Legislator Case Law & Legislation
1258/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on commercial claim statute of limitations under Article 250 of Civil Code.

Case Number 1258/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a commercial dispute between a partnership and individuals. The appellants argued that the claim for unpaid invoices was time-barred, but the court found the partnership had acquired commercial status through its construction activities. Consequently, the court held the claim was subject to the five-year limitation period under Article 250 of the Civil Code, rendering the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 250(1) and 297-298 of the Civil Code; A commercial entity's status is determined by its business activities, subjecting its claims to the five-year limitation period rather than the general ten-year period.

Keywords

AI generated
commercial status statute of limitations Civil Code Article 250 partnership liability commercial claim

Cited Legislation

AI generated
Article 250(1) of the Civil Code
Articles 297-298 of the Civil Code
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1258 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1258/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π.. Π. Κ. Σ. Ο..Ε.. Ο. Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Π. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Σοφιαλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Ρ. του Γ., 2) Α. Ρ. του Γ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Φιλιππίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από10/9/1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 18/12/1998 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4467/1997 και 32472/1999 μη οριστικές και η 7107/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 732/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/3/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 40/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ'αριθμό 732/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, καθέναν εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους αναιρεσίβλητους ισομερώς, το ποσό των 59.957,12 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως, της οποίας η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού ορίσθηκε νέα δικάσιμος, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, με την υπ'αριθ.40/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιήθηκε με κλήση για τη συζήτηση στους αντίκλητους δικηγόρους των διαδίκων (άρθρο 307 παρ.1 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Η από τις διατάξεις των άρθρων 297 - 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 83/2002).

Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του. Αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1364/2013 ΑΠ 1221/ 2001).

Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.

Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων") και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους.

Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1064/2022, ΑΠ 1516/2018).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. και 471 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ιδίου κώδικα, σε περίπτωση αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, στην οποία καθένα από τα αντισυμβαλλόμενα μέρη τυγχάνει συγχρόνως δικαιούχο απαιτήσεως και υποκείμενο υποχρεώσεως, η μεταβίβαση της όλης ενοχικής σχέσης επιβάλλεται να γίνει με το συνδυασμό εκχωρήσεως και αναδοχής χρέους.

Ειδικότερα στη σύμβαση της μίσθωσης έργου (ΑΚ 681 επ.) η μετά τη σύμβαση μεταβίβαση σε τρίτον του ακινήτου, επί του οποίου εκτελείται το έργο της ανέγερσης οικοδομής δεν μεταβάλλει, ούτε επηρεάζει τον υφιστάμενο ενοχικό δεσμό μεταξύ του αρχικού εργοδότη και του εργολάβου και συνεπώς δεν γεννά δικαιώματα ή υποχρεώσεις από τη σύμβαση για τον νέο κύριο εξαιτίας της σχετικότητας του ενοχικού δεσμού.

Για την υπεισέλευση του νέου κυρίου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση της μίσθωσης έργου μεταξύ παλαιού κυρίου και εργολάβου απαιτείται η σύναψη τριμερούς συμβάσεως μεταξύ των αρχικά συμβαλλομένων και του νεοεισερχομένου στη συμβατική σχέση με το άνω περιεχόμενο, οπότε η ενοχική σχέση με την ενεργητική της μεν μορφή μεταβιβάζεται με την εκχώρηση, ενώ με την παθητική της μορφή με την αναδοχή χρέους (ΑΠ 1369/1993, ΑΠ 634/1981).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα, αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1445/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η μη εμπρόθεσμη παράδοση του ξενοδοχείου εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας είχε ως συνέπεια οι αναιρεσίβλητοι να απωλέσουν τα έσοδα εκείνα, τα οποία με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαιναν από την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου τους, εφόσον αυτό είχε παραδοθεί κατά τις συμφωνημένες ημερομηνίες, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι οι αναιρεσίβλητοι ουδεμία αποθετική ζημία υπέστησαν, διότι είχαν αποξενωθεί από το ξενοδοχείο, έχοντας εισφέρει την κυριότητα αυτού και την επιχειρηματική δραστηριότητα της λειτουργίας του, στη συσταθείσα εκ μέρους τους ανώνυμη εταιρεία.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: << Με το υπ'αριθ. … προσύμφωνο συμβολαίου μεταβίβασης ιδανικών μεριδίων οικοπέδου και σύμβαση εργολαβίας ο δεύτερος των εναγομένων εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει και κατασκευάσει με δικές του δαπάνες, με το σύστημα της αντιπαροχής, τα πιο κάτω περιγραφόμενα ακίνητα επί των δύο οικοπέδων και του αγρού συγκυριότητας των εναγόντων, που βρίσκονται στη Σ.

Κ. Χ... Από τα ακίνητα που θα ανεγείροντο οι ενάγοντες θα ελάμβαναν, ως αντάλλαγμα για την απ'αυτούς προς τον εργολάβο μεταβίβαση των 900/1000 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων τους, την ξενοδοχειακή μονάδα Β' τάξης καθώς και δύο διαμερίσματα που θα ανεγείροντο στο οικόπεδο των 6.485,82 τμ.... Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που ο εργολάβος δεν θα είχε αποπερατώσει και παραδώσει στους οικοπεδούχους εντός των συμφωνηθεισών προθεσμιών το ξενοδοχειακό συγκρότημα, υποχρεούτο να τους καταβάλει το ποσό των 3.000 δρχ.

ημερησίως για κάθε δωμάτιο αυτού και για χρονικό διάστημα έξι μηνών, λόγω συμφωνημένης ποινικής ρήτρας και αναπόδεικτης ζημίας. Επιπρόσθετα συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες θα διατηρούσαν ακέραια τα δικαιώματά τους να αξιώσουν από τον εργολάβο αποζημίωση για κάθε ζημία τους που θα προερχόταν από την παράβαση των όρων της εργολαβικής σύμβασης ή αθέτηση οποιασδήποτε υποχρέωσης εκ μέρους του τελευταίου που θα απέρρεε από το εργολαβικό συμβόλαιο ή από τη συγγραφή υποχρεώσεων, όπως και να αξιώσουν την αποκατάσταση κάθε άλλης θετικής και αποθετικής τους ζημίας. ...Με την υπ'αριθ.

…1991 συμβ/φική πράξη τροποποιήθηκε το αρχικό εργολαβικό συμβόλαιο και υπεισήλθε η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία ως εργολάβος στη θέση του δευτέρου εναγομένου. Η εργολάβος εταιρεία τελικώς δεν παρέδωσε μέσα στην συμφωνηθείσα προθεσμία των 18 μηνών, ήτοι μέχρι τις 11-6-1992, την κεντρική μονάδα του ξενοδοχείου, μια πτέρυγα 16 δωματίων, το συγκρότημα του βιολογικού καθαρισμού και την πισίνα, αλλά ούτε μέσα σε προθεσμία 28 μηνών παρέδωσε πλήρως το υπόλοιπο ξενοδοχειακό συγκρότημα με τους κοινόχρηστους χώρους, καθώς επίσης και τα δύο διαμερίσματα.....

Από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα νέα συμφωνία, τροποποιητική της αρχικής, με την οποία μετέθεσαν το χρόνο παράδοσης του όλου έργου τον Ιούνιο του 1993.... Εφόσον, οι εργασίες εκτελούντο με βραδύ ρυθμό, με πρόθεση των εναγομένων να παραδώσουν το έργο στο τέλος του1993, οι ενάγοντες δεν είχαν τη δυνατότητα να προβούν στις σχετικές ενέργειες, ούτως ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει η ξενοδοχειακή μονάδα.

Τούτο είχε ως συνέπεια αυτοί να απωλέσουν τα έσοδα εκείνα, τα οποία με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαιναν από την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου τους, εφόσον αυτό είχε παραδοθεί κατά τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες. Ειδικότερα αυτοί θα είχαν τη δυνατότητα να προβούν στην εκμίσθωση των 16 δωματίων, τα οποία έπρεπε να παραδοθούν μέχρι 11-6-1992, κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, αντί του ποσού των 10.000 δρχ.

ημερησίως και κατά το μήνα Σεπτέμβριο αντί του ποσού των 8.000 δρχ. ημερησίως.

Συνεπώς για τις 62 ημέρες των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου του 1992 θα εισέπρατταν το συνολικό ποσό των 6.944.000 δρχ. και για τις 30 ημέρες του Σεπτεμβρίου θα εισέπρατταν το συνολικό ποσό των 1.920.000 δρχ. και συνολικά 8.864.000 δρχ....Η μη εμπρόθεσμη παράδοση των 40 δωματίων μέχρι τις 11-4-1993 ομοίως επέφερε στους ενάγοντες την απώλεια εσόδων, τα οποία με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαιναν. Ειδικότερα αυτοί θα μπορούσαν να εκμισθώσουν αυτά από 1-5-1993 έως 31-7-1993 αντί του ποσού των 8.000 δρχ. ημερησίως για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και 10.000 δρχ. για τον μήνα Ιούλιο.

Συνεπώς θα εισέπρατταν για τις 31 ημέρες του Μαΐου 3.968.000 δρχ., για τις 30 ημέρες του Ιουνίου 4.800.000 δρχ. και για τον μήνα Ιούλιο 8.680.000 δρχ. και συνολικά για το ως άνω διάστημα θα εισέπρατταν το ποσό των 17.448.000 δρχ.... Με βάση τα προεκτεθέντα οι ενάγοντες απώλεσαν συνολικά έσοδα, τα οποία με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαιναν από την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου τους, ύψους 18.418.400 δρχ., ήδη 54.052,50 ευρώ.

Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι οι ενάγοντες δεν υπέστησαν καμία ζημία καθόσον είχαν εισφέρει την κυριότητα του ξενοδοχείου στη συσταθείσα από αυτούς ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία < Τ. Ξ. Κ. Α. >, η οποία και θα εκμεταλλευόταν την επιχείρηση, είναι απορριπτέος, καθόσον με τη μεταβίβαση του ακινήτου στο νομικό πρόσωπο δεν μεταβλήθηκε ο υφιστάμενος ενοχικός δεσμός μεταξύ των εναγόντων-εργοδοτών και της πρώτης εναγομένης-εργολάβου εταιρείας και συνεπώς το νομικό πρόσωπο δεν απέκτησε δικαιώματα ή υποχρεώσεις από τη σύμβαση εξαιτίας της σχετικότητας του ενοχικού δεσμού.

Για την υπεισέλευση του νέου κυρίου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση της μίσθωσης έργου μεταξύ παλαιού κυρίου και εργολάβου απαιτούνταν η σύναψη τριμερούς σύμβασης μεταξύ των αρχικά συμβαλλομένων και του νεοεισερχομένου στη συμβατική σχέση με το άνω περιεχόμενο, οπότε η ενοχική σχέση με την ενεργητική της μεν μορφή έπρεπε να μεταβιβασθεί με την εκχώρηση, ενώ με την παθητική της με την αναδοχή χρέους >>.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η μετά τη σύμβαση εργολαβίας, που καταρτίστηκε μεταξύ του δευτέρου των αναιρεσειόντων-εργολάβου και των αναιρεσιβλήτων-εργοδοτών, μεταβίβαση της κυριότητας του αγρού, επί του οποίου ανεγειρόταν το ξενοδοχειακό συγκρότημα, στην ανώνυμη εταιρεία <Τ.

Ξ. Κ. Α.>, δεν μετέβαλε ούτε επηρέασε τον υφιστάμενο ενοχικό δεσμό μεταξύ του εργολάβου και των εργοδοτών και συνεπώς οι αναιρεσίβλητοι-εργοδότες δικαιούνται με βάση τη σύμβαση εργολαβίας να ζητήσουν από τον εργολάβο ως αποζημίωση για τη μη εμπρόθεσμη παράδοση σ'αυτούς του ξενοδοχείου τα απωλεσθέντα έσοδα, τα οποία με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαιναν από την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου.

Αντίθετα η ως άνω ανώνυμη εταιρεία, νέα κυρία του ακινήτου, δεν δικαιούται με βάση την εργολαβική σύμβαση να ζητήσει διαφυγόντα κέρδη από τη μη εμπρόθεσμη παράδοση του ξενοδοχείου, αφού, στην προκείμενη περίπτωση, δεν έλαβε χώρα η σύναψη σχετικής συμβάσεως μεταξύ των αρχικά συμβαλλομένων και της ανώνυμης εταιρείας, με την οποία να μεταβιβασθεί στην τελευταία με εκχώρηση η ενοχική σχέση.

Επομένως, ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 2086/2017).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία δεν είναι νοητή η συνδρομή αποθετικής ζημίας από τη μη εκμετάλλευση ξενοδοχείου, σε πρόσωπο που μόνο του, πριν από τον κρίσιμο χρόνο επελεύσεως της ζημίας, έχει αποξενωθεί οικειοθελώς από το ξενοδοχείο, εισφέροντάς το ως ακίνητο και ως επιχείρηση στο νομικό πρόσωπο ανώνυμης εταιρείας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ανωτέρω επικαλούμενο, ως τέτοιο, από τους αναιρεσείοντες, αφού δεν είναι αρχή για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγεται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα, την οποία το δικαστήριο χρησιμοποιεί για να ανεύρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ'αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι είναι αντιφατική η παραδοχή της απώλειας κερδών από τη μη εκμετάλλευση ξενοδοχείου, όταν το ξενοδοχείο αυτό δεν ανήκει ούτε ως ακίνητο ούτε ως επιχείρηση στο πρόσωπο που εγείρει την αξίωση για το διαφυγόν κέρδος.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας και δεν εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 250 περ.1 του ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων, οι οποίες αφορούν το αντίτιμο για τα εμπορεύματα που μεταβίβασαν (ΑΠ Ολ 842/1977) ή το αντάλλαγμα για την εκτέλεση εργασιών και την επιμέλεια ξένων υποθέσεων, καθώς και τις δαπάνες που έκαναν (ΑΠ 617/1976). Από αυτή τη διάταξη προκύπτει, ότι οι αξιώσεις του εργολάβου κατά του εργοδότη από τη σύμβαση έργου παραγράφονται σε πέντε χρόνια αν αυτός έχει την ιδιότητα του εμπόρου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΕμπΝ, το φυσικό πρόσωπο αποκτά την εμπορική ιδιότητα κυρίως κατά το υποκειμενικό σύστημα, δηλαδή όταν ενεργεί κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις, μεταξύ των οποίων ο νόμος (άρθρο 2 του β.δ. της 2/14.5.1835 "περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων) θεωρεί και κάθε επιχείρηση χειροτεχνίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η ανάληψη της ανεγέρσεως οικοδομών επί αλλότριων οικοπέδων και αν ακόμη τα υλικά τα παρέχει ο ιδιοκτήτης, αφού ο αναλαμβάνων αυτήν χρησιμοποιεί την εργασία άλλων (ΑΠ 651/1985).

Κατά συνέπειαν, ο εργολάβος είναι έμπορος αν από σύνηθες επάγγελμα ανεγείρει οικοδομές σε ξένα οικόπεδα, η ανέγερση των οποίων μπορεί να γίνει μόνο με την χρησιμοποίηση εργατοτεχνικού προσωπικού (ΑΠ 1949/2013, ΑΠ 1282/1979). Η ομόρρυθμη δε εταιρεία είναι εμπορική κατά το ουσιαστικό σύστημα, εφόσον ενεργεί πράξεις εμπορικές κατά σύνηθες επάγγελμα, δηλ.

αν ο σκοπός της είναι η ενέργεια εμπορικών πράξεων.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 250 περ.1 ΑΚ, δεχόμενο ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων έχει την εμπορική ιδιότητα, η ένδικη αξίωσή της είναι εμπορική και έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλουθα: << Όπως αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από το από …1991 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας το αντικείμενο της δραστηριότητάς της είναι η ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής και των εναγομένων έλαβε χώρα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, τα τιμολόγια αγοράς κάποιων υλικών που θα χρησιμοποιούσε η ενάγουσα για την ανέγερση της οικοδομής στα ακίνητα της κυριότητας των εναγομένων, να εκδίδονται στο όνομα της ανώνυμης εταιρείας που είχαν συστήσει οι τελευταίοι και όχι στο όνομα της πραγματικής αγοράστριας που ήταν η ενάγουσα.

Αντίστοιχα οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να της καταβάλουν στη συνέχεια τον αναλογούντα επί των εκδιδομένων τιμολογίων ΦΠΑ. Με την επωνυμία της ως άνω ανώνυμης εταιρείας εκδόθηκαν τα πιο κάτω αναφερόμενα τιμολόγια....., συνολικού ποσού, μετά του ΦΠΑ, 13.998.842 δρχ. Η ενάγουσα έχει την εμπορική ιδιότητα ως έχουσα την προαναφερόμενη ασχολία γεγονός που καθιστά αυτοθρόως εμπορική την ένδικη αξίωσή της κατά το υποκειμενικό σύστημα.

Συνεπώς, εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 250 περ.1 ΑΚ, ποσό 1.870.891 δρχ. έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, καθώς από την έκδοση των ως άνω τιμολογίων (έτη 1991 και 1992) έως την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στους εναγομένους, ήτοι έως και τις 29-12-1998 έχει παρέλθει ο ως άνω χρόνος>>. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 περ.1 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η πρώτη των αναιρεσειόντων ομόρρυθμη εταιρεία που έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητάς της την ανέγερση οικοδομών επί αλλότριων οικοπέδων με το σύστημα της αντιπαροχής, με τη χρησιμοποίηση εργατοτεχνικού προσωπικού, έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα, με συνέπεια η ένδικη αξίωσή της από τα τιμολόγια αγοράς των υλικών, που θα χρησιμοποιούσε για την ανέγερση της οικοδομής των αναιρεσιβλήτων, να είναι εμπορική και να υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.1 ΑΚ. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106,176,183,189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 732/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ