Supreme Court annuls appealable judgment, orders restitution of voluntarily paid execution amount, and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment and remanded the case for retrial by a different judge. The appellant voluntarily fulfilled the monetary award of the annulled decision, prompting the court to order the respondent to return the sum of 20,167.45 euros. Consequently, the court ordered the restitution of court costs to the appellant and mandated the return of the executed funds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579 § 2 and 176 of the Code of Civil Procedure; If a party voluntarily executes an annulled judgment, the court must order the return of the executed amount and the restitution of court costs to the executing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1258 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1258/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Σ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ξένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Ι., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πέτσα.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της απόφασης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου, το οποίο με την υπ' αριθ. 109/2013 απόφασή του παρέπεμψε να δικαστεί αυτή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, την από 24-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 15-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) με την από 15-5-2013 αγωγή του ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου κατ' επίκληση μη προσήκουσας παράδοσης του συμφωνηθέντος μεταξύ τους έργου λόγω ελαττωμάτων από υπαιτιότητα του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ζήτησε (μεταξύ άλλων) ως αποζημίωση τα μνημονευόμενα στην αγωγή διαφυγόντα κέρδη που απώλεσε (μισθώματα) λόγω της αδυναμίας εκμετάλλευσης ως καταστήματος υγειονομικού ενδιάφεροντος του επιδίκου ακινήτου συνεπεία των ανωτέρω ελαττωμάτων.
Επικαλούμενος δε περαιτέρω ότι υπέστη ηθική βλάβη και προσβλήθηκε η προσωπικότητά του λόγω του ότι έγινε αντικείμενο ειρωνικών σχολίων από τους συμπολίτες του και υπέστη πλήγμα στην περιουσία του που έμεινε δια βίου ανεκμετάλλευτη συνεπεία του ελαττώματος, ζήτησε κατά παραδεκτό περιορισμό του σχετικού αιτήματος την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως κατά τα στην αγωγή αναφερόμενα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που συνεκδίκασε την άνω αγωγή με την αντίθετη από 12-4-2012 ασκηθείσα από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) αγωγή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, (κατά το ενδιαφέρον το δικαστήριο τούτο μέρος), με την 65/2015 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή του εδώ αναιρεσίβλητου κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω αδικοπραξίας, ακολούθως δε απέρριψε αμφότερες τις αγωγές κατ' ουσίαν.
Ο αναιρεσίβλητος-ενάγων της από 15-5-2013 αγωγής άσκησε έφεση. Το Μον/λές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας δέχθηκε την από 15-10-2015 έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος την από 15-5-2013 αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο ηττηθείς εναγόμενος της άνω αγωγής την από 20-9-2019 αναίρεσή του με τους διαλαμβανόμενους ακολούθως λόγους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 688 - 690 ΑΚ, που καθορίζουν λεπτομερώς την ευθύνη του εργολάβου αναλόγως με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, συνάγεται ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει, σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή ελλείψεως των συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε τη διόρθωση είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών την υπαναχώρηση από τη σύμβαση, σε περίπτωση δε κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου (ελαττώματα ή συνομολογημένες ιδιότητες) οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί υπαναχωρήσεως ή μειώσεως της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της συμβάσεως. Έτσι, ο εργοδότης που ζητεί αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση της συμβάσεως, ότι το έργο που εκτελέσθηκε φέρει ελλείψεις, που οφείλονται σε υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια), χωρίς να ενδιαφέρει η διάκριση τους σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις ή συνομολογημένες ιδιότητες, τη ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις αυτές, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημιώσεως που ζητεί.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον (κατά κανόνα) έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη.
Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιωμένου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός. Εξάλλου, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον (Ολ.
ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1494/2008). Εντεύθεν έπεται ότι αυτός που αναλαμβάνει την εκτέλεση έργου ως εργολάβος υπέχει εκ των ανωτέρω διατάξεων ευθύνη προς αποζημίωση, εάν από πταίσμα αυτού κατά την εκτέλεση του έργου προξενήσει ζημία στον εργοδότη. Και ναι μεν, κατ' αρχήν, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι όμως δυνατό μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.
Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό κανόνα που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και κάθε προσβολή του προσώπου ή των προστατευόμενων έννομων αγαθών (υλικών ή ηθικών) του άλλου.
Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως αποκτά συρροή αξιώσεων, την καθεμία από τις οποίες μπορεί να επιλέξει ή να τις ασκήσει και παραλλήλως, μία όμως φορά θα αποζημιωθεί, σε τρόπο ώστε, αν ικανοποιηθεί πλήρως βάσει της μιας ευθύνης, να μην μπορεί να ζητήσει ικανοποίηση βάσει της άλλης, εκτός αν αυτή έχει αντικείμενο αποζημιώσεως μεγαλύτερο από εκείνη, οπότε σώζεται ως προς το επιπλέον (AΠ 345/2018, AΠ 1273/2017).
Ο χαρακτηρισμός εξ άλλου της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, ιδιαίτερα, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, που επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προστασίας προς αποφυγή της ζημίας .
Αμέλεια δε υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 1807/2017, ΑΠ 1084/2008, ΑΠ 708/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την με αριθμ. …/2006 άδεια του πολεοδομικού Γραφείου Δήμου Ναυπάκτου της Δ/νσης Πολεοδομίας Ν.Α Αιτ/νίας χορηγήθηκε στον ενάγοντα με την από 13-2-2006 αίτησή του άδεια οικοδομής αλλαγής χρήσης και όψεων διορόφου κατοικίας με ημιυπόγειο κατάστημα επί της οδού ...
Ο.Τ της συνοικίας Λιμάνι... της ….. Την αρχιτεκτονική μελέτη, το τοπογραφικό και τη μελέτη του φέροντος οργανισμού συνέταξε μετά από σύμβαση έργου ...με τον ενάγοντα, ο εναγόμενος μηχανικός (που) ανέλαβε τη γενική επίβλεψη καθώς και την επίβλεψη του φέροντος οργανισμού...Τις μελέτες για την παθητική πυροπροστασία, ...συνέταξε ο Θ.
Α., ενώ τη μελέτη ενεργητικής πυροπροστασίας συνέταξε ο Ι. Κ.. Την επίβλεψη για παθητική πυροπροστασία ... ενεργητική πυροπροστασία ... είχε ο Θ. Α., ενώ τη γενική επίβλεψη είχε...ο εναγόμενος....σύμφωνα με τη μελέτη παθητικής πυροπροστασίας "ΚΑΦΕ-ΜΠΑΡ" που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Θ. Α., τα πλάτη οδεύσεων διαφυγής του ισογείου και των ορόφων ορίσθηκαν σε 1,20 μ, ενώ το ελάχιστο απαιτούμενο πλάτος για το ισόγειο υπολογίζ(ε)ται σε 0,90μ σύμφωνα με το άρθρο 9 του Π.Δ 71/88.
Η μελέτη αυτή εγκρίθηκε στις 19-5-2006 από τον μηχανικό Ν. Π.. Το έτος 2006 το έργο παραδόθηκε στον ενάγοντα. Στις 15-4-2007 ο ενάγων εκμίσθωσε στον Ι. Κ. το κατάστημα προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως "Καφέ Σνακ Μπάρ-Αναψυκτήριο -Εστιατόριο". Μετά την από 29-8-2007 αίτηση του μισθωτή η Πυροσβεστική Υπηρεσία Ναυπάκτου με το .........../…./….-9-2007 έγγραφό της αρνήθηκε να του χορηγήσει πιστοποιητικό ενεργητικής πυροπροστασίας, διότι οι έξοδοι κινδύνου δεν έχουν το προβλεπόμενο από τη μελέτη πλάτος και δεν ανοίγουν προς την κατεύθυνση διαφυγής.
Το πλάτος των εξόδων διαφυγής είναι 0,70 μ, ενώ η προαναφερθείσα μελέτη προβλέπει πλάτος 1,20μ.
Συνεπώς το έργο δεν εκτελέσθηκε σύμφωνα με τη σύμβαση, τη μελέτη πυροπροστασίας και τις ισχύουσες διατάξεις. Ο εναγόμενος αρνείται την υπαιτιότητά (του)... ισχυρίζεται ότι επέβλεπε το έργο μέχρι τον Ιούλιο του 2006 και ότι κατά το χρόνο αυτό διακόπηκε η επίβλεψη και συνέχισε τις εργασίες ο μισθωτής. Ωστόσο ο μισθωτής πραγματοποίησε εργασίες εσωτερικών διαρρυθμίσεων, που δεν είχαν σχέση με τον φέροντα οργανισμό και τις εξόδους διαφυγής...
σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες οι οποίοι είναι γενικώς γνωστοί, εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση των οικοδομικών έργων και είναι αναγκαίοι για την ασφάλεια όσων έχουν σχέση με τη χρήση του οικοδομικού έργου μετά την εκτέλεσή του, ο εναγόμενος που είχε αναλάβει την επίβλεψη και την εκτέλεση του έργου καθώς και την εφαρμογή της μελέτης πυροπροστασίας, έπρεπε να ελέγξει και να συμπληρώσει την προαναφερόμενη έλλειψη ως προς το πλάτος του ανοίγματος διαφυγής, το οποίο (πλάτος) προβλεπόταν στα 1,20 μ, η να απέχει από την εκτέλεση και να ενημερώσει τον κύριο του έργου ενάγοντα, αν ήταν προφανές ότι λόγω των εργασιών για την κατασκευή εξόδου διαφυγής στο προβλεπόμενο πλάτος θα επιβαρυνόταν επικίνδυνα η στατικότητα της οικοδομής.
Δεν επικαλείται ενημέρωση του ενάγοντος , ούτε επικαλείται και δεν αποδεικνύει αποχή από την εκτέλεση του έργου και μεταβίβαση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την άδεια οικοδομής σε άλλον επιβλέποντα μηχανικό, με συνέπεια να μην απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του και της ευθύνης που απορρέει από τα άρθρα 338 επ.
του Π.Δ 14/1999 "Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας". Επομένως ευθύνεται για την εφαρμογή του σχεδίου και τον πλήρη τεχνικό έλεγχο του έργου τον οποίο εν προκειμένω από αμέλεια παρέλειψε να διενεργήσει με συνέπεια να δημιουργείται κίνδυνος από τη μελλοντική χρήση του ακινήτου ως καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος σύμφωνα με τον προορισμό του...
Εξ αιτίας της μη χορηγήσεως πιστοποιητικού ενεργητικής πυροπροστασίας, ο μισθωτής αρνήθηκε να καταβάλει τα μισθώματα των μηνών Απριλίου και Μαϊου 2007. Μετά από αίτηση του εκμισθωτή και ήδη ενάγοντος εκδόθηκε η με αρ. 3/2007 διάταξη (εν. διαταγή) αποδόσεως του μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσσολογίου.
Εν συνεχεία καταρτίστηκε το από 11-10-2007 πρακτικό Συμβιβασμού μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή με το οποίο συμφωνήθηκε ότι ο μισθωτής υποχρεώνεται να καταβάλει στον εκμισθωτή τα μισθώματα των μισθωτικών μηνών από 15 Απριλίου 2007 έως 15 Ιουλίου 2007 και ότι απαλλάσσεται από την καταβολή των μισθωμάτων των μισθωτικών μηνών από 15-7-2007 έως 15-10-2007.
Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται τα διαφυγόντα μισθώματα των ανωτέρω μηνών συνολικού ύψους 5.100 (1.700 Χ 3μ.) ευρώ. Δεν αποδείχθηκε ότι ο μισθωτής δεν κατέβαλε το μίσθωμα του επόμενου μισθωτικού μηνός από 15-10-2007 έως 15-11-2007, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων (τότε εκμισθωτής). Με την με αρ. …/2007 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή δικαιώματος ενάσκησης επικαρπίας ενώπιον της συμβ/φου Ναυπάκτου Νεκταρίας Κουτσοσπύρου δώρησε το δικαίωμα ενασκήσεως της επικαρπίας του μισθίου καταστήματος προς τη σύζυγό του Ελ Μ. ...και τον Ι.
Τ. για χρονικό διάστημα από 16-11-2007 μέχρι και 16-11-2012. Η σύμβαση αυτή είναι άτυπη και δεν απαιτείται μεταγραφή της όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Για την κτήση των καρπών του μισθίου ακινήτου εφαρμόζεται το άρθρο 1067 ΑΚ και οι δωρεοδόχοι αποκτούν την κυριότητα αυτών με συνέπεια ο ενάγων να μη νομιμοποιείται να ζητήσει αποζημίωση για μισθώματα του χρονικού αυτού διαστήματος , αφού κατά το διάστημα αυτό οι δωρεοδόχοι είχαν την εκμετάλλευση του μισθίου και το δικαίωμα κτήσεως των καρπών αυτού...Στις 19-3-2009 ο ανωτέρω μισθωτής αποβλήθηκε από το μίσθιο σε εκτέλεση της με αρ. 11/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσσολογγίου, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση των ανωτέρω δωρεοδόχων επικαρπωτών.
Μετά τη λήξη του δικαιώματος ενασκήσεως της επικαρπίας (16-11-2012) μέχρι την άσκηση της αγωγής (24-5-2013) ο ενάγων στερήθηκε την εκμετάλλευση του καταστήματος , αφού δεν εκμίσθωσε αυτό (κατάστημα) σε τρίτο κατά τον ανωτέρω χρόνο κατά τον οποίο δεν επανακατασκευάστηκε η ένδικη δίοδος (έξοδος) διαφυγής με συνέπεια να απωλέσει τα μισθώματα 6,5 μηνών, τα οποία θα κέρδιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αν μίσθωνε αυτό χωρίς το προαναφερόμενο ελάττωμα.
Η ζημία αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ελάττωμα αυτό που οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγόμενου. Να απορριφθεί δε η ένσταση του τελευταίου περί παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος, διότι η αξίωση αυτή υπόκειται στη δεκαετή παραγραφή του άρθρου 693 περ. α' ΑΚ. Κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου το μηνιαίο μίσθωμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα θα ανερχόταν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στο ποσό των 800 ευρώ λόγω της πτώσεως των μισθωμάτων εξ αιτίας της δημοσιονομικής κρίσεως και τα διαφυγόντα μισθώματα ανέρχονταν στο ποσό των 5.200 ευρώ...περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την αδικοπραξία του εναγόμενου ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη.
Για την αποκατάσταση αυτής πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν το ποσό των 1500 ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας τον ψυχικό πόνο του ενάγοντος καθώς και την κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων...". Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον ενάγοντα 11.800 ευρώ, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του εδώ αναιρεσίβλητου κατά παραδοχή της εφέσεώς του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης του αναιρεσείοντος σε σχέση με το επικαλούμενο ελάττωμα του ακινήτου του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου και τη ζημία του τελευταίου από τη μη εκμίσθωσή του, αλλά και ως προς το ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης του πρώτου σε σχέση με την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων από τη στέρηση εκμετάλλευσης της περιουσίας του, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 688 - 690 και 914 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα: α) διαλαμβάνει ενδοιαστική και ασαφή αιτιολογία για το ζήτημα της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος μηχανικού με τη διαζευκτική και εν μέρει υποθετική παραδοχή ότι "έπρεπε να ελέγξει και να συμπληρώσει την έλλειψη ως προς το πλάτος του ανοίγματος διαφυγής ή να απέχει από την εκτέλεση του έργου και να ενημερώσει τον ενάγοντα, αν ήταν προφανές ότι λόγω των εργασιών για την κατασκευή της εξόδου διαφυγής στο προβλεπόμενο πλάτος θα επιβαρυνόταν επικίνδυνα η στατικότητα της οικοδομής", με αποτέλεσμα να καθίσταται ασαφές ποια περιστατικά δέχθηκε ότι συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του εναγόμενου, δηλαδή αν αυτή οφείλεται στην παράλειψή του να επιβλέψει την ορθή εφαρμογή των σχεδίων, όπως είχε συμβατική υποχρέωση ή στο ότι ενώ διαπίστωσε ότι με την κατασκευή (αποκατάσταση) της επίμαχης εξόδου διαφυγής στο προβλεπόμενο πλάτος θα επιβαρυνόταν επικίνδυνα η στατικότητα της οικοδομής, παρ' όλα αυτά παρέλειψε να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο συνεχίζοντας την εκτέλεση του έργου, β) η δημιουργούμενη ως άνω ασάφεια επιτείνεται και από την έλλειψη σαφούς παραδοχής σχετικά με τον τρόπο που επήλθε, λόγω της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, η αδυναμία εκμετάλλευσης του ακινήτου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι μόνο με την πρώτη διαζευκτική αιτιολογία δικαιολογείται η δυνατότητα "συμπλήρωσης της έλλειψης" και συνακόλουθα η δυνατότητα αποκατάστασης του ελαττώματος και εκμετάλλευσης του καταστήματος, ενώ τέτοια δυνατότητα δεν παρέχει, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, η δεύτερη διαζευκτική αιτιολογία, αφού ενόψει επικίνδυνης επιβάρυνσης της στατικότητας της οικοδομής, δεν εξηγείται πειστικά ο τρόπος έγκαιρης αποκατάστασης της εξόδου στο προβλεπόμενο πλάτος, σε περίπτωση που ο αναιρεσείων δεν είχε παραλείψει να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο, γ) ενώ δέχεται ότι ο μισθωτής του ενάγοντος υπέβαλε αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού πυροπροστασίας στις 29-8-2007 και η αρνητική απάντηση από την Πυροσβεστική Υπηρεσία έλαβε χώρα στις 5-9-2007, δεν εξηγείται επαρκώς κατά ποίο τρόπο η άρνηση του μισθωτή να καταβάλει τα μισθώματα των προηγουμένων μηνών Απριλίου και Μαϊου 2007 οφείλεται στη μη χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού που ζητήθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, σε μεταγενέστερο χρόνο, εν όψει μάλιστα του ότι διαλαμβάνει και την παραδοχή ότι για τα προαναφερόμενα μισθώματα εκδόθηκε σε βάρος του μισθωτή η 3/2007 διαταγή απόδοσης του μισθίου, γεγονός που καταδεικνύει ότι η άρνηση καταβολής τους δεν οφείλεται, τουλάχιστον κατά τον αναιρεσίβλητο, στο επίμαχο ελάττωμα αλλά σε δυστροπία αυτού, δ) παρότι δέχεται ότι λόγω του μικρότερου πλάτους της εξόδου διαφυγής δημιουργείται κίνδυνος από τη μελλοντική χρησιμοποίηση του ακινήτου ως καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, δεν προσδιορίζει σε τί συνίσταται ο κίνδυνος αυτός, ε) δέχεται ότι ο ενάγων στερήθηκε την εκμετάλλευση του ακινήτου του μη λαμβάνοντας μισθώματα λόγω του ελαττώματος ως προς το μικρότερο πλάτος της θύρας εξόδου του ακινήτου, χωρίς να διευκρινίζει γιατί ο μισθωτής κατέβαλε τα μισθώματα του διαστήματος από 15-4-2007 ως 15-7-2007, ούτε και γιατί ο μισθωτής παρέμεινε στο μίσθιο επί δύο χρόνια (από 15-4-2007 ως 19-3-2009), οπότε και αποβλήθηκε από αυτό με αίτηση των δωρεοδόχων του ενάγοντος επικαρπωτών, και εάν οι τελευταίοι κατά το χρονικό διάστημα εκμεταλλεύονταν πράγματι το μίσθιο και αποκόμιζαν τους καρπούς του, στ) δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι ο ενάγων μετά την λήξη του δικαιώματος επικαρπίας έκανε προσπάθειες εκμίσθωσης του ακινήτου του σε τρίτους και ότι η εκμίσθωση κατέστη ανέφικτη συνεπεία του άνω ελαττώματος.
Υπό τις ως άνω παραδοχές δεν καθίσταται σαφές το αποδεικτικό πόρισμα περί του εάν το επίμαχο ελάττωμα τελεί σε λογική ακολουθία με την απώλεια των μισθωμάτων που ζητεί με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος και επίσης αν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος (δηλ.
της κατασκευής της εξόδου διαφυγής με μικρότερο του προβλεπόμενου πλάτος από αμέλειά του) και της στέρησης εκμετάλλευσης του επίμαχου περιουσιακού στοιχείου του αναιρεσίβλητου ώστε να δικαιούται αποζημίωσης για απωλεσθέντα μισθώματα και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου συναφούς λόγου που καθιστά ματαία την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρουμένη, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρ.176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλομΑΠ 13/2004, ΑΠ 125/2020).
Εν προκειμένω, μετά την παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η παραδεκτώς υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του (κατατεθείσες την 5-5-2021, ήτοι πριν τη συζήτηση), αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, εφόσον αποδεικνύεται προαποδεικτικώς, με την επίκληση και προσκόμιση από τον τελευταίο της από 27-1-2020 εξοφλητικής αποδείξεως ποσού 20.167,45 ευρώ, υπογεγραμμένης από αμφοτέρους τους διαδίκους, με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής εκάστου, σε συνδυασμό με το φωτοαντίγραφο της …-… ισόποσης τραπεζικής επιταγής εκδόσεως του αναιρεσείοντος την 28-1-2020 σε διαταγή του αναιρεσίβλητου, παραδοθείσας σ' αυτόν και εμφανισθείσας εμπροθέσμως (4-2-2020) στην πληρώτρια τράπεζα, εξοφληθείσας δε σύμφωνα με την προσκομιζόμενη απόδειξη είσπραξης και πληρωμής, ότι ο αναιρεσείων συμμορφώθηκε εκουσίως προς το διατακτικό της αναιρεθείσας αποφάσεως, καταβάλλοντας ως ανωτέρω το προμνημονευθέν ποσό (εκ κεφαλαίου, τόκων μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία και δικαστική δαπάνη) σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της επιδικασθείσας με την 47/2019 (ήδη αναιρεθείσα) απόφαση απαίτησης και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στον αναιρεσείοντα το ως άνω χρηματικό ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 47/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστή άλλον από εκείνο που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στον αναιρεσείοντα το καταβληθέν εκουσίως σε εκτέλεση της άνω αναιρεθείσας αποφάσεως ποσό των είκοσι χιλιάδων εκατόν εξήντα επτά ευρώ και σαράντα πέντε (20.167,45) λεπτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ