Legislator Case Law & Legislation
1258/2017 AI generated

1258/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1258/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1258/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 7-3-2016 κλήση των καλούντων.

Keywords

AI generated
excessive speed traffic offence traffic accident road safety concerns extreme speeding offence dangerous overtaking
AI generated
153/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4848/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 524/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Ιουλίου 2005 αίτησή του.
907/2025
Supreme Court dismisses appeal against murder by negligence verdict due to sufficient reasoning and correct legal application.
605/2006
Supreme Court reverses lower court on traffic accident liability due to insufficient causal reasoning regarding speed limit violation.
1125/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2003 αγωγή της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 5/1/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 654/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3506/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/11/2006 αίτησή του.
2183/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπαηλιάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1258 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1258/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Δ. Φ. του Ν., α. ατομικά, β. ως ασκούντος από κοινού με την Ν. Β. (8η αναιρεσείουσα) τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους Α. και Κ. Φ. (2ης και 3ης των αναιρεσειόντων) και γ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης και αρχικώς εναγούσης μητέρας του Α. χας Ν. Φ., 2) Α. Φ. του Δ., 3) Κ. Φ. του Δ., 4) Χ. Φ. του Ν., α. ατομικά, β. ως ασκούσας από κοινού με τον Ν. Α. (7ο αναιρεσείοντα) τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Κ. Α. (6ου των αναιρεσειόντων) και γ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης και αρχικώς εναγούσης μητέρας της Α. χας Ν. Φ., 5) Θ. Α. του Ν., 6) Κ. Α. του Ν., 7) Ν. Α. του Θ. και 8) Ν. Β. του Κ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Αμπατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης - καθ’ ης η κλήση: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Α. χας Ν. Φ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 726/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2015 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 57/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη.

Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 7-3-2016 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 19-11-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 161/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7-3-2016 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων επαναφέρεται για να συζητηθεί ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία η από 10-3-2015 (αρ. .../2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 161/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ). Να σημειωθεί, ότι με την υπ’ αριθμ. 57/2016 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, το όχημα του οποίου είχε ασφαλίσει η δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, καθ’ ης η κλήση, ενώ είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 4-12-2015 με αριθμό πινακίου 7, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η αίτηση αναίρεσης εκδικάσθηκε ως προς τον αναιρεσίβλητο, Ν. Κ. και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 57/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση ως προς αυτόν, ενώ χωρίστηκε η υπόθεση ως προς την 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, λόγω μη νόμιμης κλήτευσης αυτής κατά την προηγούμενη δίκη.

Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση, με την εν αρχή κλήση και ερευνάται σήμερα μόνον ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ... /18-5-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ε. Π., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 7-3-2016 κλήσης, με την οποία επαναφέρεται για να συζητηθεί η υπόθεση ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς αυτήν (άρθρ. 124 παρ. 2 σε συνδ. 129 ΚΠολΔ) για να παρασταθεί στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες.

Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά και στους υπερήλικες...". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 19 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες... κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες... Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει... κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για την εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, που είχε ασφαλίσει η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του το Εφετείο απέρριψε την από 19-12-2011 έφεση των αναιρεσειόντων (και της αρχικής ενάγουσας, Α. χήρας Ν. Φ., που απεβίωσε πριν την άσκηση της αναίρεσης και αντ’ αυτής συνεχίζουν τη δίκη τα τέκνα της, 1ος και 4η των αναιρεσειόντων), κατά της υπ’ αρ. 726/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που επίσης είχε απορρίψει την από 12-4-2011 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι τότε εναγόμενοι, εκ των οποίων η 2η τούτων είναι η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, να τους καταβάλουν τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτήν ποσά για έξοδα νοσηλείας και κηδείας, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο του συγγενούς τους Ν. Φ., ο οποίος προκλήθηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "Την 3-12-2010 και ώρα 05.20’ ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ανήκε σ’ αυτόν κατά κυριότητα και ήταν ασφαλισμένο για ζημίες τρίτων στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, επί της οδού ...

Πατρών με κατεύθυνση από Πάτρα προς .... Όταν έφθασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 34, παρέσυρε τον πεζό Ν. Φ. του Δ., σύζυγο της πρώτης, πατέρα του δεύτερου και πέμπτης, παππού της τρίτης, τέταρτης, έκτου και έβδομου και πεθερό των λοιπών. Από άποψη αντικειμενικών συνθηκών του τόπου του ατυχήματος πρέπει να αναφερθεί ότι η οδός ...

έχει πλάτος 12,30 μ., πλάτος ερείσματος 0,80 μ. στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ... και 1,90 μ. στο αντίθετο ρεύμα, δύο ρεύματα κυκλοφορίας, που διαχωρίζονται με συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή και μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία, οριζόντια. Η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια ενώ ήταν νύχτα και υπήρχε τεχνητός φωτισμός σε λειτουργία.

Το όριο ταχύτητας ενόψει του ότι δεν υπάρχει σχετική σήμανση και πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, καθορίζεται σε 50 χ/ω. Η κυκλοφορία των οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, η δε κατάσταση της οδού ήταν επίσης καλή, με ξηρό ασφάλτινο οδόστρωμα. Επίσης η κυκλοφορία δεν ρυθμιζόταν με φωτεινούς σηματοδότες ούτε υπήρχε διάβαση πεζών.

Τον ίδιο παραπάνω χρόνο ο Ν. Φ. του Δ., ηλικίας 76 ετών, κινούταν πεζός ευρισκόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με εκείνο που έβαινε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός. Είχε δε την πρόθεση να διασχίσει ολόκληρο το οδόστρωμα της οδού, προκειμένου να μεταβεί απέναντι σε στάση λεωφορείου, για να επιβιβαστεί σ’ αυτό και μεταβεί σε ελαιώνα του για συλλογή ελαιοκάρπου.

Καθώς άρχισε να διασχίζει το αντίθετο σε σχέση με την πορεία του οχήματος του εναγομένου ρεύμα κυκλοφορίας, έγινε αντιληπτός από τους Α. Γ. και Ν. Ν., οι οποίοι βρίσκονταν στο απέναντι έρεισμα της οδού στη στάση του λεωφορείου. Ο πρώτος απ’ αυτούς Α. Γ., που γνώριζε τον πεζό και είχε αντιληφθεί την επικείμενη προσέγγιση του αυτοκινήτου του εναγομένου, άρχισε να φωνάζει προς το μέρος του για να σταματήσει στη διαχωριστική γραμμή ενώ ο δεύτερος Ν.

Ν. άρχισε να απευθύνει προειδοποιητικά μηνύματα προς τον εναγόμενο κουνώντας τα χέρια του για να ανακόψει ταχύτητα. Ο τελευταίος αντιλήφθηκε αμέσως τον πεζό που είχε φτάσει στη διαχωριστική γραμμή και τροχοπέδησε αμέσως. Όμως ο πεζός συνέχιζε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα χωρίς να ελέγξει αν μπορούσε ασφαλώς να πράξει τούτο με αποτέλεσμα να παρασυρθεί με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου σε σημείο που βρισκόταν σε απόσταση 1,80 μ.

από τη διαχωριστική γραμμή και να τραυματιστεί. Πιο συγκεκριμένα υπέστη διατροχαντήριο κάταγμα ΑΡ μηριαίου, ανοικτό κάταγμα ΑΡ κνήμης, περιπροσθετικό κάταγμα ΔΕ κνήμης, ασταθές κάταγμα οδόντος Α2 σπονδύλου ΑΜΣΣ, μικρές εγκεφαλικές θλάσεις άμφω με παρουσία αίματος στις πλάγιες κοιλίες και υπαραχνοειδή χώρο.

Μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, όπου εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 14-1-2011. Υποβλήθηκε σε χειρουργική αποκατάσταση των καταγμάτων με εξωτερική οστεοσύνθεση λεκάνης, ενδομυελική ήλωση μηριαίου και εξωτερικές οστεοσυνθέσεις κνημών άμφω.

Το κάταγμα της ΑΜΣΣ αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με την εφαρμογή σκληρού κολάρου τύπου Ρhiladelphia. Στις 14-1-2011 μεταφέρθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου σε αυτόματη αναπνοή με χαμηλό επίπεδο επικοινωνίας. Παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 22-2-2011, οπότε απεβίωσε συνεπεία των παραπάνω τραυμάτων.

Ο θανάσιμος τραυματισμός του οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδίου. Πιο συγκεκριμένα αυτός δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού πεζού, όπως όφειλε με βάση τους νομικούς κανόνες κίνησης των πεζών και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και μπορούσε να επιδείξει ενόψει της ηλικίας του και των λοιπών προσωπικών του περιστάσεων.

Έτσι μολονότι είχε την πρόθεση να διασχίσει κάθετα ολόκληρο το οδόστρωμα της οδού ... σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, κατέβηκε στο οδόστρωμα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρα 12 παρ. 1 εδ. α’ και 38 παρ. 4 περ. ε’ ΚΟΚ) και να ελέγξει τυχόν κίνηση αυτών.

Αλλά αντίθετα άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα ανέλεγκτα και ενώ πλησίαζε στη διπλή διαχωριστική γραμμή και είχε διασχίσει το ένα ρεύμα κυκλοφορίας, δε σταμάτησε για να ελέγξει την κίνηση των κινουμένων στο άλλο ρεύμα αυτοκινήτων. Συνέχισε να το διασχίζει με αμείωτο ρυθμό παρά το ότι ήταν νύχτα και φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα ώστε να μην μπορεί να γίνει ευχερώς αντιληπτός από τους οδηγούς των κινουμένων οχημάτων αφού υπήρχε μεν τεχνητός φωτισμός αλλά δεν αποδείχτηκε ότι ήταν και επαρκής και ακόμα παρά τις έντονες προειδοποιήσεις του Α.

Γ. και τις κινήσεις των χεριών του Ν. Ν., οι οποίοι προφανώς αντιλήφθηκαν ότι δεν προλαβαίνει να διασχίσει το οδόστρωμα, και τις οποίες (προειδοποιήσεις) δεν αντιλήφθηκε. Χαρακτηριστικά είναι όσα κατέθεσαν οι ανωτέρω στις από 19-12-2010 προανακριτικές καταθέσεις τους "...αφού είχε αρχίσει να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας προς Πάτρα και προτού φτάσει στη διπλή διαχωριστική γραμμή του φώναξα "σταμάτα εκεί" αμέσως μετά και αφού ο Φ.

Ν. δεν με άκουσε που του φώναξα, το ΕΙΧ φρενάρισε αλλά δεν πρόλαβε να σταματήσει και τον παρέσυρε... δεν έλεγξε καθόλου το δρόμο προτού τον διασχίσει..." ο πρώτος και "...ενώ είχα δει ένα ΕΙΧ αυτοκίνητο να κινείται στην οδό ... προς Τρίπολη, με τα φώτα αναμμένα, άρχισα να κάνω νοήματα με τα χέρια μου προς το ΙΧΕ για να ανακόψει ταχύτητα έχοντας το βλέμμα μου προς το Φ.

Ν., προς τον οποίο φώναζε ο Γ. Α. να σταματήσει αλλά αυτός έδειχνε να μη δίνει σημασία και να μην ακούει τις φωνές του, διέσχισε το δρόμο χωρίς να ελέγξει με αποτέλεσμα το ΕΙΧ παρότι φρενάρισε όταν πλέον ο Φ. είχε μπει στο ρεύμα πορείας του ΕΙΧ προς Τρίπολη κάθετα αλλά δεν σταμάτησε εγκαίρως, τον παρέσυρε..." ο δεύτερος.

Αντίθετα τον εναγόμενο οδηγό δεν βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος. Αυτός είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του. Ειδικότερα κινούταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του με ταχύτητα 50 περίπου χ/ω, που ήταν κανονική για τις προαναφερθείσες περιστάσεις.

Η ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης 17 μέτρων καθεαυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι έβαινε με υπερβολική ταχύτητα πάνω από 100 χ/ω, δεν αποδείχτηκε βάσιμος. Περαιτέρω ο εναγόμενος είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα πορείας δεδομένου ότι ήταν νύχτα και ο τεχνητός φωτισμός δεν αποδείχτηκε ότι ήταν επαρκής, ενώ αντιλήφθηκε εγκαίρως την αντικανονική κίνηση του πεζού και ενήργησε αμέσως τον προσήκοντα αποφευκτικό ελιγμό προβαίνοντας σε τροχοπέδηση χωρίς ωστόσο να αποφύγει την παράσυρση του πεζού, ο οποίος συνέχιζε να βαδίζει με τον ίδιο ρυθμό.

Ελιγμό προς τα αριστερά δεν ήταν δυνατόν να εκτελέσει επειδή μετά βεβαιότητας θα παρέσυρε τον πεζό, που βάδιζε αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος ενώ προς τα δεξιά υπήρχε κίνδυνος να παρασύρει τους ανωτέρω Α. Γ. και Ν. Ν., που βρίσκονταν στη στάση στο ίδιο ύψος με τον πεζό, σε απόσταση 2,40 μ., από το αυτοκίνητο.

Από κανένα αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος αντιλήφθηκε καθυστερημένα τον πεζό, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Εξάλλου αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι έπρεπε ο εναγόμενος να ανακόψει ταχύτητα επειδή πλησίαζε σε στάση λεωφορείου και τούτο διότι η στάση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι ήταν στεγασμένη ώστε να μπορεί να γίνει αντιληπτή ενώ δεν υπήρχε σχετική σήμανση.

Οι προαναφερόμενες αντικανονικές ενέργειες και παραλείψεις του πεζού συνιστούν υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας και θα αποφεύγονταν αν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού πεζού, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει με βάση τις ικανότητές του, τελούν δε σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού χωρίς αυτές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα επερχόταν τούτο...".

Και δεχόμενο τα ανωτέρω απέρριψε την έφεση κατ’ ουσίαν.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του ΚΟΚ εκ πλαγίου με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα: Α) Αναφέρει ότι ο εναγόμενος οδηγός αντιλήφθηκε εγκαίρως τον πεζό, που είχε φθάσει στη διπλή διαχωριστική γραμμή, ότι ο πεζός διέσχιζε το οδόστρωμα ανέλεγκτα, χωρίς να σταματήσει, ότι βάδιζε με αμείωτο ρυθμό και, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ο πεζός είχε διασχίσει από το σημείο, που κατήλθε στο οδόστρωμα έως το σημείο της σύγκρουσης 8,10 μέτρα, δηλαδή 6,30 μέτρα, όσο το πλάτος του αντίθετου ρεύματος και 1,80 μέτρα εντός του ρεύματος πορείας του, σε σύνολο πλάτους οδοστρώματος και των δύο ρευμάτων πορείας 12,30 μέτρων, ότι το αυτοκίνητο εκινείτο με αναμμένα τα μεγάλα φώτα πορείας του, που υποδηλώνει ότι είχε ορατότητα, στο εμπρόσθιο μέρος του, 100 μέτρα (βλ.

άρθρα 36 παρ. 1α και 63 παρ. 1 ΚΟΚ) και ότι ο οδηγός τροχοπέδησε αμέσως, χωρίς όμως να διευκρινίζει ενόψει και της ύπαρξης ιχνών τροχοπέδησης του IX αυτοκινήτου, μήκους 17 μέτρων, την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε τον πεζό και αν όφειλε να τον αντιληφθεί νωρίτερα κατά τη διάρκεια της (χωρίς έλεγχο) πορείας του πεζού, εντός του οδοστρώματος.

Επίσης, δεν διευκρινίζεται ποια ήταν η απόσταση του αυτοκινήτου από τον πεζό, όταν αυτός κατήλθε στο οδόστρωμα, πριν ο πεζός εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., όπου εκινείτο το IX, ώστε να ερευνηθεί, εάν ο οδηγός μπορούσε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του. Το ζήτημα αυτό είναι ουσιώδες για να κριθεί, εάν ήταν δυνατή η έγκαιρη ακινητοποίηση του αυτοκινήτου.

Β) Ενώ το Εφετείο δέχεται ότι η παράσυρση του πεζού από την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου έγινε εντός του ρεύματος προς ... - Τρίπολη και μάλιστα σε απόσταση 1,80 μέτρα από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, στη συνέχεια δέχεται ότι ο οδηγός, ο οποίος κατά τις παραδοχές του Εφετείου εκινείτο με κανονική ταχύτητα, περίπου 50 χλμ/ώρα, δεν ήταν δυνατόν να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά, επειδή μετά βεβαιότητας θα παρέσυρε τον πεζό, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζει, αν το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που κατά τις σχετικές παραδοχές είχε πλάτος (μαζί με το έρεισμα, πλάτους 1,90 μ.), 8,05 μέτρα (6,15 + 1,90) ήταν ελεύθερο κατά τη στιγμή του ατυχήματος από κίνηση άλλων οχημάτων.

Επίσης, το Εφετείο δέχεται ότι ο οδηγός δεν μπορούσε να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό ούτε προς τα δεξιά του οδοστρώματος, του ρεύματος πορείας του, από το άκρο δεξιό του οποίου απείχε 2,40 μέτρα, όπου υπήρχε η στάση λεωφορείου, διότι, κατά τις παραδοχές του, υπήρχε κίνδυνος να παρασύρει τους Α. Γ. και Ν. Ν., που βρίσκονταν στη στάση, χωρίς όμως να διευκρινίζει την ακριβή θέση των ως άνω δύο ατόμων, (επί του οδοστρώματος ή όχι) ζήτημα που είναι ουσιώδες για να κριθεί, εάν ήταν εφικτός ο δεξιός αποφευκτικός ελιγμός.

Έτσι ανακύπτει ασάφεια, αντίφαση και κενό, ως προς τη θέση του πεζού, που διέσχιζε κάθετα την οδό, τη στιγμή κατά την οποία, το πρώτον ο αναιρεσίβλητος οδηγός τον αντιλήφθηκε ή όφειλε να τον αντιληφθεί, ώστε να κριθεί, αν ήταν εφικτή η αποτροπή του ατυχήματος, με την έγκαιρη τροχοπέδηση και την δυνατότητα του εν λόγω οδηγού να εκτελέσει άλλον αποφευκτικό ελιγμό (πλην της τροχοπέδησης), είτε προς τα αριστερά είτε προς τα δεξιά, στοιχεία ουσιώδη, προκειμένου να κριθεί αν ο τελευταίος τήρησε τις επιβαλλόμενες από τα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ.

υποχρεώσεις και, συνεπώς αν υπάρχουν παραλείψεις αυτού καθώς και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος. Επομένως, τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσεϊοντες με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αρ. 161/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών (που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Εφετείο Πατρών, αποτελούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στον καταθέσαντα τούτο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ