Legislator Case Law & Legislation
1258/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in insurance fraud case, upholding lower court's finding of intentional theft.

Case Number 1258/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding an insurance claim for stolen goods. The appellant argued against the insurer's liability, while the insurer contended that the theft was intentional and organized rather than accidental. The court ruled that the evidence proved the thieves targeted the business with a sophisticated plan, thereby validating the lower court's finding of intentional damage and rejecting the appeal as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's assessment of evidence regarding intentional damage is supported by facts showing a targeted, organized criminal scheme rather than random occurrence.

Keywords

AI generated
insurance liability intentional damage organized theft appeal dismissal evidence assessment civil procedure damages calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1258 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1258/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος - εφεσιβλήτου: ..., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Ρουμελιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της καθ' ής η κλήση - εκκαλούσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...." , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Αλεξίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2007 αγωγή του ήδη καλούντος - εφεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40988/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 461/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη καλών - εφεσίβλητος με την από 1/8/2012 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1953/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 461/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2332/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου ο καλών - εφεσίβλητος με την από 4/5/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 930/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2332/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη καλών - εφεσίβλητος με την από 4/11/2019 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 4-11-2019 κλήση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου κατά της εναγομένης-εκκαλούσας νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η από 27-3-2009 (1357/2-4-2009) έφεση της εναγομένης κατά της 40988/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά την αναίρεση της επ' αυτής (έφεσης) εκδοθείσας 2332/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την 930/2019 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (δεύτερη για την ίδια υπόθεση).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, με την από 20-3-2007 (15226/29-3-2007) αγωγή του, εξέθετε ότι, δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως που κατήρτισε με την εναγομένη, η τελευταία ανέλαβε την ασφάλιση του περιεχομένου του καταστήματος εμπορίας οινοπνευματωδών ποτών, που διατηρεί στην Περαία Θεσσαλονίκης, μεταξύ άλλων και για τον κίνδυνο κλοπής, για το χρονικό διάστημα από 31-1-2004 μέχρι τις 30-4-2004, υπό την προϋπόθεση εγκατάστασης συστήματος συναγερμού, κατά τις ώρες και ημέρες μη λειτουργίας του, όρο, με τον οποίο αυτός συμμορφώθηκε.

Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις 11-4-2004 και ώρα 23.00' μέχρι τις 13-4-2004 και ώρα 8.30', κατά το οποίο το κατάστημα ήταν κλειστό, λόγω των εορτών του Πάσχα, άγνωστοι δράστες, αφού απενεργοποίησαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, τη σειρήνα του συναγερμού και έκοψαν το καλώδιο του ΟΤΕ, εισήλθαν λάθρα στον υπόγειο χώρο της ως άνω επιχείρησής του και αφαίρεσαν τα στο δικόγραφο αναφερόμενα εμπορεύματα, συσκευασμένα σε χαρτοκιβώτια, συνολικής αξίας 151.895,45 ευρώ.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό καθώς και τα ποσά των 583 ευρώ και 150 ευρώ, που κατέβαλε για την αποκατάσταση των ζημιών, που υπέστη από τη διάρρηξη. Επί της αγωγής αυτής, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την 40988/2008 απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμα τα κονδύλια των 583 και 150 ευρώ, δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 144.198,68 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 7-8-2005 μέχρις εξοφλήσεως.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 27-3-2009 (1357/2-4-2009) έφεση. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 461/2012 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλει στον ενάγοντα-εφεσίβλητο το ποσό των 93.729,14 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 7-8-2005 μέχρις εξοφλήσεως.

Με την από 1-8-2012 αίτησή του, ο ενάγων-εφεσίβλητος ζήτησε την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 1953/2013 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν όλω η ανωτέρω (461/2012) τελεσίδικη απόφαση, για το λόγο ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο Θεσσαλονίκης παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 7 παρ. 7, 11 και 16 παρ. 1 και 2 του ν. 3496/1997, ως προς το ποσό της ζημίας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, που καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση, λόγω επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα και συγκεκριμένα, για το ότι "...ενώ δέχεται ότι από τον υπόγειο χώρο του καταστήματος του αναιρεσείοντος...

κλάπηκαν από άγνωστους δράστες 20.973 φιάλες αλκοολούχων ποτών..., συνολικής αξίας 151.788,08 ευρώ, οι οποίες ήταν συσκευασμένες σε 1500 κιβώτια περίπου, ότι στον υπόγειο αυτό χώρο... υπήρχε δυνατότητα αποθήκευσης 2.450 και πλέον τέτοιων κιβωτίων, σε τρόπον ώστε να είναι εφικτή η εναποθήκευση των κλαπέντων με αυτά που ήδη ανευρέθησαν, ότι ο αναιρεσείων αποθήκευε σε άλλη αποθήκη που διατηρούσε πλησίον του καταστήματός του, που δεν ήταν ασφαλισμένη, μόνο άδειες φιάλες, αναψυκτικά και διάφορα άλλα μικρής αξίας αντικείμενα και μόνον κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, λόγω της μεγάλης κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών, εφόσον δεν επαρκούσε για την αποθήκευσή τους ο ασφαλισμένος χώρος της υπόγειας αποθήκης, αποθήκευε σ' αυτήν τέτοια ποτά, γεγονός όμως που δεν συνέβαινε και εν προκειμένω, εν τούτοις δέχεται ακολούθως, τελείως αντιφατικά, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περιπτώσεως (κλοπής), είχε αποθηκεύσει στην μη ασφαλισμένη αποθήκη 300 χαρτοκιβώτια αλκοολούχων ποτών, την συνολική αξία των οποίων εκτιμά στο 20% της αξίας των κλαπέντων εμπορευμάτων, χωρίς καμία εξειδίκευση του είδους, της ποιότητας και της μερικής αξίας κάθε φιάλης και χωρίς καμία αιτιολογία του λόγου, για τον οποίο είχαν αποθηκευτεί στην ανασφάλιστη αποθήκη τα άνω χαρτοκιβώτια, ενόψει της παραδοχής του ότι υπήρχε επαρκής χώρος για την αποθήκευση κι αυτών στην ασφαλισμένη αποθήκη.

Παράλληλα, δέχεται το Εφετείο ότι η αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων... εξήχθη, με βάση την καταμέτρηση των φιαλών οινοπνευματωδών ποτών που βρέθηκαν στο κατάστημα του αναιρεσείοντος στις 13-4-2004, ήτοι αμέσως μετά την κλοπή, εν συνεχεία δε αφαίρεσαν τον αριθμό αυτών των φιαλών από τα αποθέματα που διέθετε η επιχείρηση στις 10-13/4/2004, με βάση το βιβλίο αποθήκης που τηρούσε, για τον υπολογισμό των οποίων έλαβαν υπόψη την επίσημη απογραφή εμπορευμάτων, που είχε διενεργηθεί από τον αναιρεσείοντα στις 31-12-2003 και τις αγορές και πωλήσεις που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως την ημέρα της κλοπής, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διάθεση με λιανικές πωλήσεις, για τις οποίες εκδίδετο απόδειξη μέσω ταμειακής μηχανής, ακολούθως, χωρίς καμία αιτιολογία, αναβιβάζει την αξία των τελευταίων αυτών πωλήσεων σε ποσοστό 15% της αξίας των μη ανευρεθέντων φιαλών ούτε αναφορά του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας και της αξίας κάθε φιάλης εξ αυτών που είχαν πωληθεί λιανικώς, το ποσοστό δε αυτό αφαιρεί από την αξία των μη ανευρεθεισών κατά την αυτοψία που έγινε μετά την κλοπή φιαλών, όπως και την εκ ποσοστού 20% αξία των φιαλών που δέχεται ότι είχαν αποθηκευθεί στη μη ασφαλισμένη αποθήκη, δηλαδή, αφαιρεί ποσοστό 35% (πέραν της συμφωνηθείσης απαλλαγής του 5% από τη συνολική ζημία με το ασφαλιστήριο), καταλήγοντας έτσι με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ότι η αποζημιωτέα ζημία του αναιρεσείοντος λόγω επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου ανέρχεται στο ποσό των... 98.662,25 ευρώ και μετά την αφαίρεση και του συμφωνηθέντος ποσοστού 5%...

σε 93.729,14 ευρώ...". Με τη 1080/27-3-2014 κλήση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου επαναφέρθηκε προς κρίση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης η ανωτέρω έφεση της εναγομένης. Το ως άνω Δικαστήριο εξέδωσε τη 2332/2015 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση της εναγομένης, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 96.200 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 7-8-2005 μέχρις εξοφλήσεως.

Ακολούθως, ο ενάγων-εφεσίβλητος, με την από 4-5-2016 αίτησή του ζήτησε την αναίρεση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης. Το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Δικαστηρίου τούτου, με την 930/2019 απόφασή του, αναίρεσε την ως άνω προσβαλλόμενη (2332/2015) απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προσάπτοντας σ' αυτήν την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ενώ κρίθηκε ότι παρείλκε η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.

Συγκεκριμένα, με την εν λόγω αναιρετική απόφαση έγινε δεκτό, επί λέξει, ότι "Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 7 παρ. 7, 11 και 16 παρ. 1 και 2 του ν. 2496/1996, ως προς το ποσόν της ζημίας του αναιρεσείοντος που καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση λόγω επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου (κλοπή), στερώντας έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ίδιο ως άνω κρίσιμο ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι μετά την κλοπή ευρέθησαν και καταμετρήθηκαν στον υπόγειο χώρο του καταστήματος του αναιρεσείοντος, που ήταν ασφαλισμένος στην αναιρεσίβλητη και για τον κίνδυνο της κλοπής, φιάλες αλκοολούχων ποτών που δεν εκλάπησαν, δεν εκθέτει τον αριθμό αυτών, ουδέ εκθέτει τον αριθμό των χαρτοκιβωτίων, στα οποία αυτές περιέχονται, έστω και κατά τον ως άνω υπολογισμό στον οποίο προβαίνει, λαμβανομένου δε υπόψη ότι δέχεται ότι σε κάθε χαρτοκιβώτιο περιείχε , κατά μέσον όρο, 14 φιάλες.

Επίσης δεν εκθέτει αν οι περιεχόμενες στα 750 χαρτοκιβώτια 10.500 φιάλες, που επίσης κατά τις παραδοχές της δεν εκλάπησαν, συμφωνούν κατ' αριθμό με τις ευρεθείσες, μετά την κλοπή, στην εν λόγω αποθήκη του αναιρεσείοντος, ώστε έτσι να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ζημίας του τελευταίου (αναιρεσείοντος) δια του προσδιορισμού του πραγματικού αριθμού των κλαπεισών φιαλών σε συνάρτηση με τον αριθμό των πράγματι ευρεθεισών.

Περαιτέρω, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι το εν λόγω υπόγειο της επιχειρήσεως του αναιρεσείοντος, ως εκ της διαρρυθμίσεώς του, είχε αποθηκευτική ικανότητα 1.960 χαρτοκιβωτίων, κατά τον χρόνο της κλοπής τα πραγματικά αποθέματα της επιχειρήσεως του αναιρεσείοντος στον χώρο αυτόν, ανήρχοντο σε 1.750 χαρτοκιβώτια, διότι τα εξ αυτών (1.960 χαρτοκιβωτίων) λοιπά 210 χαρτοκιβώτια είχε, όπως εκτίμησε (το Εφετείο), διαθέσει ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 10-4-2004, με λιανικές πωλήσεις, για τις οποίες είτε εξέδιδε αποδείξεις από την ταμειακή μηχανή του, που όμως δεν περιελάμβαναν την αναγραφή του είδους και του κωδικού του πωλούμενου εμπορεύματος, είτε δεν εξέδιδε καθόλου, ως και ότι (δέχεται ότι) τις λιανικές αυτές πωλήσεις ούτε ο αναιρεσείων ούτε οι πραγματογνώμονες μπόρεσαν να αφαιρέσουν από τα αποθεματικά της επιχειρήσεως, διότι δεν καταχωρούντο στον υπολογιστή και στο ανεπισήμως τηρούμενο βιβλίο αποθήκης, ακολούθως, χωρίς καμία δικαιολογία, ως προς τον προσδιορισμό του αριθμού των διατεθέντων στην λιανική πώληση χαρτοκιβωτίων στον ως άνω αριθμό 210, ούτε με αναφορά του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας και της αξίας κάθε φιάλης, εκ των χαρτοκιβωτίων αυτών, που είχαν πωληθεί, αφαιρεί και την αξία των, ανερχομένων στον αριθμό 2.940 φιαλών των χαρτοκιβωτίων αυτών, από την αξία των, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος κλαπεισών και μη ανευρεθεισών κατά την αυτοψία που έγινε μετά την κλοπή φιαλών, καταλήγοντας έτσι σε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η αποζημιωτέα ζημία του αναιρεσείοντος λόγω επελεύσεως του ασφαλιζόμενου κινδύνου, ανέρχεται στο ποσό των 96.200 ευρώ, ποσό το οποίο επεδίκασε στον αναιρεσείοντα.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, από το άρθρου 559 αριθ. κατ' εκτίμηση μόνο 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων".

Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.

Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ. 2 του άρθρου 581 του αυτού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' του Κ.Πολ.Δ.", προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης, στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά, στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις και αφού, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (Α.Π. 28/2020, Α.Π. 84/2017, Α.Π. 894/2015, Α.Π. 2225/2014).

Στο άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται σ' αυτήν" και στο άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση...".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 1150/2017, Α.Π. 304/2016). Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της (Ολ.Α.Π. 27/2007, Α.Π. 359/2017, Α.Π. 84/2017).

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε, μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται. Η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης ή εκείνα, ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης (Α.Π. 1282/2018, Α.Π. 634/2016).

Ως προς τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Στην αντίθετη περίπτωση, παραβιάζεται το δεδικασμένο της απόφασης αυτής, κατά τη θετική του λειτουργία (Α.Π. 644/2017, Α.Π. 503/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 2332/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Eνόψει, λοιπόν, του ότι με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή τυπικά, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, η από 27-3-2009 (1357/2-4-2009) έφεση της εναγομένης κατά της 40998/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο αυτό της παραπομπής πρέπει να ερευνήσει το νόμω και ουσία βάσιμο των λόγων της υπό κρίση έφεση της εναγομένης κατά της 40988/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 1, 2 εδ. α` και β` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (Ειρηνοδικείων, Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη, τόσον τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.

β` του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, υπό τις άνω προϋποθέσεις, στην τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτά και λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα για οποιοδήποτε λόγο και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά έγγραφα ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα.

Δεν λαμβάνονται υπόψη, μόνο, τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. γ` του Κ.Πολ.Δ). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο, για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 του Κ.Πολ.Δ) και να είναι γνήσιο.

Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο, για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή, για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, ιδιωτικά έγγραφα, χωρίς υπογραφή δεν έχουν, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 του Κ.Πολ.Δ.

Δεν παύουν, όμως, να έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά των εγγράφων και είναι υποστατά ως έγγραφα. Αποτελούν αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β` του Κ.Πολ.Δ., λαμβάνονται δε υπόψη και συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, στην τακτική διαδικασία, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβασή της δίκης ισχυρισμού (Α.Π. 218/2020, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 1349/2018, Α.Π. 1138/2018, Α.Π. 29/2018).

Συνακόλουθα, οι αιτιάσεις της εναγόμενης-εκκαλούσας, όπως διατυπώνονται στον πρώτο λόγο της έφεσής της, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, δύο (2) πρόχειρα σκαριφήματα του υπογείου χώρου της επιχείρησης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε, τα οποία δεν φέρουν το όνομα του συντάκτη τους και είναι ανυπόγραφα, είναι αβάσιμες.

Aπό τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα εξής: Ο ενάγων-εφεσίβλητος διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας εμφιαλωμένων οινοπνευματωδών ποτών (κάβα), με το διακριτικό τίτλο "...", δυνάμει της 42/8-9-2003 άδειας λειτουργίας του Δήμου Θερμαϊκού.

Η επιχείρηση αυτή στεγάζεται σε κατάστημα, ευρισκόμενο στην Περαία Θεσσαλονίκης, επί της ..., το οποίο αποτελείται από τον ισόγειο χώρο, εμβαδού 70 τ.μ., το εσωτερικό πατάρι, εμβαδού 60 τ.μ. και τον υπόγειο χώρο, εμβαδού 70 τ.μ., που επικοινωνούν μεταξύ τους με κλίμακα και ανελκυστήρα. Στο ισόγειο χώρο λειτουργεί το κυρίως κατάστημα, ενώ το πατάρι και το υπόγειο χρησιμοποιούνται ως αποθηκευτικοί χώροι της επιχείρησης.

Το υπόγειο του καταστήματος διαιρείται σε δύο επιμέρους χώρους, διαστάσεων, ο ένας 7,30 χ 5,00 μ. (ήτοι εμβαδού 36,5 τ.μ.) και ο έτερος 6,70 χ 5,10 μ. (ήτοι εμβαδού 34,17 τ.μ.), που επικοινωνούν μεταξύ τους με άνοιγμα, διαχωρίζεται δε με τουβλόκτιση μεσοτοιχία από το υπόλοιπο υπόγειο της οικοδομής, το οποίο χρησιμοποιείται από τον εργολάβο, που κατασκεύασε την επί της ...

οικοδομή, Α. Κ., που διαθέτει έξοδο, παραπλεύρως αυτής. Η έξοδος αυτή κλείνει με μεγάλη γκαραζόπορτα, βρίσκεται δε στη βάση ράμπας, η οποία φθάνει μέχρι την οδό Ιωνίας. Μεταξύ του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και της εναγομένης-εκκαλούσας, ασφαλιστικής εταιρείας, με την αρχική επωνυμία "...", η οποία τροποποιήθηκε, με την Κ3-10514/26-10-2007 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης σε "...", καταρτίστηκε, δυνάμει του ...

ασφαλιστηρίου, η ... σύμβαση ασφαλίσεως, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την ασφάλιση του περιεχομένου της επιχείρησης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, μεταξύ άλλων και κατά του κινδύνου κλοπής, διαρρήξεως ή αναρριχήσεως, για το χρονικό διάστημα από 30-1-2004 μέχρι τις 30-4-2004 και μέχρι του ποσού των 217.413 ευρώ, με την υποχρέωση όπως, εκτός των άλλων, αυτός θέσει σε πλήρη λειτουργία όλα τα μέτρα ασφαλείας και συστήματα συναγερμού, όλες τις ώρες και ημέρες, κατά τις οποίες ο χώρος αυτός θα παρέμενε κλειστός.

Η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση καταρτίστηκε σε συνέχεια προηγούμενης παρόμοιας σύμβασης, η οποία είχε καταρτιστεί, δυνάμει του 140131/3 ασφαλιστηρίου και είχε λήξει, λόγω παρέλευσης του συμφωνηθέντος χρόνου (30-10-2003 μέχρι τις 30-1-2004). Συμμορφωθείς με τον ως άνω συμβατικό όρο, ο ενάγων-εφεσίβλητος συμβλήθηκε, δυνάμει του από 9-1-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, με την εταιρεία "...", η οποία ανέλαβε, αντί 25 ευρώ μηνιαίως, την 24ωρη παρακολούθηση της επιχείρησής του από το κέντρο λήψης σημάτων, την ειδοποίηση των αρμοδίων σε περίπτωση σήματος παραβίασης και την άμεση επέμβαση, μετά από λήψη σήματος παραβίασης.

Επισημαίνεται ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος διατηρούσε και άλλον αποθηκευτικό χώρο, πλησίον της ως άνω οικοδομής, ο οποίος, όμως, δεν ήταν ασφαλισμένος στην εναγομένη-εκκαλούσα ή άλλη ασφαλιστική εταιρεία ούτε φυλασσόταν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Στο χώρο αυτό δε εναπέθετε, αποκλειστικά και μόνον αντικείμενα περιορισμένης αξίας, όπως άδεια μπουκάλια, αναψυκτικά και ανταλλακτικά του αυτοκινήτου του.

Κατά το χρονικό διάστημα από τις 11-4-2004 (Κυριακή του Πάσχα) και ώρα 23.00', οπότε ο ενάγων-εφεσίβλητος έκλεισε και ασφάλισε το κατάστημά του, έθεσε δε σε λειτουργία το σύστημα συναγερμού, μέχρι τις 13-4-2004 (Τρίτη της Διακαινησίμου) και ώρα 8.30', σε χρόνο που δεν έχει προσδιοριστεί, άγνωστοι δράστες, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι η επιχείρηση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου δεν λειτουργούσε, λόγω των εορτών του Πάσχα, αφού απενεργοποίησαν το διακόπτη παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, που βρίσκεται παραπλεύρως της εισόδου της οικοδομής, κάλυψαν με διογκωτικό αφρό τη σειρήνα του συναγερμού του καταστήματος, που βρίσκεται στο επάνω μέρος της εισόδου του, σε ύψος πέντε (5) μέτρων από το έδαφος και έκοψαν το καλώδιο της τηλεφωνικής σύνδεσης, που καταλήγει σε φρεάτιο του πεζοδρομίου, μπροστά από την είσοδο του καταστήματος, εισήλθαν λάθρα στον υπόγειο χώρο της επιχείρησης.

Συγκεκριμένα, παραβίασαν τη σιδερένια γκαραζόπορτα, που κλείνει την είσοδο του υπογείου, το οποίο χρησιμοποιεί ο ανωτέρω εργολάβος και, στη συνέχεια, αφού άνοιξαν οπή στην τουβλόκτιστη μεσοτοιχία, εισήλθαν στο υπόγειο της επιχείρησης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, από το οποίο αφαίρεσαν μεγάλο αριθμό φιαλών οινοπνευματωδών ποτών, συσκευασμένων σε χαρτοκιβώτια.

Η διάρρηξη έγινε αντιληπτή από τη μητέρα του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, η οποία, περί ώρα 8.30' της 13ης-4-2004, εισήλθε στην επιχείρηση για να τη λειτουργήσει και ενημέρωσε, πάραυτα, τον υιό της. Ο τελευταίος ειδοποίησε, αμέσως, την αστυνομία καθώς και την εναγομένη-εκκαλούσα, ασφαλιστική εταιρεία, η οποία, μετά ταύτα, ανέθεσε στην εταιρεία "..." τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση των κλαπέντων εμπορευμάτων και τη σύνταξη σχετικής εκθέσεως.

Στις 13-4-2004, η ως άνω εταιρεία απέστειλε τους υπαλλήλους της ..., προκειμένου να προβούν σε αυτοψία του χώρου και καταγραφή των κλαπέντων εμπορευμάτων. Αυτοί, σε συνεργασία με τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, προέβησαν σε καταμέτρηση των φιαλών που είχαν απομείνει στην αποθήκη. Στη συνέχεια, αφαίρεσαν τον αριθμό των φιαλών αυτών από τα αποθέματα που διέθετε η επιχείρηση, κατά την ημέρα της κλοπής, με βάση το βιβλίο αποθήκης που τηρούσε, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Για τον υπολογισμό αυτό, έλαβαν υπόψη την επίσημη απογραφή των εμπορευμάτων που είχε διενεργήσει ο ενάγων-εφεσίβλητος στις 31-12-2003 και τις αγορές και πωλήσεις, που πραγματοποίησε, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι τις 11-4-2004, σύμφωνα και με τη 042896/26-6-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι ως άνω πραγματογνώμονες, μετά πάροδο δύο (2) και πλέον ετών.

Με τα δεδομένα αυτά, αποδείχθηκε ότι από τον ως άνω αποθηκευτικό χώρο της επιχείρησης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου εκλάπησαν συνολικά 20.973 φιάλες οινοπνευματωδών ποτών, συνολικής αξίας 151.788,08 ευρώ και δη: 1) 16 φιάλες JONNIE BLACK GOLD, 0,2 It, αξίας η κάθε φιάλη 8,15 ευρώ και συνολικής αξίας 130,40 ευρώ 2) 12 φιάλες JONNIE BLACK MULTI, 0,2 It, αξίας η κάθε φιάλη 53,52 ευρώ και συνολικής αξίας 642,24 ευρώ, 3) 24 φιάλες JONNIE BLUE LABEL, 0,2 It, αξίας η κάθε φιάλη 33,18 ευρώ και συνολικής αξίας 796,47 ευρώ, 4) 21 φιάλες JONNIE GOLD, 0,2 It, αξίας η κάθε φιάλη 0,76 ευρώ και συνολικής αξίας 16,01 ευρώ, 5) 8 φιάλες JONNIE GOLD, 0,7 It, αξίας η κάθε φιάλη 33,15 ευρώ και συνολικής αξίας 265,22 ευρώ, 6) 18 φιάλες JONNIE BLACK MINIATOYRA, αξίας η κάθε φιάλη 7,81 ευρώ και συνολικής αξίας 140,584 ευρώ, 7) 81 φιάλες GLENDFIDDICH, 0,7 It, αξίας η κάθε φιάλη 17,15 ευρώ και συνολικής αξίας 1389,35 ευρώ, 8) 12 φιάλες CHIVAS 18 ετών, 0,2 It, αξίας η κάθε φιάλη 32,55 ευρώ και συνολικής αξίας 390,60 ευρώ, 9) 36 φιάλες DEWARS, αξίας η κάθε φιάλη 15,95 ευρώ και συνολικής αξίας 574,20 ευρώ, 10) 9 φιάλες BALLANTINES, 0,35 It, αξίας η κάθε φιάλη 4,70 ευρώ και συνολικής αξίας 42,30 ευρώ, 11) 36 φιάλες JONNIE 0,35 It, αξίας η κάθε φιάλη 4,79 ευρώ και συνολικής αξίας 172,44 ευρώ, 12) 6 φιάλες CUTTY SARK DISCOVERY, αξίας η κάθε φιάλη 29,94 ευρώ και συνολικής αξίας 179,64 ευρώ, 13) 9 φιάλες JAMESON 12 years, αξίας η κάθε φιάλη 14,77 ευρώ και συνολικής αξίας 132,93 ευρώ, 14) 12 φιάλες TALISKER, αξίας η κάθε φιάλη 20,19 ευρώ και συνολικής αξίας 242,28 ευρώ, 15) 3 φιάλες ΟΒΑΝ, αξίας η κάθε φιάλη 23,16 ευρώ και συνολικής αξίας 69,48 ευρώ, 16) 7 φιάλες LAGAVULIN, αξίας η κάθε φιάλη 28,20 ευρώ και συνολικής αξίας 197,42 ευρώ, 17) 8 φιάλες GLENKICHE, αξίας η 'κάθε φιάλη 22,34 ευρώ και συνολικής αξίας 178,40 ευρώ, 18) 16 φιάλες DALWHINNIE, αξίας η κάθε φιάλη 23,40 ευρώ και συνολικής αξίας 374,40 ευρώ, 19) 7 φιάλες GRAGGANMORE, αξίας η κάθε φιάλη 22,51 ευρώ και συνολικής αξίας 157,61 ευρώ, 20) 1 φιάλη BLACK AND WHITE, αξίας 6,77 ευρώ, 21) 120 φιάλες FAMOUS GROUSE ΜΙΝΙΑΤΟΥΡΑ, αξίας η κάθε φιάλη 1,01 ευρώ και συνολικής αξίας 121,20 ευρώ, 22) 120 φιάλες CUTTY SARK ΜΙΝΙΑΤΟΥΡΑ, αξίας η κάθε φιάλη 1,05 ευρώ και συνολικής αξίας 126,00 ευρώ, 23) 20 φιάλες FAMES GROUSE, 0,35 It, αξίας η κάθε φιάλη 4,83 ευρώ και συνολικής αξίας 96,60 ευρώ, 24) 383 φιάλες JOHNNIE WALKER ΜΙΝΙΑΤΟΥΡΑ, αξίας η κάθε φιάλη 1,20 ευρώ και συνολικής αξίας 459,60 ευρώ, 25) 71 φιάλες VAT 69, αξίας η κάθε φιάλη 6,81 ευρώ και συνολικής αξίας 483,51 ευρώ, 26) 184 φιάλες HAIG, αξίας η κάθε φιάλη 8,76 ευρώ και συνολικής αξίας 1611,84 ευρώ, 27) 134 φιάλες JACK DANIELS, αξίας η κάθε φιάλη 12,50 ευρώ και συνολικής αξίας 1675,00 ευρώ, 28) 59 φιάλες FOUR ROSES, αξίας η κάθε φιάλη 11,64 ευρώ και συνολικής αξίας 686,76 ευρώ, 29) 1 φιάλη WHITE HORSE, αξίας 8,35 ευρώ, 30) 4 φιάλες CANADIAN CLUB, αξίας η κάθε φιάλη 8,68 ευρώ και συνολικής αξίας 34,72 ευρώ, 31) 14 φιάλες TULLAMORE DEW, αξίας η κάθε φιάλη 9,25 ευρώ και συνολικής αξίας 129,50 ευρώ, 32) 1833 φιάλες JONNIE RED, 0,7 It, αξίας η κάθε φιάλη 8,75 ευρώ και συνολικής αξίας 16.038,75 ευρώ, 33) 8 φιάλες GLEN GRANT, αξίας η κάθε φιάλη 5,72 ευρώ και συνολικής αξίας 45,76 ευρώ, 34) 4 φιάλες MACENZIE, αξίας η κάθε φιάλη 11,01 ευρώ και συνολικής αξίας 44,04 ευρώ, 35) 412 φιάλες JIM BEAM, αξίας η κάθε φιάλη 9,36 ευρώ και συνολικής αξίας 3.856,32 ευρώ, 36) 612 φιάλες BALLANTINES, αξίας η κάθε φιάλη 7,35 ευρώ και συνολικής αξίας 4496,82 ευρώ, 37) 120 φιάλες TEACHERS, αξίας η κάθε φιάλη 7,35 ευρώ και συνολικής αξίας 882 ευρώ, 38) 2 φιάλες WILD TURKEY, αξίας η κάθε φιάλη 16,10 ευρώ και συνολικής αξίας 32,20 ευρώ, 39) 107 φιάλες JAMESON, αξίας η κάθε φιάλη 9,31 ευρώ και συνολικής αξίας 996,17 ευρώ, 40) 624 φιάλες GRANTS, 0,7 It, 8ξίας η κάθε φιάλη 8,42 ευρώ και συνολικής αξίας 5.254,08 ευρώ, 41) 778 φιάλες FAMOUS GROUSE, αξίας η κάθε φιάλη 9,14 ευρώ και συνολικής αξίας 7110,92 ευρώ, 42) 3 φιάλες BELLS, αξίας η κάθε φιάλη 8,47 ευρώ και συνολικής αξίας 25,41 ευρώ, 43) 419 φιάλες CUTTY SARK, αξίας η κάθε φιάλη 8,80 ευρώ και συνολικής αξίας 3687,20 ευρώ, 44) 772 φιάλες DEWARS, αξίας η κάθε φιάλη 8,93 ευρώ και συνολικής αξίας 6893,96 ευρώ, 45) 347 φιάλες J&B, αξίας η κάθε φιάλη 8,41 ευρώ και συνολικής αξίας 2.918,27 ευρώ, 46) 220 φιάλες JONNIE WALKER 12 YEARS, συνολικής αξίας 3239,83 ευρώ, 47) 114 φιάλες CUTTY SARK 12 YEARS, αξίας η κάθε φιάλη 14,04 ευρώ και συνολικής αξίας 1600,56 ευρώ, 48) 97 φιάλες BALLANTINES 12 YEARS, αξίας η κάθε φιάλη 15,45 ευρώ και συνολικής αξίας 1498,65 ευρώ, 49) 89 φιάλες CARDHU, αξίας η κάθε φιάλη 17,61 ευρώ και συνολικής αξίας 1567,29 ευρώ, 50) 357 φιάλες CHIVAS 12 YEARS, αξίας η κάθε φιάλη 16,42 ευρώ και συνολικής αξίας 5.861,94 ευρώ, 51) 84 φιάλες FAMOUS GROUSE 12 YEARS, αξίας η κάθε φιάλη 16,31 ευρώ και συνολικής αξίας 1370,04 ευρώ, 52) 897 φιάλες DIMPLE, αξίας η κάθε φιάλη 16,38 ευρώ και συνολικής αξίας 14.692,86 ευρώ, 53) 4 φιάλες JONNIE WALKER BLUE LABEL, αξίας η κάθε φιάλη 130,50 ευρώ και συνολικής αξίας 522,00 ευρώ, 54) 10 φιάλες ΜΕΤΑΧΑ RESERVE, αξίας η κάθε φιάλη 25,25 ευρώ και συνολικής αξίας 252,50 ευρώ, 55) 5 φιάλες COURVOISIER, αξίας η κάθε φιάλη 19,32 ευρώ και συνολικής αξίας 96,60 ευρώ, 56) 84 φιάλες ERISTOFF ΚΟΚΚΙΝΗ, αξίας η κάθε φιάλη 6,72 ευρώ και συνολικής αξίας 564,48 ευρώ, ν 57) 19 φιάλες SMIRNOFF BLACK, αξίας η κάθε φιάλη 11,72 ευρώ και συνολικής αξίας 222,68 ευρώ, 58) 21 φιάλες URSUS, αξίας η κάθε φιάλη 6,77 ευρώ και συνολικής αξίας 142,17 ευρώ, 59) 12 φιάλες GORBATCHOW, αξίας η κάθε φιάλη 6,63 ευρώ και συνολικής αξίας 79,56 ευρώ, 60) 84 φιάλες STOLICHNAYA, αξίας η κάθε φιάλη 7,88 ευρώ και συνολικής αξίας 662,03 ευρώ, 61) 57 φιάλες SMIRNOFF BLUE, αξίας η κάθε φιάλη 9,73 ευρώ και συνολικής αξίας 554,61 ευρώ, 62) 249 φιάλες SMIRNOFF RED, αξίας η κάθε φιάλη 7,63 ευρώ και συνολικής αξίας 1899,87 ευρώ, 63) 809 φιάλες ABSOLUT BLUE, αξίας η κάθε φιάλη 8,41 ευρώ και συνολικής αξίας 6.803,69 ευρώ, 64) 1042 φιάλες SERKOVA, αξίας η κάθε φιάλη 6,14 ευρώ και συνολικής αξίας 6397,88 ευρώ, 65) 6 φιάλες VEUVE CLICQUOT, αξίας η κάθε φιάλη 30,36 ευρώ και συνολικής αξίας 182,16 ευρώ, 66) 173 φιάλες CAIR, αξίας η κάθε φιάλη 4,73 ευρώ και συνολικής άξία 818,29 ευρώ, 67) 3 φιάλες GORDON ROUGE, αξίας η κάθε φιάλη 21,18 ευρώ και συνολικής αξίας 63,54 ευρώ, 68) 34 φιάλες MOET CHANTON, αξίας η κάθε φιάλη 22,33 ευρώ και συνολικής αξίας 759,22 ευρώ, 69) 2 φιάλες DOM RERIGNON, αξίας η κάθε φιάλη 75,84 ευρώ και συνολικής αξίας 151,68 ευρώ, 70) 42 φιάλες SABUKA ROMANA, 0,7 It, αξίας η κάθε φιάλη 7,17 ευρώ και συνολικής αξίας 301,14 ευρώ, 71) 44 φιάλες SABUKA VACCARI, 0,7 It, αξίας η κάθε φιάλη 7,50 ευρώ και συνολικής αξίας 330,37 ευρώ, 72) 22 φιάλες FERNET BRANCA, αξίας η κάθε φιάλη 9,93 ευρώ και συνολικής αξίας 218,46 ευρώ, 73) 300 φιάλες MARTINI BLANCO, ROSSO EXTRA DRY, αξίας η κάθε φιάλη 5,26 ευρώ και συνολικής αξίας 1578 ευρώ, 74) 37 φιάλες SANDEMAN, αξίας η κάθε φιάλη 5,93 ευρώ και συνολικής αξίας 219,41 ευρώ, 75) 7 φιάλες SOUTHERN COMFORT, αξίας η κάθε φιάλη 9,67 ευρώ και συνολικής αξίας 67,69 ευρώ, 76) 233 φιάλες CAMPARI, αξίας η κάθε φιάλη 8,24 ευρώ και συνολικής αξίας 1919,92 ευρώ, 77) 36 φιάλες KAHLUA, αξίας η κάθε φιάλη 8,39 ευρώ και συνολικής αξίας 302,04 ευρώ, 78) 42 φιάλες "ΠΑ MARIA, αξίας η κάθε φιάλη 9,17 ευρώ και συνολικής αξίας 385,14 ευρώ, 79) 258 φιάλες BAILEYS, αξίας η κάθε φιάλη 9,25 ευρώ και συνολικής αξίας 2.386,50 ευρώ, 80) 383 φιάλες COINTREAU, αξίας η κάθε φιάλη 10,61 ευρώ και συνολικής αξίας 4.063,63 ευρώ, 81) 25 φιάλες GRAND MARNIER YELLOW, αξίας η κάθε φιάλη 11,01 ευρώ και συνολικής αξίας 275,25 ευρώ, 82) 17 φιάλες GRAND MARNIER RED, αξίας η κάθε φιάλη 12,85 ευρώ και συνολικής αξίας 218,45 ευρώ, 83) 202 φιάλες DRAMBUIE, αξίας η κάθε φιάλη 12,77 ευρώ και συνολικής αξίας 2579,54 ευρώ, 84) 284 φιάλες SIERRA GOLD αξίας η κάθε φιάλη 10,61 ευρώ και συνολικής αξίας 3.013,24 ευρώ, 85) 310 φιάλες QUERNO GOLD, αξίας η κάθε φιάλη 11,68 ευρώ και συνολικής αξίας 3.620,80 ευρώ, 86) 52 φιάλες QUERNO JOSE ΛΕΥΚΗ, αξίας η κάθε φιάλη 11,67 ευρώ και συνολικής αξίας 606,84 ευρώ, 87) 27 φιάλες OLMEGA ΛΕΥΚΗ, αξίας η κάθε φιάλη 11,86 ευρώ και συνολικής αξίας 320,33 ευρώ, 88) 2 φιάλες OLMEGA ΧΡΥΣΗ, αξίας η κάθε φιάλη 11,86 ευρώ και συνολικής αξίας 23,72 ευρώ, 89) 45 φιάλες ΤΖΙΝ BOMBAY, αξίας η κάθε φιάλη 9,20 ευρώ και συνολικής αξίας 414,15 ευρώ, 90) 372 φιάλες GORDONS ΜΙΝΙΑΤΟΥΡΑ, αξίας η κάθε φιάλη 0,85 ευρώ και συνολικής αξίας 316,20 ευρώ, 91) 292 φιάλες GORDONS 0,7 LT, αξίας η κάθε φιάλη 6,97 ευρώ και συνολικής αξίας 2.035,24 ευρώ, 92) 27 φιάλες GORDONS 350 ML ΠΑΓΟΥΡΑΚΙ, αξίας η κάθε φιάλη 3,13 ευρώ και συνολικής αξίας 84,51 ευρώ, 93) 1 φιάλη BEEFEATER ΤΖΙΝ, αξίας 8,47 ευρώ, 94) 31 φιάλες CAPTAIN MORGAN SPICED, αξίας η κάθε φιάλη 8,52 ευρώ και συνολικής αξίας 264,12 ευρώ, 95) 6 φιάλες BACARDI BLACK, αξίας η κάθε φιάλη 8,47 ευρώ και συνολικής αξίας 50,82 ευρώ, 96) 7 φιάλες BACARDI 8 years, αξίας η κάθε φιάλη 14,64 ευρώ και συνολικής αξίας 102,48 ευρώ, 97) 19 φιάλες HAVANA CLUB 7*, αξίας η κάθε φιάλη 16,45 ευρώ και συνολικής αξίας 312,55 ευρώ, 98) 127 φιάλες HAVANA RESERVA 5*, αξίας η κάθε φιάλη 11,20 ευρώ και συνολικής αξίας 1422,40 ευρώ, 99) 15 φιάλες HAVANA 3*, αξίας η κάθε φιάλη 9,49 ευρώ και συνολικής αξίας 142,35 ευρώ, 100) 31 φιάλες HAVANA SILVER, αξίας η κάθε φιάλη 7,83 ευρώ και συνολικής αξίας 242,73 ευρώ, 101) 67 φιάλες CAPTAIN MORGAN BLACK, αξίας η κάθε φιάλη 8,43 ευρώ και συνολικής αξίας 564,81 ευρώ, 102) 26 φιάλες BACARDI 0,7 LT, αξίας η κάθε φιάλη 8,01 ευρώ και συνολικής αξίας 208,26 ευρώ, 103) 105 φιάλες BACARDI 1 LT, αξίας η κάθε φιάλη 10,56 ευρώ και συνολικής αξίας 1.108,80 ευρώ, 104) 257 φιάλες ούζο ΜΙΝΙ 0,2 LT, αξίας η κάθε φιάλη 1,38 ευρώ και συνολικής αξίας 354,66 ευρώ, 105) 4473 φιάλες ούζο Πλωμάρι 0,2 LT, αξίας η κάθε φιάλη 0,99 ευρώ και συνολικής αξίας 4428,27 ευρώ, 106) 158 φιάλες ούζο 12 0,2 LT, αξίας η κάθε φιάλη 1,21 ευρώ και συνολικής αξίας 191,18 ευρώ, 107) 124 φιάλες ούζο ΤΣΑΝΤΑΛΗ 0,7 LT, αξίας η κάθε φιάλη 3,70 ευρώ και συνολικής αξίας 458,80 ευρώ, 108) 252 φιάλες ούζο ΤΣΑΝΤΑΛΗ 0,2 LT, αξίας η κάθε φιάλη 1,06 ευρώ και συνολικής αξίας 267,12 ευρώ, 109) 252 φιάλες SIERRA ΛΕΥΚΗ, αξίας η κάθε φιάλη 10,24 ευρώ και συνολικής αξίας 2581,93 ευρώ, συσκευασμένες σε 1.400 χαρτοκιβώτια, διαφόρων μεγεθών, δεδομένου ότι, μεταξύ των κλαπέντων, όπως περιγράφονται ανωτέρω, περιλαμβάνονται φιάλες ούζου, μικρής περιεκτικότητας και μινιατούρες.

Συγκεκριμένα, τα χαρτοκιβώτια, πλάτους 26 έως 28 εκατοστών, μήκους έως 36 εκατοστών και ύψους έως 25 εκατοστών, ήταν τοποθετημένα σε ντάνες στο κέντρο του ως άνω αποθηκευτικού χώρου, ανά είδος και κατηγορία ποτού, ώστε να είναι ευχερής η διαλογή και η συμπλήρωση της παραγγελίας των πελατών του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, ενώ, στους τοίχους υπήρχαν ράφια, στα οποία αυτός τοποθετούσε κυρίως φιάλες και όχι κιβώτια.

Μεταξύ του κέντρου και των ραφιών υπήρχε διάδρομος, πλάτους 90 εκατοστών περίπου, ώστε να καθίσταται εφικτή η εντός αυτού κίνηση των εργαζομένων, που χρησιμοποιούσαν δίτροχο καρότσι μεταφοράς έως πέντε (5) χαρτοκιβωτίων και η εκτέλεση των αναγκαίων ελιγμών για τη φόρτωση και εκφόρτωση των εμπορευμάτων και η μετακίνησή τους από και προς τον ανελκυστήρα.

Με την παραπάνω στοιβασία των εμπορευμάτων εντός του υπογείου του καταστήματος του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και την εκμετάλλευση κάθε ωφέλιμου χώρου τούτου, αυτός είχε τη δυνατότητα να αποθηκεύσει αριθμό χαρτοκιβωτίων μεγαλύτερο των ήδη κλαπέντων, κατά 2.450, όπως ορθώς εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτομένων, εντεύθεν, ως αβάσιμων όσων αντίθετων υποστηρίζει η εναγομένη-εκκαλούσα στο δεύτερο και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της.

Ενόψει, λοιπόν, της μεγάλης χωρητικότητας των ανωτέρω αποθηκευτικών χώρων της επιχείρησης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, που πληρούσαν τις προϋποθέσεις ασφαλείας, αυτός δεν προέβαινε σε φύλαξη ή αποθήκευση των ως άνω μεγάλης αξίας εμπορευμάτων του και στο δεύτερο αποθηκευτικό χώρο, που διατηρούσε σε παραπλήσια οικοδομή, αφού δεν συνέτρεχε λόγος ή ανάγκη να πράξει τούτο, με δεδομένο, μάλιστα, ότι ο χώρος αυτός ήταν αφύλακτος και ανασφάλιστος.

Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εναγομένη-εκκαλούσας ότι μέρος των αποθεμάτων της επιχείρησης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και, συνεπώς, μέρος των φερόμενων ως κλαπέντων, ήταν αποθηκευμένα στο ως άνω δεύτερο αποθηκευτικό χώρο, τυγχάνει αβάσιμος. Και τούτο διότι η εναγομένη-εκκαλούσα διατυπώνει απλώς υποθέσεις και εικασίες, οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται παντάπασι από τις αποδείξεις.

Συγκεκριμένα, σε αυτή ταύτη τη 042896/26-6-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης διατυπώνεται η υπόθεση ότι "η επιχείρηση διέθετε και άλλη αποθήκη, στην οποία θα μπορούσαν να υπάρχουν πλείστα όσα από τα εμπορεύματα που δηλώθηκε ότι κλάπηκαν", ενώ και ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυράς της, σχετικά με το αν μέρος από τα δηλωθέντα από τον ενάγοντα ως κλαπέντα είχαν εναποτεθεί στη δεύτερη αποθήκη, αυτός κατέθεσε, επί λέξει "Εγώ λέω ότι είναι ενδεχόμενο αυτό...

Όταν υπάρχει και άλλος χώρος θα μπορούσε να έχει το ο,τιδήποτε". Εντεύθεν, τυγχάνει ουσία αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης. Η εναγομένη-εκκαλούσα, με τις έγγραφες προτάσεις της, επιχειρώντας να αποδυναμώσει την απαίτηση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, υποστηρίζει ότι για τον υπολογισμό των φερόμενων ως κλαπέντων εμπορευμάτων, αφαιρέθηκαν από τα αποθέματα της επιχείρησής του, μόνον οι χονδρικές πωλήσεις, για τις οποίες υπήρχαν τα σχετικά παραστατικά και όχι οι λιανικές τοιαύτες, για τις οποίες εκδίδονταν αποδείξεις της ταμιακής μηχανής, επί των οποίων δεν αναγράφεται το πωληθέν είδος, αλλά μόνον το συνολικό τίμημα.

Πλην όμως, ο ισχυρισμός, ο οποίος διατυπώθηκε ως άποψη των διενεργησάντων την πραγματογνωμοσύνη, δεν επιβεβαιώνεται δε από τις αποδείξεις, ώστε να προκύψει με βεβαιότητα ο αριθμός των λιανικώς πωληθέντων φιαλών των προπεριγραφέντων οινοπνευματωδών ποτών, το είδος και η αξία ενός εκάστου. Εξάλλου, παρότι η έρευνα των πραγματογνωμόνων διήρκεσε επί δύο (2) και πλέον έτη, όπως προεκτίθεται, αυτοί (πραγματογνώμονες) δεν προέβησαν στον έλεγχο των λιανικών πωλήσεων της επιχείρησης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, με βάση τις αποδείξεις της ταμιακής μηχανής της επιχείρησης, έστω και δειγματοληπτικά.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα άτομα, που διέπραξαν την κλοπή των ως άνω εμπορευμάτων, τα οποία δεν εντοπίστηκαν από τις αστυνομικές αρχές, δεν έδρασαν τυχαία. Είχαν στοχοποιήσει την επιχείρηση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και γνώριζαν τη διαρρύθμιση των χώρων αυτής και δη του υπόγειου, όπως και της πρόσβασης σ' αυτόν.

Έτσι, με εξαιρετικά οργανωμένο σχέδιο και συντονισμένες ενέργειες, έχοντας εφοδιαστεί με τα κατάλληλα εργαλεία και μέσα, απέκλεισαν κάθε πιθανότητα να γίνουν αντιληπτοί από το σύστημα ασφαλείας, αφού, όπως προεκτίθεται, διέκοψαν την παροχή ρεύματος, έκοψαν τα καλώδια του ΟΤΕ και τοποθέτησαν διογκωτικό αφρό στη σειρήνα του συναγερμού και, στη συνέχεια, αφού διέρρηξαν την γκαραζόπορτα, εισήλθαν στην αποθήκη, που χρησιμοποιούσε ο ανωτέρω εργολάβος, διάνοιξαν οπή στη μεσοτοιχία και εισήλθαν στον αποθηκευτικό χώρο της επιχείρησης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, από όπου αφαίρεσαν με συντονισμένες κινήσεις τα ανωτέρω εμπορεύματα.

Για τη μεταφορά τους, λόγω του όγκου και του βάρους τους, χρησιμοποίησαν φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο είχαν σταθμεύσει στην κορυφή της ράμπας, ενώ, μέχρι το σημείο αυτό, χρησιμοποίησαν καροτσάκι μεταφοράς, προκειμένου να συντομεύσουν, κατά το δυνατό, τη διάρκεια του παράνομου εγχειρήματός τους, η οποία δεν υπερέβη τις τρεις (3) ώρες περίπου.

Η όλη επιχείρηση των δραστών έλαβε χώρα κατά τις νυκτερινές ώρες των εορτών του Πάσχα, με αποτέλεσμα να μη γίνουν αντιληπτοί από περιοίκους ή διερχόμενους, καθόσον τόσον η οικοδομή, στην οποία στεγάζεται η επιχείρηση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, όσον και οι πέριξ αυτής οικοδομές στεγάζουν, κυρίως, επαγγελματικούς χώρους, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κυκλοφορία πεζών.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη-εκκαλούσα στον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης και συγκεκριμένα ότι δεν ήταν δυνατό να μεταφερθεί τόσο μεγάλη ποσότητα εμπορευμάτων εκτός της αποθήκης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου τυγχάνουν αβάσιμα. Ενόψει των ανωτέρω, η ζημία του ενάγοντος-εφεσιβλήτου ανέρχεται στο ποσό των 151.788,08 ευρώ, όση και η αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων, από το οποίο πρέπει ν' αφαιρεθεί η συμφωνηθείσα απαλλαγή, ποσοστού 5% επί του ως άνω ποσού, ήτοι το ποσό των 7.589,40 ευρώ και, συνεπώς, η εναγόμενη-εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα-εφεσίβλητο το ποσό των 144.198,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 7-8-2005 μέχρις εξοφλήσεως. Έτσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί η έφεση ως ουσία αβάσιμη και να καταδικαστεί η εναγομένη-εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος-εφεσιβλήτου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσία την από 27-3-2009 (1357/2-4-2009) έφεση κατά της 40998/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα-εναγομένη στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου-ενάγοντος για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ