Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation determination, ruling it falls under special procedure not regular civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Lamia Court of Appeal decision regarding expropriation compensation. The State argued the lower court incorrectly applied regular civil procedure rules to a special expropriation process, while the appellants contended the court failed to assess the benefit presumption. The court rejected the appeal, holding that the proceedings were part of the special expropriation procedure under Law 2882/2001, not regular civil litigation, and thus the appeal was based on a false premise.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18 et seq. of Law 2882/2001; Article 559(1) and (1) of the Code of Civil Procedure: Appeals against decisions in special expropriation proceedings for compensation determination are inadmissible if they rely on the mischaracterization of the proceedings as regular civil litigation, as such proceedings are governed by specific statutory rules distinct from ordinary civil procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1258 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1258/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καρακώστα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Λ. του Ι., κατοίκου ... 3) Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 4) Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Γ. Γ. του Α. και Ι. Γ. του Α., κατοίκων ..., 6) Α. θυγ. Π. Σ., κατοίκου ..., 7) Ε. χας Δ. Κ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ... 8) Π. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 9) Γ. συζ. Σ. Φ., κατοίκου ... 10) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., 11) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 12) Ε. Σ. του Η., εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3η, 4ος, 5ος, 6η, 7η, 8ος, 9η, 10ος και 11ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Ε. Σ. του Η. (12ος) απεβίωσε στις 24-11-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Δ. Σ. του Ε., κάτοικος ... που εκπροσωπείται από τον ίδιο και προβάλλει την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, όπως αναλυτικά αναπτύσσει στις κατατεθείσες προτάσεις του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με τις από 17-10-2005 και 20-2-2006 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 102/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 21-11-2007 αίτησή του. Ο Άρειος Πάγος, αρχικά με την 388/2009 απόφασή του κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη και ακολούθως με την 2338/2009 απόφασή του αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της κεφάλαια και παρέπεμψε την υπόθεση, μόνο ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 116/2013 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-12-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 10-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της από 20-12-2013 και με αριθμό κατάθεσης 31/2013 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 116/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ’ αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987 και ΑΠ 1493/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ο 12ος των αναιρεσιβλήτων Ε. Σ. του Η., απεβίωσε πριν από την άσκηση της αναιρέσεως και συγκεκριμένα στις 24-11-2013 και μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του είναι ο γυιός του Δ. Σ. του Ε., ο οποίος, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Αργυρόπουλου, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου του πατέρα του στο αναιρεσείον, το οποίο αγνοούσε κατά την άσκηση της αναιρέσεως τον θάνατο του πατέρα του και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει ως μοναδικός κληρονόμος του την δίκη.
Ο θάνατος του ως άνω 12ου αναιρεσιβλήτου και η κληρονομική διαδοχή του από τον ως άνω γυιό του αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου, το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του θανόντος, την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. ...5-2-2014 δήλωση αποποιήσεως της κληρονομιάς του θανόντος από τον άλλο γυιό του Η.
Σ. του Ε., αλλά και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (άρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο κατά την 24-11-2013 θάνατος του 12ου αναιρεσίβλητου έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον κατά την άσκηση της αναιρέσεως γνώριζε το θάνατο του 12ου αναιρεσίβλητου, ο ως άνω δε μοναδικός κληρονόμος του παρίσταται νομίμως στην θέση του, δηλώνει ότι συνεχίζει την δίκη και προβάλλει υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του ως άνω 12ου αναιρεσίβλητου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της και μπορεί να χωρήσει νομίμως η συζήτησή της με τον ως άνω κληρονόμο του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 και ότι το προαναφερόμενο τεκμήριο ισχύει ως μαχητό (Ολομ.ΑΠ 1/1988, Ολομ.ΑΠ 8/1999).
Κατόπιν τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α’ 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του Ν. 653/1977 (ΦΕΚ Α’ 214), είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εάν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί να υποβάλλει στον φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, αίτηση για να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως ή της απόφασης περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός.
Μετά την λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται για να εξετασθεί από τριμελή διοικητική επιτροπή, η οποία, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την προς αυτήν διαβίβαση της αιτήσεως, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα περί της βασιμότητας της αιτήσεως. Ακολούθως η αίτηση με την επ’ αυτής έκθεση της ανωτέρω επιτροπής και όλα τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται στο ως άνω αρμόδιο δικαστήριο (εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας από το έργο για το εναπομείναν από την απαλλοτρίωση τμήμα του μερικά απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Το άρθρο 9 παρ. 4 του Κ.Α.Α.Α. ισχύει και στην περίπτωση αυτή, όταν η απόφαση του εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 998/2007), έχουν δε εφαρμογή, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 περ.
α’ του ιδίου νόμου και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 782/2011, ΑΠ 1056/08). Η ανωτέρω διαδικασία, η προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, ισχύει στην περίπτωση της υποβολής χωριστής αυτοτελούς αίτησης, για μόνον την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία αιτήματα ερευνώνται ενιαία από το εφετείο (Ολομ.ΑΠ 10 και 11/2004), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1119/2010), αλλά αντίθετα, το εφετείο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή όταν το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας εισάγεται σωρευτικά, με το ίδιο δικόγραφο της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, πρέπει να ερευνά το αίτημα αυτό και αν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1060/2008).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά (Ολομ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ανέλεγκτα, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το εφετείο, για κάθε μία από τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, αιτιολογεί γιατί τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών και οι ιδιοκτήτες τους δεν ωφελήθηκαν από τη διάνοιξη της οδού και συγκεκριμένα δέχεται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 24 ιδιοκτησία ότι μετά την απαλλοτρίωση εναπομένουν δυο ανεξάρτητα τμήματα εκατέρωθεν του δρόμου, χωρίς δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας μεταξύ τους, με σχήματα τραπεζοειδή, με πρόσοψη στον δρόμο, πλην όμως χωρίς πρόσβαση σε αυτόν λόγω υψομετρικής διαφοράς (επιχώματος έμπροσθέν τους), το ένα εμβαδού 239,55 τ.μ.
με πρόσοψη στην Εθνική Οδό 11,67 μέτρων και βάθος 43 μέτρων από τον άξονά της και το άλλο 242,78 τ.μ., με πρόσοψη στην Εθνική Οδό 18,08 μέτρα και βάθος 26 μέτρα από τον άξονά της, τα οποία, εξαιτίας της μικρής έκτασής τους δεν είναι κατάλληλα ούτε για γεωργική καλλιέργεια. Για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 23 ιδιοκτησία ότι μετά την απαλλοτρίωση εναπομένουν δυο ανεξάρτητα τμήματα εκατέρωθεν του δρόμου, χωρίς δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας μεταξύ τους, με σχήματα τραπεζοειδή, με πρόσοψη στον δρόμο πλην όμως χωρίς πρόσβαση σε αυτόν λόγω υψομετρικής διαφοράς (επιχώματος έμπροσθέν τους), το ένα εμβαδού 563,95 τ.μ.
με πρόσοψη 27 μέτρα στην Εθνική Οδό και μέσο βάθος 45 μέτρα από τον άξονά της και το άλλο εμβαδού 313,48 τ.μ. με πρόσοψη στην Εθνική Οδό 42,80 μέτρα και μέσο βάθος 23 μέτρων από τον άξονά της, τα οποία, εξαιτίας της μικρής έκτασής τους δεν είναι κατάλληλα ούτε για γεωργική καλλιέργεια. Για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 39 ιδιοκτησία ότι ενώ ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει ένα ενιαίο τμήμα με εμβαδόν 330,20 τ.μ.
με πρόσωπο στην επαρχιακή οδό 17,56 μέτρα και στην Εθνική Οδό 19,63 μέτρα, πλην όμως με μέσο βάθος 38 μέτρα από τον άξονα της Εθνικής Οδού, το οποίο δεν είναι πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο, επειδή δεν έχει την απαιτούμενη κατά παρέκκλιση ελάχιστη επιφάνεια των 750 τ.μ. που ορίζεται στο Π.Δ. 24/1985. Για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 56 ιδιοκτησία ότι ενώ ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο με πρόσοψη σε εθνική οδό, μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει ένα ενιαίο τμήμα εμβαδού 1.891,42 τ.μ., με σχήμα ακανόνιστο, εξακολουθούν να έχει πρόσοψη στην εθνική οδό 74,93 μέτρα και μέσο βάθος 55 μέτρων από τον άξονά της, το οποίο είναι άρτιο κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 24/1985 (άρθρο 1 παρ. 2 αα), πλην όμως μη οικοδομήσιμο κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998 που προβλέπει ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής σε 45 μέτρα από τον άξονα του δρόμου του δευτερεύοντος δικτύου και 30 μέτρα ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής από το όριο της απαλλοτριώσεως σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές αποστάσεις των 15 μέτρων από τα πλάγια και τα οπίσθια όρια.
Για τις με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 10Γ και 10Ε ιδιοκτησίες ότι μετά την απαλλοτρίωση εναπομένουν δύο ανεξάρτητα τμήματα εκατέρωθεν του δρόμου, χωρίς δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας μεταξύ τους, με σχήματα τραπεζοειδή, με πρόσοψη στον δρόμο, πλην όμως χωρίς πρόσβαση σε αυτόν λόγω υψομετρικής διαφοράς (ορύγματος 3 μέτρων έμπροσθέν τους), το ένα εμβαδού 593,26 τ.μ.
με πρόσοψη στην Εθνική Οδό 31 μέτρα και μέσο βάθος 38 μέτρα από τον άξονα της Εθνικής Οδού και το άλλο 663,57 τ.μ. με πρόσοψη 31 μέτρα στην Εθνική Οδό και μέσο βάθος από τον άξονά της 41 μέτρα, τα οποία εξαιτίας της μικρής έκτασής τους δεν είναι κατάλληλα ούτε για γεωργική καλλιέργεια. Για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 31 ιδιοκτησία ότι ενώ ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο με πρόσοψη σε εθνική οδό 114,61 μέτρα και με δυνατότητα κατασκευής οικοδομής με κάλυψη 1.098 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση εναπομένουν δύο ανεξάρτητα τμήματα εκατέρωθεν του δρόμου, χωρίς δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας μεταξύ τους, με πρόσοψη και πρόσβαση στον δρόμο, το ένα με σχήμα ακανόνιστο, εμβαδού 5.773 τ.μ., με πρόσοψη στην Εθνική Οδό 127,87 μέτρα και μέσο βάθος 67,50 μέτρα από τον άξονά της, το οποίο εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά λόγω της υποχρεωτικής απόστασης της οικοδομής σε 45 μέτρα από τον άξονα της Εθνικής Οδού και 30 μέτρα ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής από το όριο της απαλλοτριώσεως, σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές αποστάσεις των 15 μέτρων από τα πλάγια και τα οπίσθια όρια, κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998, η προς κάλυψη οικοδομήσιμη επιφάνειά του έχει περιορισθεί σε δύο τριγωνικά τμήματα, το ένα εμβαδού 202,30 τ.μ.
και το άλλο 98,60 τ.μ., τα οποία όμως λόγω του τριγωνικού τους σχήματος δεν μπορούν να οικοδομηθούν σε ολόκληρη την επιφάνειά τους και το άλλο με σχήμα τριγωνικό, εμβαδού 1.563 τ.μ., με πρόσοψη στην Εθνική Οδό 71,48 μέτρα και με μέσο βάθος 45 μέτρα περίπου από τον άξονά της, το οποίο εξαιτίας της απαλλοτρίωσης είναι πλέον μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998 που προβλέπουν ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής σε 45 μέτρα από τον άξονα της Εθνικής Οδού του δευτερεύοντος δικτύου και 30 μέτρα ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής από το όριο της απαλλοτριώσεως σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές αποστάσεις των 15 μέτρων από τα πλάγια και τα οπίσθια όρια και υποβιβάσθηκε σε κοινό αγροτεμάχιο κατάλληλο μόνο για γεωργική καλλιέργεια.
Για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 63 ιδιοκτησία ότι ενώ ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση ως εφαπτόμενο σε εθνική οδό και έχον εμβαδόν άνω των 750 τ.μ. σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει ένα ενιαίο τμήμα εμβαδού 562,60 τ.μ., με σχήμα σχεδόν ημικυκλικό, πρόσοψη 37,60 μέτρα στην Εθνική οδό και βάθος 52,50 περίπου μέτρα από τον άξονά της, το οποίο όμως είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο επειδή δεν έχει την απαιτούμενη κατά παρέκκλιση ελάχιστη επιφάνεια των 750 τ.μ.
που ορίζεται στο Π.Δ. 24/1985, ούτε τις ελάχιστες υποχρεωτικές αποστάσεις της οικοδομής από τον άξονα της Εθνικής Οδού και από τα όρια της απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998 και υποβιβάσθηκε σε κοινό αγροτεμάχιο κατάλληλο μόνο για γεωργική καλλιέργεια και μάλιστα περιορισμένη λόγω της εκτάσεώς του.
Για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 32 ιδιοκτησία ότι ενώ ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο εντός ζώνης οικισμού, μετά την απαλλοτρίωση εναπομένουν δύο ανεξάρτητα τμήματα εκατέρωθεν του δρόμου, χωρίς δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας μεταξύ τους, με πρόσοψη και πρόσβαση στον δρόμο, το ένα με σχήμα ακανόνιστο, εμβαδού 1.206,35 τ.μ., με πρόσοψη 63,06 μέτρα στην Εθνική Οδό και με μέσο βάθος 35 μέτρα από τον άξονά της, το οποίο εξακολουθεί να είναι άρτιο κατά παρέκκλιση επειδή έχει την απαιτούμενη κατά παρέκκλιση ελάχιστη επιφάνεια των 750 τ.μ.
που ορίζεται στο Π.Δ. 24/1985, πλην όμως μη οικοδομήσιμο, λόγω της υποχρεωτικής απόστασης της οικοδομής σε 45 μέτρα από τον άξονα της οδού και 30 μέτρα ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής από το όριο της απαλλοτριώσεως σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές αποστάσεις των 15 μέτρων από τα πλάγια και τα οπίσθια όρια κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998 και έτσι υποβιβάσθηκε σε κοινό αγροτεμάχιο κατάλληλο μόνο για γεωργική καλλιέργεια και το άλλο με σχήμα τριγωνικό, εμβαδού 783,45 τ.μ., με πρόσοψη στην Εθνική Οδό 85,23 μέτρα και με βάθος 30 μέτρα περίπου από τον άξονά της, το οποίο εξακολουθεί να είναι άρτιο κατά παρέκκλιση επειδή έχει την απαιτούμενη κατά παρέκκλιση ελάχιστη επιφάνεια των 750 τ.μ.
που ορίζεται στο Π.Δ. 24/1985, πλην όμως μη οικοδομήσιμο, λόγω της υποχρεωτικής απόστασης της οικοδομής σε 45 μέτρα από τον άξονα της εθνικής οδού και 30 μέτρα ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής από το όριο της απαλλοτριώσεως σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές αποστάσεις των 15 μέτρων από τα πλάγια και τα οπίσθια όρια κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998 και έτσι υποβιβάσθηκε σε κοινό αγροτεμάχιο κατάλληλο μόνο για γεωργική καλλιέργεια και μάλιστα περιορισμένης λόγω της εκτάσεώς του.
Για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 41 ιδιοκτησία ότι ενώ ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, ως εφαπτόμενο σε επαρχιακή οδό και έχον εμβαδό μεγαλύτερο των 750 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει ένα ενιαίο τμήμα εμβαδού 800,80 τ.μ., με σχήμα τραπεζοειδές, με πρόσοψη 36 μέτρα στην Εθνική Οδό και βάθος 45 περίπου μέτρα από τον άξονά της, το οποίο εξακολουθεί μεν να είναι άρτιο κατά παρέκκλιση, αλλά είναι μη οικοδομήσιμο, επειδή δεν έχει την ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής σε 45 μέτρα από τον άξονα της Εθνική Οδού του δευτερεύοντος δικτύου κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998 και 30 μέτρα ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής από το όριο της απαλλοτριώσεως σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές αποστάσεις των 15 μέτρων από τα πλάγια και τα οπίσθια όρια και έτσι υποβιβάσθηκε σε κοινό αγροτεμάχιο κατάλληλο μόνο για γεωργική καλλιέργεια και μάλιστα αρκετά περιορισμένη ως εκ της εκτάσεώς του.
Για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 58 ιδιοκτησία ότι ενώ ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο με δυνατότητα κατασκευής οικοδομής με κάλυψη 438,32 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση εναπομένει ενιαίο τμήμα εμβαδού 3.711,67 τ.μ., με πρόσοψη μεν 54,05 μέτρων, αλλά χωρίς πρόσβαση στην Εθνική Οδό, αφού βρίσκεται χαμηλότερα από αυτήν κατά 7 μέτρα και μέσο βάθος 90 μέτρων από τον άξονά της, το οποίο εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, αλλά, λόγω της υποχρεωτικής απόστασης της οικοδομής σε 45 μέτρα από τον άξονα της εθνικής οδού και 30 μέτρα ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση της οικοδομής από το όριο της απαλλοτρίωσης σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές αποστάσεις των 15 μέτρων από τα πλάγια και τα οπίσθια όρια κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998, η προς κάλυψη οικοδομήσιμη επιφάνειά του έχει περιορισθεί σε 281 τ.μ.
και σε τμήμα τριγωνικού σχήματος, ώστε να μην είναι δυνατή ούτε η πλήρης οικοδομική αξιοποίηση της παραπάνω κάλυψης. Για τις με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 10Εα και 10Στα ιδιοκτησίες που αποτελούν τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου και προορίζονται για αγροτική εκμετάλλευση ότι μετά την απαλλοτρίωση εναπομένουν δυο ανεξάρτητα τμήματα εκατέρωθεν του δρόμου, χωρίς δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας μεταξύ τους, το ένα σχήματος τριγωνικού, εμβαδού 97,72 τ.μ., με πρόσωπο στην Εθνική Οδό 16,96 μέτρων και βάθος περίπου 26 μέτρα από τον άξονά της και το άλλο εμβαδού 509,80 τ.μ., με πρόσωπο 17,13 μέτρων στην Εθνική Οδό και μέσο βάθος 55 μέτρων από τον άξονά της, πλην όμως αμφότερα χωρίς πρόσβαση στην Εθνική Οδό λόγω υψομετρικής διαφοράς (ορύγματος 3 μέτρων έμπροσθέν τους), τα οποία εξακολουθούν να είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και εξαιτίας της μικρής έκτασής τους δεν είναι πλέον κατάλληλα ούτε για γεωργική καλλιέργεια.
Και για την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 40 ιδιοκτησία ότι ενώ ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, ως εφαπτόμενο σε επαρχιακή οδό και έχον εμβαδό μεγαλύτερο των 750 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση εναπομένουν δύο ανεξάρτητα τμήματα εκατέρωθεν του δρόμου, χωρίς δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας μεταξύ τους, με πρόσοψη και πρόσβαση στην Εθνική Οδό, το ένα, με σχήμα ακανόνιστο, εμβαδού 255,44 τ.μ., με πρόσοψη 37,29 μέτρα στην Εθνική Οδό και μέγιστο βάθος 10 μέτρα από τον άξονά της, το οποίο δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τις κείμενες διατάξεις και έτσι υποβιβάσθηκε σε κοινό αγροτεμάχιο κατάλληλο μόνο για γεωργική καλλιέργεια και το άλλο, με σχήμα τριγωνικό, εμβαδού 80,70 τ.μ., με πρόσωπο στην εθνική οδό 16,67 μέτρα και με βάθος 24 μέτρα περίπου από τον άξονά της, το οποίο επίσης δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τις κείμενες διατάξεις και έτσι υποβιβάσθηκε σε κοινό αγροτεμάχιο κατάλληλο μόνο για γεωργική καλλιέργεια, πλην όμως με πάρα πολύ περιορισμένες δυνατότητες ως εκ της μικρής εκτάσεώς του.
Περαιτέρω, για κάθε μία από τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του για πόσα μέτρα του απαλλοτριουμένου αυτοαποζημιώνεται η κάθε ιδιοκτησία, για πόσα μέτρα αποζημιώνει η κάθε ιδιοκτησία άλλη ιδιοκτησία και για πόσα μέτρα αποζημιώνει την κάθε ιδιοκτησία το Ελληνικό Δημόσιο.
Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι όλες οι ως άνω ιδιοκτησίες, συνεπεία του αποκλεισμού της δυνατότητας οικοδόμησής τους ή και της καλλιέργειάς τους ή και ουσιώδους περιορισμού αυτής, κατά τις αναφερόμενες στην απόφασή του διακρίσεις, δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της οδού και ότι δεν υφίσταται γι’ αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της οδού και για το λόγο αυτό θα πρέπει να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας και συγκεκριμένα να απαλειφθεί η επιβαλλόμενη υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως στα αναφερόμενα στην απόφασή του τμήματα κάθε ιδιοκτησίας και να τεθεί το αντίστοιχο τμήμα στον κτηματολογικό πίνακα ως αποζημιούμενο.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, όπως ισχύουν μετά το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, 33 παρ. 1 έως 7 και 37 περ. α’ του Ν. 2971/2001, 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
που εφαρμόσθηκαν, αφού με κριτήρια που αφορούν την δυνατότητα πρόσβασης των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών στην διανοιγόμενη Εθνική Οδό, τις επιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και της διανοιγόμενης με αυτή Εθνικής Οδού στην αρτιότητα και στην οικοδομησιμότητα των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών και τις γενικότερες επιπτώσεις του έργου της απαλλοτριώσεως στην αγοραία αξία των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριούμενες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της Εθνικής Οδού και ότι δεν υφίσταται γι’ αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της Εθνικής Οδού και δεν χρειαζόταν να διευκρινίζει στην απόφασή του αν το αναιρεσείον Δημόσιο κατέβαλε και εξόφλησε τις υποχρεώσεις αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών προς τις άλλες απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες και αν τους καταλόγισε τα ποσά που κατέβαλε, αφού τα στοιχεία αυτά δεν θεμελιώνουν και δεν στηρίζουν στις ως άνω διατάξεις την άρση του τεκμηρίου ωφελείας και δεν έχουν καμία έννομη συνέπεια για την άρση ή μη του τεκμηρίου ωφελείας, ώστε η μη αναφορά τους στην προσβαλλόμενη απόφαση να στερεί την τελευταία νομίμου βάσεως, όπως απαράδεκτα ισχυρίζεται το αναιρεσείον.
Ειδικά, όσον αφορά την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 52 ιδιοκτησία, η οποία ανήκε στον 12ο αναιρεσίβλητο που απεβίωσε και ήδη ανήκει στον μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του Δ. Σ. του Ε. που συνεχίζει τη δίκη, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Λαμίας δεν αποφάνθηκε και γι’ αυτήν ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη απόκτηση προσώπου επί της οδού και κατά συνέπεια η ασκηθείσα και γι’ αυτήν αναίρεση εναντίον του ιδιοκτήτη της ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμη.
Ενόψει τούτων, οι δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι αναφέρονται σε ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και σε εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ’ του Ν. 2882/2001 και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 ως προς τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που επέβαλε σε βάρος του, γιατί η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.
γ’ του Ν. 2882/2001 αναφέρεται μόνον στις δίκες για τον προσωρινό και τον οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως και όχι στις δίκες που διεξάγονται κατά την τακτική διαδικασία του Κ.Πολ.Δ., όπως είναι η δίκη μετά από άσκηση αγωγής για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η δίκη ενώπιον του Εφετείου διεξήχθη στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ.
του Ν. 2882/2001 και δεν αφορά αιτήσεις, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), με μοναδικό αίτημα την αναγνώριση της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας που δικάστηκαν κατά την τακτική διαδικασία, αλλά αιτήσεις οριστικού καθορισμού αποζημιώσεως που δικάστηκαν κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ.
του Ν. 2882/2001 και στις οποίες σωρεύτηκε και αίτημα περί αναγνωρίσεως της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών από τη διάνοιξη της οδού για την οποία έγινε η απαλλοτρίωση.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων για την παρούσα δίκη, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2013 και με αριθμό κατάθεσης 31/2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 116/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ