυτή του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία : «Οι απαιτήσεις του ενάγοντος (αναιρεσείοντος ανέρχονται για την αποθετική του ζημία (διαφυγόντα κέρδη) στην οποία περιλαμβάνονται οι μηνιαίες αποδοχές του (μισθός και αμοιβή για Κυριακές), εργοδοτικές εισφορές και επίδομα ανεργίας, στο ποσό των 7.003 ευρώ κατά έτος.

Το ΙΚΑ για το χρονικό διάστημα από 18-4-2000 μέχρι και 16-4-2001 τον επιδότησε με το ποσό των 4.725 ευρώ στο οποίο και υποκαταστάθηκε με αποτέλεσμα να περιορίζεται αντίστοιχα η αποζημίωση στο ποσό των 2.122 ευρώ για το διάστημα αυτό. Εξάλλου, όπως συνομολογείται, η δεύτερη εναγόμενη είχε καταβάλει μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στον ενάγοντα το ποσό των 11.739 ευρώ.

Με την καταβολή αυτή εξοφλήθηκε το πιο πάνω ποσό των 2.122 ευρώ, καθώς και ολοσχερώς οι απαιτήσεις του ενάγοντα από 16-4-2001 μέχρι 30-6-2002 και μέρος (434 ευρώ) για τις απαιτήσεις του για το μήνα Ιούλιο 2002 και απόμεινε υπόλοιπο το ποσό των 338 ευρώ. Με βάση αυτά πρέπει οι εναγόμενοι να πληρώσουν για την αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας του ενάγοντα για τον Ιούλιο 2002 το ποσό των 338 ευρώ, ενώ για τους επόμενους μήνες να του προκαταβάλλουν : 1) από Αύγουστο έως και Οκτώβριο 2002, το πρώτο πενθήμερο 872 ευρώ, 2) Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2002, Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο 2003 το ποσό των 267 ευρώ το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, 3) από τον Απρίλιο 2003 έως 16-4-2020 ως εξής :

α) την 15 Απριλίου 436 ευρώ, β) τους επόμενους 6 μήνες (από 1/5 μέχρι 30/10) 872 ευρώ κάθε μήνα και γ) από 1-11 μέχρι 30-3 του επόμενου έτους 267 ευρώ το μήνα. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν τα άνω ποσά στον ενάγοντα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εξολοκλήρου τις απαιτήσεις του ενάγοντος για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του και εν μέρει εκείνες για την αποθετική ζημία, αφού δέχθηκε ότι θα εργαζόταν 2 Κυριακές αντί τις 4 που ισχυριζόταν ο ενάγων, ενώ απέρριψε το κονδύλι για τα φιλοδωρήματα. Με τις παραδοχές του όμως αυτές έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η από τον ενάγοντα ασκηθείσα έφεση και να γίνει δεκτή εκείνη (από 6-6-2002) των εναγομένων». Με τις σκέψεις αυτές, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχτηκε κατ' ουσίαν την αντίθετη έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνωρίζοντας στο διατακτικό της, ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) είναι υποχρεωμένοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να πληρώσουν στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) :

Α) το ποσό των 51.077 ευρώ, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, Β) να προκαταβάλουν το πρώτο πενθήμερο : 1) Ιουλίου 2002 ευρώ 338, 2) από 1-8 μέχρι 30-10-2002 ευρώ 872 το μήνα, 3) για τους μήνες από 1-11-2002 μέχρι 30-3-2003 ευρώ 267 κάθε μήνα και 4) από 15-4-2003 μέχρι 16-4-2020, κάθε 15 Απριλίου 436 ευρώ από 1/5 μέχρι 30/10 το ποσό των 872 ευρώ το μήνα και από 1/11 μέχρι 30/3 ευρώ 267 κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε δόσεως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σε σχέση με το βάσιμο κατ' ουσίαν της έφεσης του αναιρεσείοντος, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, κατά ένα μέρος, αιτιολογίες, αφού δεν διατυπώθηκε καμία κρίση για το κατ'ουσίαν βάσιμο του άνω κονδυλίου των φιλοδωρημάτων, αλλά άλλη ελλιπής παραδοχή ότι «η πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε το κονδύλι για τα φιλοδωρήματα έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων», με αντιφατικό στη συνέχεια συμπέρασμα, ότι «πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η από 14-6-2002 έφεση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) κατ' ουσίαν».

Με τις αιτιολογίες αυτές καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., όπως παραδεκτά διευκρινίσθηκε και συμπληρώθηκε κατ'εφαρμογή του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δικ.

από τον εισηγητή, με τον οποίο προβάλλεται ασάφεια, ανεπάρκεια και μερική αντιφατικότητα αιτιολογιών, σε σχέση με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα του κατ'ουσίαν βασίμου του κονδυλίου των φιλοδωρημάτων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη κατά τις σχετικές απορριπτικές διατάξεις της που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, ώστε στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εξέτασή της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις (Ολ.ΑΠ 13/1995), έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Δεν ιδρύεται, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί το σκεπτικό του περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες αφού «από τη μία άγεται σε πλήρη παραδοχή των αγωγικών ισχυρισμών σε σχέση με τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, τις σοβαρότατες συνέπειες στην υγεία του κ.λ.π. και από την άλλη προβαίνει σε σημαντικές περικοπές των επιδικασθέντων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κονδυλίων – αναγκαίων δαπανών με την αντιφατική αιτιολογία ότι οι λοιπές δαπάνες που επικαλείται ο ενάγων (από απασχόληση νοσοκόμου, οικιακής βοηθού, λήψη βελτιωμένης τροφής και αγορά αναπηρικού αμαξιδίου) δεν αποδεικνύονται», πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης δεν υπάρχουν αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.

IV. Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθόσον «σε ό,τι αφορά την αποζημίωση για δαπάνες που χρειάζονται για την αντιμετώπιση των συνεπειών της βλάβης της υγείας ή για την καταπράϋνσή τους, όπως στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, κατά την άποψη που έχει κρατήσει στη θεωρία και ακολουθείται στη νομολογία, αποφασιστική σημασία έχει η ανάγκη για την πραγματοποίηση της δαπάνης και όχι αν αυτή πραγματοποιήθηκε, η αύξηση των δαπανών του παθόντος μπορεί να αναφέρεται στην ειδική δίαιτα, στην πρόσληψη οικιακής βοηθού ή νοσοκόμου, στην ανάγκη ειδικής πολυθρόνας, διατήρησης αυτοκινήτου κ.λ.π. και τούτο σε συνδυασμό με αρμόζουσα ερμηνεία του νόμου σε περιπτώσεις που υπάρχει επιπλέον αδυναμία απόκτησης αποδεικτικού μέσου μιας δαπάνης, όπως στην προκείμενη περίπτωση για περιστασιακή απασχόληση αποκλειστικής νοσοκόμου εκτός νοσοκομείου, οικιακής βοηθού ή για αγορά μεταχειρισμένου κ.λ.π.»: Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με σαφήνεια ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το υπαγωγικό σφάλμα του.

V. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο ποιό ακριβώς περιεχόμενο του εγγράφου δέχτηκε το δικαστήριο και δεν παρατίθεται κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενό του και το περιεχόμενο που δέχτηκε το δικαστήριο ή δεν προκύπτει έστω και έμμεσα ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης.

Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί «παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, με συνέπεια να επιδικάσει μικρότερα ποσά από τα διάφορα αγωγικά κονδύλια, αφού συγκεκριμένα α) κατά τον υπολογισμό του κονδυλίου που αφορά απώλεια εισοδημάτων δεν δέχτηκε ως βάση υπολογισμού, όπως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το συμφωνημένο ποσό καθαρών μηνιαίων αποδοχών που θα έπαιρνε ως σερβιτόρος την τρέχουσα τότε τουριστική περίοδο και ανήρχετο στις 208.569 δραχμές, όπως βεβαιώνεται από την εργοδότρια εταιρεία με την από 15-6-2000 σχετική βεβαίωση και β) κατά τον υπολογισμό του επιδικαζόμενου κονδυλίου που αφορά απώλεια εισοδημάτων από επιδόματα ανεργίας που θα εισέπραττε, δεν έλαβε ως βάση υπολογισμού, όπως το πρωτοδικείο, το ποσό που είχε πράγματι εισπράξει γι' αυτή την αιτία από τον ΟΑΕΔ το τελευταίο πριν από το επίδικο ατύχημα εξάμηνο ανεργίας που ανήρχετο σε 1.539 δραχμές, όπως τούτο προκύπτει από την 12-6-2000 προσκομιζόμενη με επίκληση βεβαίωση επιδόματος ανεργίας του ΟΑΕΔ», πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε σαν απορριπτέο στο σκεπτικό.

Αναιρεί την 51/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, δηλαδή κατά τις διατάξεις της με τις οποίες απορρίφθηκε το αγωγικό κονδύλιο του αναιρεσείοντος για τα φιλοδωρήματα (δρχ. 28.000.000) και η από 14-6-2002 έφεσή του για το κονδύλι αυτό, κατά της 211/2002 πρωτόδικης απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Ηρακλείου, που επικυρώθηκε κατά τούτο.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Κρήτης που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (που δεν κατέθεσε προτάσεις), την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ