Appeal dismissed; court ruled procedural defect and substantive arguments against the appellant's request to overturn the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by M. L. against the first defendant, S. X., while declaring the discussion inadmissible regarding the second defendant, the Greek State. The appellant argued that the lower court erred in law by rejecting her claims for property restitution and rent compensation, but the court found these arguments based on false premises and omitted critical factual findings. Consequently, the appeal was rejected in its entirety against the first defendant, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), 576(2), 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines appeals where the appellant fails to cite essential factual findings of the lower court, rendering the alleged legal error unreviewable and the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1258 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1258/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Λ., χήρας Γ., το γένος Α. Ζ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μιχαηλίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Χ. του Γ., κατοίκου … και 2) Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπάρτζη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ το δεύτερο αναιρεσίβλητο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-2-2013 και 20-1-2012 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 10-7-2011 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 32/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/20.3.2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 18/2018, ΟλΑΠ 14/2015).
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 6-8-2018 αίτηση αναιρέσεως της Μ. Λ. κατά των 1) Σ. Χ. και 2) Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 114/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Με την απόφαση αυτή συνεκδικάσθηκαν οι από 20-7-2015 και 13- 10-2015 αντίθετες εφέσεις κατά της υπ' αριθμ. 32/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία εκδόθηκε μετά από τη συζήτηση α) της από 20.12.2012 διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, β) η από 22.2.2013 αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία και αποδόσεως ωφελημάτων ακινήτου της αναιρεσείουσας κατ' αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων και γ) η από 10.7.2011 αγωγή αποζημιώσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, αφού δε έγιναν δεκτές τυπικά και κατ' ουσίαν και οι δύο εφέσεις, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση και έγιναν εν μέρει δεκτές οι άνω τρεις αγωγές.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (28.9.2020), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Οι παριστάμενοι διάδικοι και δη τόσο η αναιρεσείουσα όσο και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν έκθεση επιδόσεως της αιτήσεως αναιρέσεως προς το απολιπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο ή το επιδοθέν από αυτό προς τους ίδιους αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, ώστε να διαπιστωθεί με επιμέλεια ποίου διαδίκου επισπεύδεται η συζήτηση και στην περίπτωση που επισπεύδεται με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, αν το δεύτερο αναιρεσίβλητο κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατ' αυτήν ή κατά την αρχική δικάσιμο της 23.9.2019, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την παρούσα δικάσιμο, αφού κατ' αυτήν δεν προκύπτει ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο είχε εκπροσωπηθεί νομίμως με δικηγόρο που είχε πληρεξουσιότητα για επίσπευση της συζητήσεως.
Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως καθόσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο, μη υποκειμένης δε, εν προκειμένω, περιπτώσεως αναγκαίας ομοδικίας, αλλά αντίθετα περίπτωση κοινής εναγωγής, καθόσον αφορά τις άνω δεύτερη και τρίτη αγωγές, στις οποίες εναγόμενο ήταν και το Ελληνικό Δημόσιο, των εξ αδικοπραξίας εις ολόκληρον ενεχομένων (άρθρα 481, 914 και 926 ΑΚ), πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και η συζήτηση της ένδικης υπόθεσης να χωρίσει νόμιμα ως προς τους λοιπούς διαδίκους που εκπροσωπούνται και παρίστανται νόμιμα, κατά την παρούσα συζήτηση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, αναιρετικούς λόγους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με τις άνω συνεκδικασθείσες αγωγές και δη α) την από 20.1.2012 διεκδικητική αγωγή της κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, β) την από 10.7.2011 αγωγή αποζημιώσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά της ιδίας και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων και γ) την από 22.2.2013 αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία και αποδόσεως ωφελημάτων ακινήτου της ιδίας κατ' αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων, χωρίς όμως να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, όσο και τα αποδιδόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση νομικά σφάλματα, πέραν δε αυτών, παρότι γίνεται επίκληση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες διότι, με τα όσα αναφέρονται, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, με την επίφαση των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, στην πραγματικότητα, η ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος, κατά το άρθρο 1097 ΑΚ του ίδιου κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου αν από υπαιτιότητα του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε η δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο, κατά το άρθρο 1098 εδ.
α' ΑΚ, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής και κατά το άρθρο 1099 του ιδίου κώδικα αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος και μόνο αν συντρέχουν οι όροι του 1097 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση με την αξία αυτού (ΑΠ 1372/2014, ΑΠ 394/2014, ΑΠ 566/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 22-2-2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, επικαλούμενη ότι το δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο παράνομα και υπαίτια το έτος 2005 παραχώρησε το περιγραφόμενο επίδικο αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας της στον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος έκτοτε το νέμεται και το κατέχει παράνομα, και ότι από την εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά των δύο εναγομένων, συνιστάμενη στην προσβολή του απολύτου δικαιώματος κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, απώλεσε ποσό ύψους 120.000 ευρώ, το οποίο θα αποτελούσε το τίμημα που θα αποκόμιζε από την πώλησή του σε υποψήφιο αγοραστή, ενώ προσεβλήθη και η προσωπικότητα της, με συνέπεια να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ύψους 30.000 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τα άνω ποσά.
Επιπλέον, ζήτησε να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος να της καταβάλει και το ποσό των 2.820 ευρώ για απολεσθέντα ωφελήματα, τα οποία μετά βεβαιότητας θα αποκόμιζε από την εκμίσθωση του ακινήτου για τα έτη 2011 και 2012. Με την πληττόμενη απόφαση η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα περί καταβολής στην ενάγουσα ποσού 120.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στο τίμημα που αυτή θα αποκόμιζε από την πώληση του ακινήτου της σε υποψήφιο αγοραστή, με την αιτιολογία ότι δικαίωμα αποζημίωσης της ενάγουσας υφίσταται σε περίπτωση μη απόδοσης της κυριότητάς της και όχι όταν αυτή αιτείται τόσο την απόδοση του ακινήτου όσο και την καταβολή της αξίας του, όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι ήδη η ενάγουσα με την προηγούμενη από 20.1.2012 αγωγή της είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί του ακινήτου και να της αποδοθεί η νομή και κατοχή του.
Κατόπιν αυτού το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον πέμπτο λόγο της έφεσης της ενάγουσας, επικυρώνοντας κατά το σκέλος αυτός την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο. Κατά τα λοιπά η αγωγή αυτή κρίθηκε νόμιμη και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, τόσο ως προς το κονδύλιο της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με την παραδοχή ότι καμία υπαιτιότητα δεν τον βάρυνε για την χρήση και κατοχή του ακινήτου, όσο και ως προς το κονδύλιο των απολεσθέντων ωφελημάτων, με την παραδοχή αφενός μεν της ελλείψεως μισθωτικής αξίας του ακινήτου και αφετέρου της εκ μέρους του εν λόγω εναγομένου της ασκήσεως νομίμου δικαιώματος επισχέσεως έως της καταβολής των δαπανών στις οποίες είχε υποβληθεί και οι οποίες είχαν επαυξήσει την αξία του ακινήτου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως προς το μη νόμιμο του αιτούμενου εκ μέρους της αναιρεσείουσας κονδυλίου αποζημίωσης ύψους 120.000 ευρώ, δεν παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1096, 1097, 1098 και 1099 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, όπως προεκτέθηκε, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος και μόνο αν συντρέχουν οι όροι του 1097 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση με την αξία αυτού, αδυναμία που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, αφού ήδη η ενάγουσα είχε ζητήσει την απόδοση του ακινήτου της.
Συνεπώς, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι από λανθασμένη ερμηνεία του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμο το αιτούμενο εκ μέρους της κονδύλιο ύψους 120.000 ευρώ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, με τον έκτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι από λανθασμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού απέρριψε ως μη νόμιμο το αιτούμενο εκ μέρους της κονδύλιο ύψους 2.820 ευρώ, που αντιπροσωπεύει τη μισθωτική αξία του ακινήτου για τα έτη 2011 και 2012, ενώ με ορθή ερμηνεία νόμου και νόμιμη εκτίμηση του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού έπρεπε να κάνει δεκτό ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της αποδώσει την ωφέλεια που αυτός αποκόμισε ή θα μπορούσε να αποκομίσει από το επίδικο ακίνητο, συνιστάμενη στην μισθωτική αξία του επίδικου ακινήτου ύψους 2.800 ευρώ για τα έτη 2011 και 2012.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ερειδόμενος κατ' αρχήν επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον με την πληττόμενη απόφαση δεν απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αιτούμενο εκ μέρους της κονδύλιο ύψους 2.820 ευρώ αλλά ως ουσία αβάσιμο, παρότι δε το Εφετείο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση ως προς το συγκεκριμένο κονδύλιο, η αναιρεσείουσα παραλείπει εντελώς την αναφορά, στο αναιρετήριο, των κρισίμων παραδοχών του Εφετείου επί του άνω ζητήματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες αυτό, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του, περί απόρριψης κατ' ουσίαν του εν λόγω κονδυλίου της άνω αγωγής της αναιρεσείουσας, έτσι ώστε η επικαλούμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου να προκύπτει και να μπορεί να ελεγχθεί από τη, διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος, προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του τελευταίου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6 Ιουνίου 2018 αίτησης της Μ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 114/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο.
Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσίβλητο. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ