Supreme Court allows appeal against appellate court decision due to insufficient reasoning on asset acquisition facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding asset acquisition. The appellant argued the lower court failed to adequately explain why the defendant's income did not cover the purchase of properties, citing specific financial records. The court found the reasoning insufficient because it did not address the contradiction between the defendant's income and the cost of assets, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) of the Code of Civil Procedure; Art. 93(3) of the Constitution: An appeal is admissible when the lower court's reasoning is inadequate because it fails to connect the proven facts to the legal conclusion, leaving the court's decision unsupported by the evidence presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1258 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1258/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μιχαλόλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Λ. , κατοίκου ... . Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατσαμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8961/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 801/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του 1529/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από την ανωτέρω διάταξη, είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση (Ολ.
ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις, ήτοι, στην περίπτωση λύσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της αξιώσεως (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 3/2016). Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι:
α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, όπως είναι και οι υπηρεσίες, που παρέχονται στο συζυγικό οίκο, εφόσον όμως αυτές υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρ. 1389 και 1390 ΑΚ για την εκπλήρωση της υποχρέωσης συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες.
Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Προς το σκοπό αυτό είναι αναγκαίο στη σχετική αγωγή και στην αντίστοιχη απόφαση να προσδιορίζονται και να αποτιμώνται οι παρεχόμενες στο συζυγικό οίκο υπηρεσίες, ώστε συγκρινόμενες με τις επίσης χρηματικά αποτιμώμενες οικογενειακές ανάγκες να διαπιστώνεται, αν οι υπηρεσίες αυτές υπερβαίνουν και σε ποια έκταση το επιβαλλόμενο από τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις μέτρο συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες (ΑΠ 362/2022, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 817/2013).
Η αποτίμηση των υπηρεσιών του δικαιούχου συζύγου, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 2120/2017). Όταν όμως η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε, μοναδική προϋπόθεση έχει, την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία, και μόνον, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική, κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγόμενου και την τελική, κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την αξία σε χρήμα και των δύο, κατά το χρόνο αυτό και ειδικότερα, για την περίπτωση της συμπλήρωσης τριετούς διάστασης, την αξία της περιουσίας κατά το χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή της άσκησης της αγωγής.
Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτής, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεως για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020).
Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει μεταξύ άλλων ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Με τη σχετική ως άνω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ενιστάμενος εναγόμενος (ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1316/2017), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 362/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 566/2014).
Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ` επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεσθεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3 (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 2120/2017). Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγομένου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1037/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 7-08-2006 ο οποίος ιερολογήθηκε κατά τους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Ιερό Ναό Παναγίας Χρυσοσπηλιώτισσας στην Πλάκα στις 7-7-2007, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τη Σ.
και την Ο. , που γεννήθηκαν στις …2006 και στις …2008 αντίστοιχα .... Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά, δυνάμει δε, της υπ' αριθμ. 3810/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 10-6-2014, λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος .... Κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου των διαδίκων, ο εναγόμενος είχε διαθέσιμο εισόδημα που ανερχόταν στο ποσό των 277.628,00 ευρώ, εκ του ως άνω ποσού το ποσό των 50.000 ευρώ προερχόταν από δάνειο του πατέρα του Μ.
Π. . Από το ποσό των 277.628 ευρώ, το ποσό των 229.850 ευρώ προήλθαν από το τίμημα πώλησης μετοχών του, εισηγμένων στο ΧΑΧ που πραγματοποίησε το ίδιο έτος, ήτοι έως τις 7-8-2006 καθώς και το έτος 2005. Τα χρηματικά ποσά, που προήλθαν από τη ρευστοποίηση των μετοχών του, που έγινε τα έτη 2005 και 2006, ήτοι το συνολικό ποσό των 229.850 ευρώ, επενδύθηκαν εκ νέου το 2008 ενώ μαζί με τα ως άνω ποσά επένδυσε και το ποσό των 100.000 ευρώ, που είχε λάβει από τον πατέρα του, κατ' εντολή του και για δικό του λογαριασμό για την αγορά μετοχών της Eurobank.
Επίσης είχε στην κατοχή του ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Ford τύπου Focus, 1600 κ.ε., το οποίο στη συνέχεια αποσύρθηκε. Ο εναγόμενος, είναι πολιτικός μηχανικός και το Νοέμβριο του 1983 προσλήφθηκε ως μηχανικός από τον Δήμο Περιστερίου και στη συνέχεια τον Ιούνιο του έτους 1997 μετατάχθηκε στο Ειδικό Διαβαθμικό Σύνδεσμο Νομού Αττικής (ΕΔΣΝΑ πρώην ΕΣΔΚΝΑ).
Από τον Ιούλιο του 2002 κατείχε τη θέση του Διευθυντή Διάθεσης Απορριμμάτων και Αποκαταστάσεων και τα ετήσια εισοδήματά του ήταν ... τα ακόλουθα: το οικονομικό έτος 2006 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 29.859,17 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το οικονομικό έτος 2007 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 33.382,79 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το οικονομικό έτος 2008 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 35.353,05 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το οικονομικό έτος 2009 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 37.330,17 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το οικονομικό έτος 2010 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 37.516,21 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το οικονομικό έτος 2011 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 27.096,06 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και στο ποσό των 1.200 ευρώ από ενοίκια, το οικονομικό έτος 2012 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 28.543,32 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το οικονομικό έτος 2013 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 24.901,65 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες καθώς και το ποσό των 1.200 ευρώ από ενοίκια, το οικονομικό έτος 2014 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 16.951,56 ευρώ από μισθούς, στο ποσό των 45.000 ευρώ από επιχειρηματική δραστηριότητα, στο ποσό των 1.200 ευρώ από ενοίκια, στο ποσό των 30,37 ευρώ από τόκους καταθέσεων, το φορολογικό έτος 2014 τα ετήσια εισοδήματα του ανέρχονταν στο ποσό των 16.288,02 ευρώ από μισθούς, στο ποσό των 44.184,47 ευρώ από επιχειρηματική δραστηριότητα. ...
κατά το έτος 2008 πραγματοποίησε αγορές μετοχών ύψους 331.069,70 ευρώ και πωλήσεις ύψους 141.276,07 ευρώ. Περαιτέρω η ενάγουσα είναι δημοσιογράφος και κατά την τέλεση του γάμου της εργαζόταν μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του 2008 στην εφημερίδα "Athens News" ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2008 έως και τον Μάρτιο του έτους 2009 εργάστηκε στην Οργάνωση "WWF Ελλάς".
Τα ετήσια εισοδήματα της ήταν...τα ακόλουθα: 1) από την σύναψη του γάμου της 7-8-2006 έως και 31-12-2006 τα εισοδήματά της ανήλθαν στο ποσό των 11.221 ευρώ 2) από 1-1-2007 μέχρι την 31-12-2007 το συνολικό δηλωθέν εισόδημά της ανήλθε στο ποσό των 25.516,13 ευρώ, 3) από 1-1-2008 μέχρι την 31-12-2008 το συνολικό δηλωθέν εισόδημά της ανήλθε στο ποσό των 14.944,17 ευρώ, 4) από την 1-1-2009 έως 31-12-2009 το συνολικό δηλωθέν εισόδημά της ανήλθε στο ποσό των 2.710,94 ευρώ, 5) από την 1-1-2010 μέχρι την 31-12-2010 η ενάγουσα δεν δηλώνει κανένα εισόδημα καθόσον δεν εργαζόταν αφού ασχολείτο με την ανατροφή των δύο τέκνων της, 6) από 1-1-2011 μέχρι την 31-12-2011 το δηλωθέν εισόδημά της ανήλθε στο ποσό των 11.550,23 ευρώ και μέχρι την 31-7-2011 ανήλθε στο ποσό των 6.737,99 ευρώ καθόσον το μήνα Ιούλιο του έτους 2011 διεκόπη η έγγαμη συμβίωσή τους.
Έτσι τα εισοδήματά της από το χρονικό διάστημα από 7-8-2006 έως 31-12-2011 ανήλθαν στο ποσό των 84.472,04 ευρώ. Κατά την κρίση του δικαστηρίου μεγάλο μέρος των εσόδων του εναγομένου καταναλώνονταν για τις ανάγκες της οικογένειας των διαδίκων, η οποία αποτελείτο από τους ίδιους και τα δύο τέκνα, των οποίων το κόστος ανατροφής όσο αυτά μεγάλωναν αυξανόταν λαμβανομένου υπόψη ότι η ενάγουσα είχε παραιτηθεί από Οργάνωση "WWF Ελλάς" τον Μάρτιο του 2009.
Αρχικώς οι διάδικοι είχαν μισθώσει από κοινού ένα διαμέρισμα στην ... επί της οδού ... , όπου διέμεναν μέχρι τον Μάιο του 2009 οπότε εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του εναγομένου στην Αθήνα επί της οδού ... και συνεισέφεραν από κοινού στις δαπάνες μισθίου και στα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας αυτής.
Περαιτέρω αμφότεροι οι διάδικοι αρχικά το 2006 είχαν προσλάβει έναντι μηνιαίου μισθού ως οικιακή βοηθό την Κ. Π. και ακολούθως το 2007 όταν η ανωτέρω επέστρεψε στη Ρουμανία την αντικατέστησε η αδελφή της Φ. και στη συνέχεια το 2009 προσέλαβαν άλλο άτομο από ιδιωτικό γραφείο συμβούλων εργασιών ... Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, ο εναγόμενος αγόρασε τα παρακάτω ακίνητα: 1) ένα διαμέρισμα επιφάνειας 106,01 τ.μ.
μετά των παραρτημάτων του (αποθήκη δώματος, αποθήκη υπογείου κλπ) επί της οδού ... , 2) ένα οικόπεδο στα ... , γ) ένα οικόπεδο στο ... . Ειδικότερα ο εναγόμενος απέκτησε την πλήρη κυριότητα επί του ως άνω διαμερίσματος (οριζόντιας ιδιοκτησίας) πέμπτου ορόφου πάνω από το ισόγειο με στοιχεία ΑΕ-1, επιφάνειας 106,01 τ.μ., μετά των παραρτημάτων της, που βρίσκεται επί πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο, που βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων, στη θέση "... " ...
και επί της οδού ... δυνάμει του με αριθμό ... /02-01-2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίτσας Λεμπέση, νομίμως μεταγεγραμμένου αντί τιμήματος 127.048,96 ευρώ. Ο εναγόμενος δανείσθηκε το συνολικό ποσό των 150.000 ευρώ από τον Δ. Κ. όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομισθέντα από 1-11-2007 και 2-1-2008 ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ αυτού και του Δ.
Κ. με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής από το ΑΤ ... από τα οποία προκύπτει ότι ο εναγόμενος δανείσθηκε αρχικώς το ποσό των 50.000 ευρώ και το ποσό των 100.000 ευρώ αντίστοιχα από τον Δ. Κ. . Το υπόλοιπο ποσό που απέμεινε μετά την αγορά του ως άνω διαμερίσματος ο εναγόμενος το διέθεσε προς ανακαίνιση του ανωτέρω διαμερίσματος.
Ειδικότερα o εναγόμενος λόγω της ιδιότητάς του ως μηχανικός εξέδωσε o ίδιος τη σχετική άδεια Μικρής Κλίμακος. Περαιτέρω δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /17-9-2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Γυθείου Μαρίας Σταθάκη-Βάρλα, νομίμως μεταγεγραμμένου αγόρασε ένα αγρό στον ... , εμβαδού 5.878,06 ευρώ αντί τιμήματος 24.483,30 ευρώ ενώ επίσης αγόρασε ένα οικόπεδο στα ... , εκτάσεως 424,25 τ.μ.
δυνάμει του με αριθμό ... /18-11-2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίτσας Λεμπέση, νομίμως μεταγεγραμμένου αντί τιμήματος 45.538,98 ευρώ. Επομένως κατά το χρόνο της λύσης του γάμου και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής η εμπορική αξία αυτών, λαμβάνοντας υπόψη την αντικειμενική αξία τους ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 203.000 ευρώ (στο ποσό των 130.000 ευρώ αναφορικά με το διαμέρισμα επί της οδου ... , στο ποσό των 26.000 ευρώ αναφορικά με τον αγρό στον ...
και στο ποσό των 47.000 αναφορικά με το οικόπεδο στα ... ) λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου που μεσολάβησε από την αγορά τους μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων καθώς και των ανακαινίσεων που έλαβαν χώρα στο διαμέρισμα επί της οδού ... και της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων προκειμένου να κατασκευαστεί ξενοδοχειακή μονάδα στο ακίνητο στον ... , η οποία όμως δεν έχει κατασκευαστεί...
Εξάλλου σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 46/2015 του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου κρίθηκε ότι οι δαπάνες, που πραγματοποίησε ο εναγόμενος κατά το έτος 2008 καλύπτονται από τα εμφανή του εισοδήματα και συνεπώς δεν προκύπτει η απόκτηση από αυτόν περιουσιακών στοιχείων με επιλήψιμο τρόπο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι o ενάγων απέκτησε αποκλειστικά στο όνομά του και τα ως άνω ακίνητα περιουσιακά στοιχεία παρότι η εναγόμενη διατείνεται ότι είχε διαθέσει και αυτή χρήματα για την αγορά τους, μέρος των οποίων της είχαν δωρίσει οι γονείς της επειδή του είχε εμπιστοσύνη λαμβανομένου υπόψη και της αντίθεσης των γονέων της στο εν λόγω γάμο με τον εναγόμενο όπως η ίδια ισχυρίζεται.
Άλλωστε από την αντιπαραβολή των ως άνω κοινών φορολογικών δηλώσεων είναι εμφανής η διαφορά στα εισοδήματα των διαδίκων. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι από δωρεά-οικονομική ενίσχυση ύψους 90.000 ευρώ που έλαβε από τους γονείς της διέθεσε κατά την διάρκεια του εγγάμου βίου το ποσό των 40.000 ευρώ για την αγορά του διαμερίσματος επί της οδού ...
αρ. ... και το ποσό των 50.000 ευρώ για την ανακαίνιση του ουδόλως αποδείχθηκαν καθώς δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο όπως έμβασμα ότι πράγματι έγινε αυτή η οικονομική ενίσχυση από την οικογένεια της ενάγουσας προς την ίδια. Επίσης κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και δη το έτος 2010 ο εναγόμενος είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής CITROEN τύπου SAXO 1.600 κε.
έναντι 15.000 ευρώ, το οποίο όμως του το έκλεψαν το 2012 ... ενώ χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις του ένα τζιπ CHEROKEE, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα στην εταιρεία ΗΛΕΚΤΩΡ ΑΕ. Περαιτέρω από την από 27-1-2012 βεβαίωση για κάθε νόμιμη χρήση του νομίμου εκπροσώπου της "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" o εναγόμενος στις 27-1-2012 δεν διαθέτει χαρτοφυλάκιο στην εταιρεία.
Να αναφερθεί ότι από ρευστοποίηση μετοχών στις 14-7-2010 ο εναγόμενος παρέλαβε την υπ' αριθμ. ... -8 εισπραχθείσα τραπεζική επιταγή της ALHPA ΒΑΝΚ ποσού 98.331 ευρώ, εκδότης της οποίας ήταν η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία με την οποία o εναγόμενος συνεργαζόταν και τα οποία κατατέθηκαν σε λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα και ειδικότερα στις 12-4-2011 το υπόλοιπο των καταθέσεων του εναγομένου ως εξής: 1) λογαριασμός υπ' αριθμ. ...
με υπόλοιπο 3.660,77 ευρώ, 2) λογαριασμός υπ' αριθμ ... με υπόλοιπο 59.975,66 ευρώ, 3) λογαριασμός υπ' αριθμ. ... με υπόλοιπο 89.500,00 ευρώ, 4) επενδυτικό προϊόν "Φροντίζω" με αρ. αίτησης ... και ποσό επένδυσης 10.000 ευρώ και το συνολικό υπόλοιπο των λογαριασμών καταθέσεων ανέρχεται σε 173.135 ευρώ όπως τούτο προκύπτει από την υπ' πρωτ.: ... /13-4-2011 βεβαίωση του καταστήματος Λουτρακίου Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος).
Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους δυνάμει της υπ' αριθμ. 11954/2012 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα μηνιαίως το ποσό των 400 ευρώ για την ίδια ατομικά και το ποσό των 450 ευρώ για καθένα από τα δύο τέκνα τους και παραχώρησε προσωρινά στην ενάγουσα και στα ανήλικα τέκνα τους τη χρήση της συζυγικής οικίας επί της οδού ...
αρ. ... με τα εν αυτή κινητά ενώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 8489/2013 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) o εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα μηνιαίως το ποσό των 300 ευρώ για την ίδια ατομικά και το ποσό των 350 ευρώ για καθένα από τα δύο τέκνα τους και στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθμ. 682/2015 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα μηνιαίως το ποσό των 400 ευρώ για την ίδια ατομικά και το ποσό των 450 ευρώ για καθένα από τα δύο τέκνα τους και διατάχθηκε η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης του ως άνω διαμερίσματος-οικογενειακής στέγης και των ευρισκόμενων εντός αυτής της οικογενειακής στέγης κινητών πραγμάτων στην ενάγουσα και στα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, σημειουμένου ότι η ενάγουσα προέβη στη διαδικασία κατασχέσεων απαιτήσεων του στα χέρια τρίτων δηλαδή του εργοδότη του και των Τραπεζών όπου διατηρεί ο εναγόμενος λογαριασμούς δυνάμει των ανωτέρω αποφάσεων, ήτοι την υπ' αριθμ. 11954/2012 και υπ' αριθμ. 8489/2013 του παρόντος Δικαστηρίου...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 7-8-2006 έως τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους τον Ιούλιο του έτους 2011, απέκτησε από την εργασία της το ποσό των 84.472,04 ευρώ και από το ποσό αυτό συνεισέφερε για τη φροντίδα του οικογενειακού οίκου και την ανατροφή των τέκνων τους το ποσό των 30.000 ευρώ που αποτιμάται η συνεισφορά της και κατά το ποσό αυτό υπερέβαινε το μέτρο της εκπλήρωσης της υφιστάμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωσης.
Επομένως η συνεισφορά της με τον τρόπο αυτό στην επαύξηση της περιουσία του εναγόμενου για το ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 30.000 ευρώ.
Συνεπώς και με βάση τα ανωτέρω συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου με τα άνω εισοδήματά της από την εργασία της το οποίο ποσό θα επιβάρυνε τον εναγόμενο. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ότι δεν υπήρχε καμία συνεισφορά της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου από τα εισοδήματά της από την εργασία της, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης της εκκαλούσας-ενάγουσας.
Ακολούθως όμως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τα παραπάνω έτη συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες και με την παροχή της προσωπικής της εργασίας για την φροντίδα της συζυγικής οικίας, του εναγομένου και για τη φροντίδα και ανατροφή των δύο τέκνων τους. Ειδικότερα η ενάγουσα ανέλαβε και εκτελούσε όλες τις εργασίες για την οργάνωση και ομαλή λειτουργία της συζυγικής οικίας και προσέφερε όλες τις υπηρεσίες παρασκευής φαγητού, πλυσίματος και καθαριότητος για τα ανήλικα τέκνα και τον εναγόμενο.
Ανέλαβε επίσης όλες τις φροντίδες των δύο τέκνων τους, που αφορούσαν στην ανατροφή τους, την παρακολούθηση των μαθημάτων και της σχολικής προόδου τους, καθώς και την κοινωνική συναναστροφή και προσαρμογή τους στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι η ενάγουσα με τη διαρκή παρουσία της στην οικογένεια, με την υλική συμμετοχή, την ηθική στήριξη και συνδρομή του εναγομένου ανέλαβε όλες τις φροντίδες της οικογένειας αφού και ο εναγόμενος παρέμεινε απερίσπαστος στην άσκηση της εργασίας του, με πλήρη άνεση, χωρίς να συνεισφέρει στα θέματα της συζυγικής οικίας, της φροντίδας και ανατροφής των τέκνων κατά το μέρος που ήταν υπόχρεος, ως σύζυγος και πατέρας, λόγω της ανωτέρω επαγγελματικής του δραστηριότητας, στην οποία απασχολούνταν πάρα πολλές ώρες και ως εκ τούτου δεν είχε τον ανάλογο χρόνο να επιμεληθεί των ανωτέρω καθημερινών αναγκών που ήταν αυξημένες ιδιαίτερα κατά τα έτη που τα τέκνα τους ήταν ανήλικα.
Επομένως αποδείχθηκε ότι παρότι η ενάγουσα εργαζόταν, προσέφερε τις προσωπικές της υπηρεσίες, οι οποίες μάλιστα υπερέβαιναν κατά το χρονικό αυτό διάστημα την από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ υποχρέωσή της προς συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων, του συζύγου της και των δύο τέκνων τους και στο συζυγικό οίκο επί καθημερινής βάσεως, αφιερώνοντας εν γένει τις σωματικές και πνευματικές της δυνάμεις στην ομαλή λειτουργία του αλλά και την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των δύο τέκνων των διαδίκων.
Η ως άνω συνεισφορά αποτιμάται στο ποσό των 8.800 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 8-8-2006, ημερομηνία που γεννήθηκε το πρώτο τους τέκνο, έως τον Φεβρουάριο του έτους 2008 που γεννήθηκε το δεύτερο τέκνο τους, ήτοι (22 μήνες προς 400 ευρώ μηνιαίως = 8.180 ευρώ). Ακολούθως κατά το χρονικό διάστημα από και τον Μάρτιο του έτους 2008 έως τον Ιούλιο έτους 2011, οπότε διεκόπη η έγγαμη συμβίωσή τους, αυτή αποτιμάται στο ποσό των 24.000 ευρώ καθόσον την 18-2-2008 γεννήθηκε και το δεύτερο τέκνο τους ήτοι (40 μήνες Χ 600 ευρώ = 24.000).
Από το έτος 2011 και μετά δεν κρίνεται ότι η ενάγουσα υπερέβαινε το επιβαλλόμενο μέτρο της συνεισφοράς της όσον αφορά τις προσωπικές υπηρεσίες που παρείχε, διότι η έγγαμη συμβίωσή τους είχε πλέον διασπαστεί. Επομένως η συνεισφορά της με τον τρόπο αυτό στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου για το ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 32.800 ευρώ (8.800 ευρώ + 24.000 ευρώ = 32.800 ευρώ].
Συνεπώς και με βάση τα ανωτέρω συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου και με την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών της κατά το συνολικό ποσό των 32.800 ευρώ, το οποίο θα επιβάρυνε τον εναγόμενο. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ότι δεν υπήρχε καμία συνεισφορά της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου με την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών της, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας ως ουσία αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων γι' αυτό πρέπει, γενομένης δεκτής της εφέσεως ως βάσιμης κατ' ουσίαν και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες της τις διατάξεις, να κρατηθεί και δικαστεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστική βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 62.800 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συμβολή αυτής στην περιουσία του εναγόμενου με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα και δη ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου πέραν του 1/3 αυτής και επιπλέον η συμβολή της ενάγουσας δεν υπερέβη καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά τα άρθρα 1389, 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 62.800 ευρώ, ως συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού της συμβολής ή μη της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου με το εισόδημά της από την εργασία της και με την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, πέραν του αναλογούντος σ` αυτήν μέτρου, το οποίο ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενόψει της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου ότι δεν υπήρξε καμιά συμβολή της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ.
Ειδικότερα, Α) δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου κατά το ποσό των 30.000 ευρώ με τα εισοδήματά της από την εργασία της και κατά το ποσό των 32.800 ευρώ με την παροχή των περιγραφόμενων υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο και ότι τα ποσά αυτά υπερέβαιναν το μέτρο της εκπλήρωσης της υφιστάμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωσής της, χωρίς όμως να προσδιορίζει το ύψος των οικογενειακών αναγκών και των αντίστοιχων δαπανών, ώστε με βάση το σύνολο των οικογενειακών εισοδημάτων να μπορεί να προσδιορισθεί η υποχρέωση συμβολής καθενός των συζύγων σ' αυτές και δη η σχετική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς κατά το άνω μέρος την ένσταση του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να κριθεί, εάν η συνεισφορά από την ενάγουσα μέρους των εισοδημάτων της για τη φροντίδα του οικογενειακού οίκου και την ανατροφή των τέκνων τους και η παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών της ενάγουσας στο συζυγικό οίκο υπερέβαινε ή όχι το μέτρο που επιβάλλεται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, σε καταφατική δε περίπτωση, ποια η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, έστω και αν αυτή είναι μικρότερη από το 1/3.
Ειδικότερα, δέχεται το δικαστήριο της ουσίας 1) ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 7-8-2006 έως τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, τον Ιούλιο του έτους 2011, απέκτησε από την εργασία της το ποσό των 84.472,04 ευρώ (ενώ το ποσό αυτό ανερχόταν στην πραγματικότητα στο ποσό των 61.130,23 ευρώ), και ότι από το ποσό αυτό συνεισέφερε για τη φροντίδα του οικογενειακού οίκου και την ανατροφή των τέκνων τους το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο υπερέβαινε το μέτρο της εκπλήρωσης της υφιστάμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωσης και επομένως η συνεισφορά της με τον τρόπο αυτό στην επαύξηση της περιουσία του εναγόμενου για το ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 30.000 ευρώ, και 2) ότι η ενάγουσα κατά τα παραπάνω έτη συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες και με την παροχή της προσωπικής της εργασίας για την φροντίδα της συζυγικής οικίας, του εναγομένου και για τη φροντίδα και ανατροφή των δύο τέκνων τους, η οποία υπερέβαινε κατά το χρονικό αυτό διάστημα την από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ υποχρέωσή της προς συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων, του συζύγου της και των δύο τέκνων τους και στο συζυγικό οίκο επί καθημερινής βάσεως, η συνεισφορά της δε με τον τρόπο αυτό στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου για το ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 32.800 ευρώ, το οποίο θα επιβάρυνε τον εναγόμενο, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές α) καθόσον αφορά τη συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου με τα εισοδήματά της, για το σύνολο των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων, το ποσό που όφειλε να συνεισφέρει η ενάγουσα για την ικανοποίηση των αναγκών αυτών με τα εισοδήματα της από την περιουσία της και το ποσό που προσέφερε πράγματι αυτή από το άνω εισόδημά της για τις ανάγκες αυτές, περιοριζόμενη (η προσβαλλόμενη) στην παράθεση του συνολικού ποσού που απέκτησε η ενάγουσα από 7-8-2006 έως τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους τον Ιούλιο του έτους 2011, το οποίο μάλιστα εσφαλμένα αναβιβάζει στο ποσό των 84.472,04 ευρώ, από προφανή αριθμητική παραδρομή, αφού, με βάση τα άνω επί μέρους διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, το συνολικό αυτό ποσό για το άνω διάστημα, ήτοι από 7-8-2006 έως τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους τον Ιούλιο του έτους 2011, ανέρχεται σε 61.130,23 ευρώ και όχι στο ποσό των 84.472,04 ευρώ, ενόψει μάλιστα και της έτερης παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι μεγάλο μέρος των υπέρτερων εσόδων του εναγομένου καταναλώνονταν για τις ανάγκες της οικογένειας των διαδίκων, και β) καθόσον αφορά τη συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου με την παροχή της προσωπικής της εργασίας για την φροντίδα της συζυγικής οικίας, του εναγομένου και για τη φροντίδα και ανατροφή των δύο τέκνων τους, για την αποτίμηση του συνόλου των υπηρεσιών που απαιτούνταν για την ικανοποίηση των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων, την αποτίμηση των υπηρεσιών που όφειλε να προσφέρει η ενάγουσα για την ικανοποίηση των αναγκών αυτών και την αποτίμηση των υπηρεσιών που πράγματι προσέφερε για την ικανοποίηση των αναγκών αυτών, ενόψει μάλιστα και του ότι κατά τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης οι διάδικοι καθ' όλο το διάστημα της έγγαμης συμβίωσής τους απασχολούσαν οικιακές βοηθούς, έναντι αμοιβής.
Β) Στη συνέχεια, η προσβαλλομένη περιορίζεται στην παραδοχή ότι η ενάγουσα συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τα άνω ποσά, χωρίς να προκύπτει σαφώς ποια περιουσιακά στοιχεία συμπεριλαμβάνει στην τελική περιουσία του εναγομένου, ποια ήταν η αξία της και κατά ποιο ποσοστό συνεισέφερε σ' αυτήν η ενάγουσα.
Γ) Ενώ δέχεται ότι ο εναγόμενος απέκτησε το διαμέρισμα επί της οδου ... και προέβη στην ανακαίνιση αυτού αποκλειστικά με χρήματα από δάνειο που αυτός έλαβε από τον Δ. Κ. , απορρίπτοντας μάλιστα τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι συνεισέφερε στην απόκτηση του διαμερίσματος και την ανακαίνιση του με χρήματα που της δάνεισαν οι γονείς της, ακολούθως, κατά τρόπο αντιφατικό, δέχεται ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και ως προς το ανωτέρω διαμέρισμα.
Δ) ενώ περαιτέρω δέχεται α) ότι κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου των διαδίκων, ο εναγόμενος είχε διαθέσιμο εισόδημα που ανερχόταν στο ποσό των 277.628 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 50.000 ευρώ προερχόταν από δάνειο του πατέρα του Π. Μ. , από το άνω δε ποσό των 277.628 ευρώ, το ποσό των 229.850 ευρώ προήλθαν από το τίμημα πώλησης μετοχών του, εισηγμένων στο χρηματιστήριο, που πραγματοποίησε το ίδιο έτος, ήτοι έως τις 7-8-2006 καθώς και το έτος 2005 και στη συνέχεια, τα χρηματικά ποσά που προήλθαν από την άνω ρευστοποίηση των μετοχών του, ήτοι το συνολικό ποσό των 229.850 ευρώ, επενδύθηκαν εκ νέου το 2008, ενώ μαζί με τα ως άνω ποσά επένδυσε και το ποσό των 100.000 ευρώ, που είχε λάβει από τον πατέρα του, κατ' εντολή του και για δικό του λογαριασμό για την αγορά μετοχών της Eurobank, β) ότι από ρευστοποίηση μετοχών στις 14-7-2010 ο εναγόμενος παρέλαβε την υπ' αριθμ. ... -8 εισπραχθείσα τραπεζική επιταγή της ALHPA ΒΑΝΚ ποσού 98.331 ευρώ, εκδότης της οποίας ήταν η χρηματιστηριακή εταιρεία με την οποία o εναγόμενος συνεργαζόταν, και τα οποία κατατέθηκαν σε λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα και στις 12-4-2011 το συνολικό υπόλοιπο των λογαριασμών καταθέσεων ανέρχεται σε 173.135 ευρώ, και γ) ότι τα ετήσια εισοδήματα του εναγομένου υπερέβαιναν κατά μέσο όρο το ποσό των 30.000 ευρώ, παρ' όλα αυτά απέρριψε, όπως αναφέρθηκε, την ένσταση του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς, ενόψει μάλιστα και της προαναφερόμενης παραδοχής ότι το διαμέρισμα της οδού ...
αγοράστηκε από αυτόν με δάνειο, γιατί τα πιο πάνω εισοδήματα του εναγομένου δεν έδιναν σ' αυτόν τη δυνατότητα να καλύψει να καλύψει με αυτά τις δαπάνες απόκτησης των περιγραφόμενων περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να χρειαστεί τη συμβολή της ενάγουσας. Κατά συνέπεια, οι πρώτος, δεύτερος, έβδομος, όγδοος, δέκατος και ενδέκατος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος δεν κατέθεσε μεν προτάσεις, διατυπώνει όμως σχετικό αίτημα με το αναιρετήριο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 801/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο β' αρχαιότερος της Σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ