Legislator Case Law & Legislation
1258/2016 AI generated

1258/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1258/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1258/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλ. ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση ή γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Ο νόμος, πλέον, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 56 § 3 του Π.Ν.

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim contractual penalty clause extortion of excessive official fees petrol station agreement motor vehicle expenses offence committed within a business
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1258 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1258/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ’ αριθ 662/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον D. G. του F., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 6422/14-9-2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 972/2015.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 385 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ. "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στη περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2 αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω κακουργηματική μορφή του, απαιτείται αντικειμενικώς α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, β) εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλές οι οποίες εκλαμβάνονται ως σοβαρές (πραγματοποιήσιμες) από τον απειλούμενο, είναι δε ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής με την έννοια ότι η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού πρόκειται να επακολουθήσει αμέσως, αν ο εξαναγκαζόμενος δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς (ότι δηλ.) ο εξαναγκασμός δεν επιτυγχάνεται με σωματική βία ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο με επικείμενο κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής) πρόκειται για εκβίαση τιμωρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφ.

γ’ του ιδίου ως άνω άρθρου σε βαθμό πλημ/ματος. Για την υποκειμενική υπόσταση του ιδίου εγκλήματος απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχώμενου δόλου (της αμφιβολίας) των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος) ανεξαρτήτως της επιτεύξεως η μη του οφέλους.

Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς αν δηλ. δεν επέλθει ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι το έγκλημα είναι σε απόπειρα.

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 46 § 1 ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής, ανεξαρτήτως αν αυτός ως δράστης παραμένει άγνωστος, και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού δηλ.

ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Μεταξύ των μέσων, με τα οποία μπορεί να προκληθεί στον φυσικό αυτουργό η απόφαση τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, περιλαμβάνεται η πειθώ και φορτικότητα οι επίμονες προτροπές, οι παραινέσεις η εκμετάλλευση της ροπής για εύκολο πλουτισμό, ή υπόσχεση καταβολής αμοιβής ή οικονομικού ανταλλάγματος.

Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλ. ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση ή γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Ο νόμος, πλέον, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 56 § 3 του Π.Ν.

που καθόριζε περιοριστικά τα μέσα και τον τρόπο τελέσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν αναφέρεται στον τρόπο της προκλήσεως της αποφάσεως στον φυσικό αυτουργό, η οποία μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ.

Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη δε αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν εννιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. ε’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα α)της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή σε απόπειρα εκβίασης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και β) της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε απλή σωματική βλάβη από κοινού και της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και δύο μηνών και 28 ημερών μετατραπείσα.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες έγγραφα απολογία κατηγορουμένη) αποδείχθηκαν τα εξής: "Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών D. (εττιθ) G. (ον) του F., ο οποίος παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διεξαχθείσα δίκη για το χρηματικό ποσό των δέκα (10) ευρώ με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που - υπέστη από τις σε βάρος του αξιόποινες πράξεις των κατηγορουμένων, Ιρανός υπήκοος, από το Μάιο του έτους 2007 είχε επαγγελματική συνεργασία με τη κατηγορουμένη Μ.

Ε. του Γ., η οποία εκμεταλλευόταν πρατήριο υγρών καυσίμων υπό το σήμα της BP στο 15ο χιλιόμετρο της παλαιάς εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Καβάλας στα ... Θεσσαλονίκης. Η τελευταία είναι γνωστή στις κοινωνικές και επαγγελματικές της σχέσεις ως Β. Συγκεκριμένα ο εγκαλών, ο οποίος στις κοινωνικές και επαγγελματικές επαφές του ήταν γνωστός με το όνομα "Ρ.", εργαζόταν ως πωλητής υγρών καυσίμων στο εν λόγω πρατήριο, ενώ παράλληλα συνέστηνε σε μεταφορικές εταιρείες της Τουρκίας και του Ιράν να προμηθεύονται καύσιμα για τα φορτηγά αυτοκίνητα αυτών που εκτελούσαν διεθνείς οδικές μεταφορές από το εν λόγω πρατήριο της κατηγορουμένης Μάλιστα στα πλαίσια της πιο πάνω συνεργασίας συμφώνησε με την κατηγορουμένη να εκμεταλλευτούν από κοινού και το πρατήριο υγρών καυσίμων που βρισκόταν απέναντι από το πρατήριο της κατηγορουμένης και για το λόγο αυτό συνέστησαν από κοινού εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία, λόγω των διαφορών που εντωμεταξύ ανέκυψαν, ουδέποτε λειτούργησε, ούτε έλαβε αριθμό φορολογικού μητρώου για την έναρξη εργασιών.

Λόγω οικονομικών διαφορών που ανέκυψαν μεταξύ του εγκαλούντος και της κατηγορουμένης, η συνεργασία τους διακόπηκε στις αρχές Ιουνίου του έτους 2008 και ο εγκαλών αποχώρησε από το πρατήριο της ανωτέρω Συγκεκριμένα ο εγκαλών διεκδικούσε την συμφωνηθείσα αμοιβή των πέντε (5) τελευταίων μηνών της μεταξύ τους συνεργασίας συνολικού ύψους 15.000 ευρώ που του όφειλε η κατηγορουμένη από 3.000 ευρώ μηνιαίως, ενώ η τελευταία απαιτούσε από αυτόν να της καταβάλει το ποσό των 57.000 ευρώ.

το οποίο υποστήριζε ότι "αφορούσε αγορές υγρών καυσίμων, τις οποίες είχαν πραγματοποιήσει οδήγα φορτηγών αυτοκινήτων των ανωτέρω αλλοδαπών μεταφορικών εταιρειών, με πίστωση του τιμήματος που δεν είχε πληρωθεί, για τις οποίες θεωρούσε υπεύθυνο τον εγκαλούντα. Επίσης ζητούσε από αυτόν να της αποδώσει το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος είχε εισπράξει από τη τουρκική μεταφορική εταιρεία με το τίτλο ..., έναντι οφειλών της , τελευταίας από την αγορά υγρών καυσίμων από το πρατήριο της κατηγορουμένης, ποσό που ο εγκαλών παραδεχόταν ότι είχε εισπράξει, πλην όμως ηρνείτο να αποδώσει στη κατηγορουμένη, με το αιτιολογικό ότι αυτή του χρωστούσε την ως άνω αμοιβή του των πέντε τελευταίων μηνών από τη μεταξύ τους συνεργασία.

Σημειωτέον ότι η κατηγορουμένη παραδέχεται την οφειλή της αυτή. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο όμως δεν προέκυψε ότι ο εγκαλών είχε οφειλές ύψους 57.000 ευρώ προς τη κατηγορουμένη και μάλιστα ληξιπρόθεσμες, ακόμη και εάν γίνει δεχτό ότι αυτός είχε "εγγυηθεί" την αποπληρωμή των οφειλών των πιο πάνω μεταφορικών εταιρειών προς τη κατηγορουμένη, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας, για την οποία μάλιστα απαιτείται έγγραφος τύπος (άρθ. 849 ΑΚ).

Ο εγκαλών, μετά τη διακοπή της συνεργασίας του με τη κατηγορουμένη, από τις αρχές Ιουλίου του έτους 2008 ξεκίνησε συνεργασία με τη ομόρρυθμη εταιρεία των Α. και Α. Ρ., που εκμεταλλευόταν υπό την επωνυμία "..." πρατήριο υγρών καυσίμων στο … χιλιόμετρο της παλαιάς εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Καβάλας, όπου μάλιστα κατέστη ομόρρυθμο μέλος.

Ως συνέπεια του γεγονότος αυτού ήταν τουρκικές και ιρανικές μεταφορικές εταιρείες, οι οποίες με συστάσεις του εγκαλούντος προμηθεύονταν για τα φορτηγά τους αυτοκίνητα υγρά καύσιμα από το πρατήριο υγρών καυσίμων της κατηγορουμένης στο 15ο χιλιόμετρο της ως άνω εθνικής οδού, να αρχίσουν πλέον να προμηθεύονται καύσιμα από το πρατήριο των αδελφών Ρ.

στο … χιλιόμετρο της ιδίας οδού, όπου μάλιστα είχε συμφωνηθεί ποσοστιαία αμοιβή του εγκαλούντος επί των πωλουμένων στους εν λόγου οδηγούς καυσίμων Η κατηγορουμένη, έχοντας χολωθεί από την ως άνω συμπεριφορά του εγκαλούντος, αντί να ακολουθήσει τη δικαστική οδό για την είσπραξη των απαιτήσεών της κατ αυτού, που επικαλείτο ότι είχε, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιό της να εξαναγκάσει τον εγκαλούντα να της καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό των 57.000 ευρώ με απειλές και άσκηση σε βάρος του σωματικής βίας.

Έτσι αυτή με πειθώ και φορτικότητα και προφανώς με τη παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων, έπεισε τους γνωστούς σε αυτή αδελφούς Ο., οι οποίοι είχαν απλή γνωριμία με τον εγκαλούντα, όταν ο τελευταίος απασχολείτο στο πρατήριο υγρών καυσίμων της κατηγορουμένης και έτσι γνωρίσθηκαν και με τη τελευταία, να τον "πείσουν", ασκώντας σε αυτόν την αναγκαία σωματική βία, να εκπληρώσει τις προς αυτήν υποτιθέμενες υποχρεώσεις του.

Ακολούθως οι ως άνω αδελφοί Ο. και ειδικότερα ο Έ. Ο. του Γ. και Ζ. Ο. του Γ. (πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων στη πρωτοβάθμια δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 3467/2012 καταδικαστική γι’ αυτούς απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, των οποίων οι ασκηθείσες εφέσεις απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες με την υπ’ αριθμό 556/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), με καταγωγή τη Γεωργία, από τους οποίους ο πρώτος απασχολείτο ως οικοδόμος, μετά από προηγουμένη τηλεφωνική επικοινωνία του δευτέρου εξ αυτών με τον εγκαλούντα, μετέβησαν περί ώρα 22.30 μμ της 23ης Ιουλίου 2008 στο πρατήριο υγρών καυσίμων των αδελφών Ρ..

όπου πλέον εργαζόταν ο εγκαλών, επιβαίνοντες ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας OPEL, σκούρου χρώματος, στο οποίο επέβαινε επίσης ένα ακόμη άτομο, τα στοιχεία του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν και για το οποίο δεν προέκυψε οιαδήποτε επαφή του με τη κατηγορουμένη και, αφού στάθμευσαν προσωρινά κάπου απόμερα, ζήτησαν από τον εγκαλούντα που είχε μεταβεί στο σημείο στάθμευσης να επιβιβασθεί του αυτοκινήτου για να κάνουν μία βόλτα και να συνομιλήσουν, όπως και έγινε Στη συνεχεία μετέβησαν άπαντες με το πιο πάνω ΙΧΕ αυτοκίνητο σε ερημική τοποθεσία κοντά στο χωριό ...

Θεσσαλονίκης . Εκεί, αφού κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, ζήτησαν επιτακτικά από τον εγκαλούντα να καταβάλει το ποσό των 57 000 ευρώ, που, όπως του είπαν, όφειλε στην κατηγορουμένη, καθώς και 10.000 ευρώ για δικά τους έξοδα Όταν ο εγκαλών αρνήθηκε το χρέος, οι ανωτέρω αδελφοί Ο. και ο άγνωστος τρίτος άρχισαν να τον κτυπούν με γροθιές στο πρόσωπο και το σώμα, προξενώντας του τις αναφερόμενες στο διατακτικό της παρούσας σωματικές κακώσεις, ενώ δραττόμενοι της ευκαιρίας του αφαίρεσαν αυτοβούλως δύο κινητά τηλέφωνα, με σκοπό τη παράνομη ιδιοποίησή τους και παραλλήλως του ζήτησαν τα κλειδιά του υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, μάρκας AUDI μοντέλο Α8, χρώματος γκρι, ώστε να γίνει ανταλλαγή με το υποτιθέμενο χρέος Τα κλειδιά του αυτοκινήτου του όμως δεν ήταν σε θέση να τους παραδώσει ο εγκαλών, καθόσον τα είχε αφήσει στο πρατήριο υγρών καυσίμων και έτσι ξεκίνησαν επιβαίνοντας του αυτοκινήτου με προορισμό το εν λόγω πρατήριο.

Μάλιστα κατά τη διαδρομή της επιστροφής ο εξ αυτών Ζ. Ο. τηλεφώνησε μέσω κινητού τηλεφώνου στη κατηγορουμένη και σε ανοιχτή ακρόαση τη ρώτησε "Πόσα χρήματα χρωστάει ο Ρ.;" και εκείνη απάντησε "Ξέρει καλά πόσα χρωστάει". Το εν λόγω τηλεφώνημα και ουσιαστικά το περιεχόμενο της πιο πάνω συνομιλίας παραδέχεται και η κατηγορουμένη στην απολογία της.

Κατά την άφιξή τους στο πιο πάνω πρατήριο, κατήλθε του αυτοκινήτου ο Ζ. Ο., ο οποίος, αφού ζήτησε από το φίλο του εγκαλούντος Π. Λ. να του φέρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου δήθεν για λογαριασμό του εγκαλούντος, αναχώρησε με το εν λόγω με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο υπήρχε χαρτοφύλακας με διάφορα προσωπικά έγγραφα του εγκαλούντος, με σκοπό τη παράνομη ιδιοποίησή του, ενώ οι ‘ Ε.

Ο. και το τρίτο άτομο εγκατέλειψαν αιμόφυρτο τον εγκαλούντα στο χώρο του πρατηρίου και αναχώρησαν με το δικό τους αυτοκίνητο. Στη συνέχεια ο εγκαλών μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑ8 στο νοσοκομείο "....", όπου νοσηλεύθηκε, ενώ την επομένη ημέρα, έχοντας ήδη περιέλθει σε κατάσταση τρόμου και ανησυχίας από τις ως άνω σε βάρος του πράξεις και απειλές των αδελφών Ο., κατήγγειλε το σε βάρος του περιστατικό σε αστυνομικούς του Αστυνομικού τμήματος Απολλωνίας.

Τις επόμενες ημέρες μέχρι τις 8 Αυγούστου 2008 και, ενώ του περιστατικού είχε πλέον επιληφθεί το τμήμα δίωξης εκβιαστών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του εγκαλούντος και του Ζ. Ο., κατά τη διάρκεια της οποίας ο τελευταίος ζήτησε την προς αυτόν (και όχι προς τη κατηγορουμένη) μεταβίβαση του ημίσεως του μεριδίου του εγκαλούντος στο ως άνω πρατήριο υγρών καυσίμων των αδελφών Ρ.

και χρηματικό ποσό το ύψος του οποίου απέφυγε να προσδιορίσει, προκειμένου να του επιστρέψει το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο. Στο πλαίσιο της διεξαγόμενης από την αστυνομία έρευνας προσημειώθηκαν από το τμήμα εκβιάσουν χαρτονομίσματα του εγκαλούντος για να χρησιμοποιηθούν από αυτόν σε συνάντησή του με τους ανωτέρω αδελφούς Ο.

και τη κατηγορουμένη. Στις 8 Αυγούστου 2008 και περί ώρα 20 30 μμ, κατά τη διάρκεια προκαθορισμένης συνάντησης του εγκαλούντος στο πρατήριο υγρών καυσίμων της κατηγορουμένης στα ... Θεσσαλονίκης με τη τελευταία για να διευθετήσουν τα του χρέους της προς αυτή, όπου ο εγκαλών είχε μεταβεί συνοδευόμενος με τον Α.

Ρ., σε τηλεφωνική επικοινωνία του εγκαλούντος με τον Ζ. Ο. που έγινε στη τουρκική γλώσσα, ο τελευταίος απείλησε τον εγκαλούντα με τη φράση "αν δε δώσεις τα λεφτά που χρωστάς στη Β., όπου σε βρω θα σε σκοτώσω", προξενώντας έτσι σε αυτόν ανησυχία Μάλιστα όπως κατέθεσε σχετικά ο μάρτυρας Α. Ρ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επιβεβαίωσε ουσιαστικά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της συνάντησης αυτής η κατηγορουμένη είπε στον εγκαλούντα "πρώτα θα ξεχρεώνεις τα χρέη σου κα μετά θα φεύγεις από μία συνεργασία".

Σε νέα δε τηλεφωνική επικοινωνία περί ώρα 21.00 μμ, μεταξύ του εγκαλούντος και του Ζ. Ο., ο τελευταίος πληροφόρησε τον εγκαλούντα ότι -δεν προτίθετο να έλθει στο χώρο του πρατηρίου υγρών καυσίμων της κατηγορουμένης και όρισε νέο τόπο συνάντησης στο ζαχαροπλαστείο "..." στην οδό ... στην Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης για τη ρύθμιση του προς αυτήν υποτιθέμενου χρέους του εγκαλούντος.

Πράγματι ο εγκαλών, ο Α. Ρ. και η κατηγορουμένη μετέβησαν με χωριστά αυτοκίνητα στο εν λόγω ζαχαροπλαστείο. Εκεί τους ανέμενε ο ‘ Ε. Ο., ο οποίος απείλησε τον εγκαλούντα στη τουρκική γλώσσα ότι "αν δε δώσεις τα λεφτά που χρωστάς, θα σε κάνω κομματάκια". Παραλλήλως η κατηγορουμένη, μόλις κάθισε, απηύθυνε στον ‘ Ε.

Ο. τη φράση "εμένα με ξέρεις;" και αυτός ένευσε αρνητικά. Τη στιγμή εκείνη και προτού ο εγκαλών προβεί σε οπωσδήποτε κίνηση παράδοσης του φακέλου με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα, οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν διακριτικά τη περιοχή, επικαλούμενοι άγνοια της επικινδυνότητας του ‘ Ε. Ο.. επενέβησαν και συνέλαβαν αυτόν και τη κατηγορουμένη.

Μετά τη σύλληψή του και κατόπιν υπόδειξης των αστυνομικών, ο συλληφθείς ‘ Ε. Ο. επικοινώνησε τις βραδινές ώρες της ιδίας ημέρας τηλεφωνικά με τον αδελφό του Ζ., ο οποίος μέσω τρίτου προσώπου απέστειλε στην αστυνομία το χαρτοφύλακα με τα προσωπικά έγγραφα του εγκαλούντος, ενώ στη συνέχεια υπέδειξε το τόπο που βρισκόταν το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εγκαλούντος που κατασχέθηκε και ακολούθως αποδόθηκε στον ιδιοκτήτη του εγκαλούντα. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών δεν είχε οιασδήποτε φύσης, προσωπικής ή επαγγελματικής, διαφορά με τους αδελφούς Ο., ούτε με τρίτο πρόσωπο, είναι δε χαρακτηριστικό ότι αυτοί στις ενώπιον του Ανακριτή απολογίες τους, που αναγνώσθηκαν, (οι ίδιοι δεν εμφανίσθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο), ενώ παραδέχονται ότι κτύπησαν τον εγκαλούντα, προξενώντας του σωματικές κακώσεις, απέφυγαν να απαντήσουν με σαφήνεια για ποίο λόγο προέβησαν στη πιο πάνω πράξη των σε βάρος του εγκαλούντος.

Μόνη δε η αρνητική απάντηση του ‘ Ε. Ο. στην ερώτηση της κατηγορουμένης εάν τη γνωρίζει, περί της οποίας καταθέτει ο μάρτυρας Α. Ρ., δεν μπορεί να οδηγήσει τη πλειοψηφία των μελών του Δικαστηρίου σε αθωωτική για τη κατηγορουμένη κρίση, αφού δεν αποκλείεται να ήταν προσυμφωνημένη. Το ίδιο πρέπει να λεχθεί κα" σχετικά με τα όσα κατέθεσαν οι εξετασθέντες μάρτυρες αναφορικά με τον επαγγελματισμό και το χαρακτήρα της κατηγορουμένης, ενόψει των όσων ήδη προαναφέρθηκαν.

Από τα προεκτεθέντα είναι σαφές ότι η κατηγορουμένη έδωσε τις απαραίτητες πληροφορίες και οδηγίες και παραλλήλως έπεισε με πειθώ και φορτικότητα τους αδελφούς Ο., λόγω της γνωριμίας που είχε με αυτούς και προφανώς και με την παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων να τελέσουν τις προαναφερθείσες πράξεις της από κοινού εκβίασης και της από κοινού απλής σωματικής βλάβης σε βάρος του εγκαλούντος, όπως αυτός βάσιμα ισχυρίζεται Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κατηγορουμένη, κατά τη κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη τεσσάρων μελών αυτού, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε πρόκληση απλής σωματικής βλάβης από κοινού σε βάρος του εγκαλούντος και της κατ’ εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε εκβίαση που τελέσθηκε υπό τη μορφή απόπειρας σε βάρος του εγκαλούντος, με το ελαφρυντικό του ότι μέχρι τη τέλεση των πράξεων αυτών έζησε έντιμη ατομική, επαγγελματική, οικογενειακή και εν γένει κοινωνική ζωή κατ’ άρθρο 84 παρ 2 στοιχ.

α του ΠΚ, που της αναγνωρίσθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση".

Στη συνέχεια κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι: "

Κηρύσσει την κατηγορουμένη κατά κατά πλειοψηφία ένοχη του ότι: στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, από πρόθεση, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο, Ειδικότερα:

1) Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν, ήτοι προκάλεσε στους Έ. Ο., Ζ. Ο., την απόφαση να εκτελέσουν το πλημμέλημα της απλής σωματικής βλάβης από κοινού. Συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη, στις 23 07.2008, έπεισε με πειθώ και φορτικότητα, παραινέσεις και υποσχέσεις οικονομικών ανταλλαγμάτων, τα ανωτέρω πρόσωπα, ενεργώντας από κοινού, να χτυπήσουν με γροθιές τον G. D. στο πρόσωπο και το σώμα, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν κάκωση κεφαλής, θώρακος, ρινός, άκρας χειρός (αρ). αιμάτωμα βλεφάρων και κατάγματα της 9ης και 11ης πλευράς δεξιά και 12ης αριστερά.

2) Στη Θεσσαλονίκη, στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν, ήτοι προκάλεσε ατούς Έ. Ο., Ζ. Ο., την απόφαση να εκτελέσουν με σωματική βία το κακούργημα της εκβίασης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και να επιχειρήσουν πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης.

Ειδικότερα: α) Στις 23 07.2008, έπεισε με πειθώ και φορτικότητα. παραινέσεις και υποσχέσεις οικονομικών ανταλλαγμάτων, τα ανωτέρω πρόσωπα, να επιχειρήσουν να εξαναγκάσουν με βία τον G. D. σε πράξη, ήτοι στην εξόφληση υποτιθέμενης οφειλής του προς αυτήν, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε αυτή παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο χρόνο και περί ώρα 22.30’ μετέβησαν στο πρατήριο υγρών καυσίμων, που βρίσκεται στο … χλμ.

ΠΕΟ Θεσσαλονίκης - Καβάλας, συνιδιοκτησίας του παθόντος, επιβίβασαν τον παθόντα σε ΙΧΕ. αυτοκίνητο και τον οδήγησαν σε ερημική τοποθεσία κοντά στο χωριό ... Θεσσαλονίκης, όπου του ζήτησαν να καταβάλει υποτιθέμενο χρέος, που είχε προς αυτήν, ήτοι πενήντα επτά χιλιάδες (57.000,00) ευρώ καθώς και δέκα χιλιάδες (10.000,00) ευρώ στους ίδιους, όταν δε εκείνος αρνήθηκε, τον χτύπησαν και οι τρεις με γροθιές στο πρόσωπο και στο σώμα, προκαλώντας του τις υπό στ. 1 σωματικές κακώσεις και του ζήτησαν τα κλειδιά του αυτοκινήτου του με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας Audi Α8, προκειμένου να γίνει ανταλλαγή με το υποτιθέμενο χρέος του, πλην, όμως, ο παθών δεν έφερε τα κλειδιά του αυτοκινήτου επάνω του Στη συνέχεια, τον εγκατέλειψαν αιμόφυρτο στο πρατήριο υγρών καυσίμων απ’ όπου τον είχαν επιβιβάσει, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν τα κινητά τηλέφωνα και το αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, και β) στις 08 08 2008 και περί ώρα 20.30’ , κατά τη διάρκεια προκαθορισμένης συνάντησης του παθόντος με αυτήν, στο πρατήριο υγρών καυσίμων στο … χλμ.

ΠΕΟ Θεσσαλονίκης - Καβάλας σε τηλεφωνική επικοινωνία του παθόντος με τον Ζ. Ο., ο τελευταίος τον απείλησε με τη φράση "αν δεν μου δώσεις τα λεφτά που χρωστάς στη Β. όπου σε βρω θα σε σκοτώσω", ενώ την ίδια ημέρα και περί ώρα 21 00 σε προκαθορισμένη συνάντηση του παθόντος με αυτήν και τον Έ. Ο.. στο ζαχαροπλαστείο "..." επί της οδού ...

στην Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης, ο τελευταίος τον απείλησε με τη φράση "αν δεν δώσεις τα λεφτά που χρωστάς θα σε κάνω κομματάκια" Πλην, όμως, η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεώς τους, καθόσον ο παθών δεν ενέδωσε στον εκβιασμό, αλλά καταμήνυσε τους δράστες της σε βάρος του αξιόποινης πράξης, κατά δε την ως άνω συνάντηση, επενέβησαν αστυνομικοί και συνέλαβαν την κατηγορουμένη και τον Έ.

Ο..

Το Δικαστήριο δέχεται ότι η κατηγορούμενη έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα -Έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η ως άνω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμού, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 26 παρ. 1α, 27, 42 § 1 και 46 § 1α, 83, 84 § 2α, 94 § 1, 98, 308 παρ. 1α, 385 § 1 περ.

α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως η εκ πλαγίου με ελλιπή, δηλ. ή αντιφατική αιτιολογία, ώστε η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των προαναφερθέντων εγκλημάτων ήτοι της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή και απλής σωματικής βλάβης, κατά τόπο και χρόνο και λοιπές περιστάσεις.

Διαλαμβάνεται επαρκής αιτιολογία ως προς το δόλο της αναιρεσείουσας, ότι δηλ. αυτή προκάλεσε στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση (δηλ. να εισπράξουν με χρήση σωματικής βίας την απαίτησή της από τον παθόντα) και δεν ενήργησαν οι φυσικοί αυτουργοί αυτοβούλως, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα. Και τούτο διότι οι φυσικοί αυτουργού, δεν είχαν καμμία διαφορά με τον εγκαλούντα, αλλά ενήργησαν κατόπιν παραινέσεων και προτροπών της αναιρεσείουσας προκειμένου να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα με βία να αποδώσει σε αυτήν τα χρήματα που ισχυρίζετο ότι της οφείλει.

Από όλες δε τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει με σαφήνεια ότι η αναιρεσείουσα ήταν αυτή η οποία με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση και μάλιστα με οικονομικά ανταλλάγματα, να εξαναγκάσουν με την βία τον εγκαλούντα να της αποδώσει τα οφειλόμενα.

Περαιτέρω από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει σαφής και όχι ενδοιαστική αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση της ιδιότητος της αναιρεσείουσας ως ηθικού αυτουργού στην τέλεση από τους φυσικούς αυτουργούς της απόπειρας κακουργηματικής εκβίασης και της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος του εγκαλούντα.

Η αναφερόμενη στο σκεπτικό παραδοχή "προφανώς και με την παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων" δεν προσδίδει καμμία ασάφεια σ’ αυτό, αφού με την παραδοχή αυτή το Δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει το πραγματικό γεγονός της παροχής οικονομικών ανταλλαγμάτων από την αναιρεσείουσα προς τους φυσικούς αυτουργούς για να εκτελέσουν προς όφελός της τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις σε βάρος του εγκαλούντα.

Οι φυσικοί αυτουργοί δεν είχαν καμμία οικονομική διαφορά με τον εγκαλούντα, αλλά ενήργησαν εναντίον του ύστερα από παραινέσεις και προτροπές της αναιρεσείουσας η οποία με πειθώ και φορτικότητα τους προκάλεσε την απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αποφάσεως να προσδιορίζονται τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα.

Τέλος από όλες τις παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αιτιολογημένα ότι μόνο η αναιρεσείουσα είχε το κίνητρο να προκαλέσει στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να εισπράξουν από τον εγκαλούντα, ακόμα και με τη χρήση βίας (σωματικής) τα οφειλόμενα ποσά προς αυτήν από τον εγκαλούντα.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής, με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 100 § 1 του Π.Κ. όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 67 § 3 του ν. 3994/2011, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1 το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 § 1 του Π.Κ. (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα έτος/είναι υποχρεωμένο και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως.

Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας περί αναστολής υπό όρους της ποινής των τεσσάρων ετών και των τριών μηνών που της επιβλήθηκε με την εξής αιτιολογία "... πρέπει να μετατραπεί η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων ετών και τριών μηνών προς πέντε 5 ευρώ ημερησίως και να απορριφθεί το αίτημα αναστολής εφόσον με βάση τα όσα στο σκεπτικό αναφέρθηκαν για την συμπεριφορά της κατηγορουμένης, που καταδεικνύουν έλλειψη ηθικού φραγμού αυτής ως προς τον τρόπο ικανοποίησης των κατ’ αυτή αξιώσεώς της έναντι του παθόντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής είναι αναγκαία για να αποτρέψει αυτή από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".

‘ Ετσι που έγινε το Δικαστήριο της ουσίας και απέρριψε το αίτημα διέλαβε την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, διότι δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει ηθικό φραγμό ως προς τον τρόπο ικανοποίησης των προσωπικών της αξιώσεων, και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με σχετικό της αναιρέσεώς της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος η από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 171 § 1 εδ. δ του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο και στον ‘ Αρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 366 § 2 του ΚΠΔ "αν όσα εκθέτει στην απολογία του ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολό τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατόν να του διαβαστούν οι αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ανάγνωση των περικοπών και μόνον της έγγραφης απολογίας του κατηγορουμένου στην προδικασία είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση, που στο ακροατήριο απαντά ο κατηγορούμενος κάτι διαφορετικό από εκείνο που έχει καταθέσει στην προδικασία και όχι όταν απλώς αρνείται να απαντήσει σε κάποια ερώτηση, χάριν της πληρέστερης προστασίας του δικαιώματος σιωπής αυτής.

Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 8) αναγνώσθηκαν οι απολογίες των ‘ Ε. Ο. και Ζ. Ο., οι οποίοι δεν ήταν κατηγορούμενοι στην δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων δεν επέφερε καμμία ακυρότητα της διαδικασίας αφού δεν παραβίασε το δικαίωμα σιωπής της κατηγορουμένης, καθόσον δεν αφορά την δική της απολογία, αλλά άλλων προσώπων οι οποίοι δεν ήταν κατηγορούμενοι στην δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση του άρθρου 366 § 2 του ΚΠΔ. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 10 στοιχ. Α λόγος αναιρέσεως με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Μετά ταύτα εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό (αρ. 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2015 αίτηση της Ε. Μ. του Γ. για αναίρεση της με αριθμό 662/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ