Legislator Case Law & Legislation
1258/2014 AI generated

1258/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1258/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1258/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 63 §§ 3, 4, και 5 του ως άνω Κώδικα περί των Δικηγόρων, προκύπτει ότι η σχέση παροχής από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, θεωρούμενη ως σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου και λύεται μεταξύ άλλων και με καταγγελία του εντολέα που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1258 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1258/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γεωργούντζου και τον ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7157/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 25-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 6 § 1 του ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθ. 19 ν. 435/1976 "Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.

Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας", κατά δε την §2 του ανωτέρω άρθρου "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά το ν. 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το Β.Δ. της 16/18.1920 αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ' ης κατέστη απαιτητή".

Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 § 1 εδ. β' του ν. 3198/1955 επιβάλλεται να εφαρμοσθεί αναλογικά και στην εξάμηνη προθεσμία της §2 του ίδιου άρθρου, διότι ο δικαιολογητικός λόγος που την υπαγόρευσε, δηλαδή ο περιορισμός της προβλεπόμενης αποσβεστικής προθεσμίας σε μόνες τις σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, προφανώς συντρέχει και ως προς την αξίωση καταβολής ή συμπλήρωσης της οφειλόμενης αποζημίωσης.

Επομένως, γενικά κάθε αξίωση δικηγόρου από την καταγγελία εκ μέρους του εντολέα του της υφισταμένης μεταξύ αυτών σύμβασης έμμισθης (με πάγια μηνιαία κ.λπ. αμοιβή ή αντιμισθία) δικηγορικής εντολής, σύμφωνα με τα άρθ. 44, 63, 94 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 και εφαρμοζομένου ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου Κώδικα περί Δικηγόρων (και δη για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής και την λόγω αυτής καταβολή αντιμισθιών υπερημερίας) δεν υπόκειται, κατά τις ως άνω διακρίσεις, στην αποσβεστική προθεσμία του άρθ. 6 ν. 3198/1955 (τρίμηνη ή εξάμηνη), αφού δεν απορρέει από σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, που αποτελεί απαραίτητη και πρωταρχική προϋπόθεση εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, αλλά από σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 1/1994, 45/2002, ΑΠ 566/1998, 629/1994). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εκ μέρους του αναιρεσείοντος - εναγομένου Δήμου Αθηναίων καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων από 7-9-1990 σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής (αίτημα κατά το οποίο και μόνο έγινε δεκτή αυτή) και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος το μεν να αποδέχεται τις υπηρεσίες του το δε να καταβάλλει σ' αυτόν αποδοχές (αντιμισθίες) υπερημερίας (λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας) από 8-1-2008, με την προσβαλλομένη 7157/2013 απόφασή του δέχθηκε κατά την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, ότι, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις θεμελιώνονται στην σύμβαση έμμισθης δικηγορικής αμοιβής, δεν υπόκεινται στην ως άνω αποσβεστική προθεσμία.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής περί του αντιθέτου 8ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 63 §§ 3, 4, και 5 του ως άνω Κώδικα περί των Δικηγόρων, προκύπτει ότι η σχέση παροχής από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, θεωρούμενη ως σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου και λύεται μεταξύ άλλων και με καταγγελία του εντολέα που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.

Στην περίπτωση όμως, κατά την οποία για το προσωπικό του εντολέα ισχύει Κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, η καταγγελία του εντολέα μπορεί να γίνει μόνο όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, και όχι οποτεδήποτε. Περαιτέρω κατά το άρθρο 63Α παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων "δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του Ν. 1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύνεται αυτοδικαίως αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποχρεωτική αποχώρηση του ανωτέρω δικηγόρου από την υπηρεσία ή Οργανισμό, στον οποίο προσφέρει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή, και για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασής του με τον εντολέα είναι η θεμελίωση δικαιώματος για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν.

Επομένως η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, που έγινε από τον ανωτέρω εντολέα, προτού ο δικηγόρος θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξή του κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 180 ΑΚ), ο δε εντολέας που κατήγγειλε άκυρα περιέρχεται για το λόγο αυτό σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των νομικών υπηρεσιών του δικηγόρου.

Συναφώς προς τα παραπάνω, με το άρθ. 30 § 1 ν. 4505/1966 ορίζεται ότι νομικοί σύμβουλοι ή δικηγόροι των δήμων, δημοτικών ιδρυμάτων και δημοτικών νομικών προσώπων που προσφέρουν τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή, θεωρουμένης της υπηρεσίας τους ως τακτικής δημοτικής υπηρεσίας, η οποία προσφέρθηκε στο ίδιο ή σε διάφορα, όπως παραπάνω, δημοτικά πρόσωπα, θεωρούνται, μετά από αίτησή τους που υποβάλλεται στον οικείο οργανισμό, ότι είναι, από την πρόσληψή τους, ασφαλισμένοι στους οποιασδήποτε μορφής κύριας και επικουρικής ασφάλισης οργανισμούς των δημοτικών υπαλλήλων, εφαρμοζομένων και σε αυτούς των σχετικών με την σύνταξη και ασφάλιση διατάξεων.

Περαιτέρω, στον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007 "Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων", ορίζονται τα εξής: "Άρθ. 3. Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικος υπάγεται το πάσης φύσεως προσωπικό των ΟΤΑ, ως κατωτέρω: 1. Στις διατάξεις του πρώτου μέρους υπάγεται το μόνιμο προσωπικό: α. των Δήμων, β.

των Κοινοτήτων, γ. των Δημοτικών και Κοινοτικών Ιδρυμάτων και δ. των Συνδέσμων και των λοιπών ΝΠΔΔ των ΟΤΑ. 2. Στις διατάξεις του δευτέρου μέρους υπάγεται το προσωπικό Ειδικών θέσεων και το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Άρθ. 10. 1. Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας καθορίζονται η εσωτερική διάρθρωση των Υπηρεσιών σε Γενικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, Τμήματα και Αυτοτελή Γραφεία, οι αρμοδιότητές τους και οι θέσεις κατά κατηγορίες και κατά κλάδους προσωπικού.

Επίσης ορίζονται οι κλάδοι ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ των οποίων οι υπάλληλοι κρίνονται για την κατάληψη θέσεων προϊσταμένων των κατά περίπτωση οργανικών μονάδων, ανάλογα με την ειδικότητα του κλάδου και το αντικείμενο των συγκεκριμένων οργανικών μονάδων. 2. Με απόφαση του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου ψηφίζονται οι Οργανισμοί Εσωτερικής Υπηρεσίας των Δήμων, Κοινοτήτων, Δημοτικών και Κοινοτικών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Ιδρυμάτων και Συνδέσμων Δήμων και Δήμων και Κοινοτήτων, αντίστοιχα.

Η απόφαση εγκρίνεται με πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, ύστερα από γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.... 5. Τροποποίηση των Οργανισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των ΟΤΑ γίνεται με την ανωτέρω διαδικασία. Άρθ. 41. Η ιδιότητα του υπαλλήλου ΟΤΑ είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του δικηγόρου, εκτός αν ειδικές διατάξεις ορίζουν διαφορετικά.

Άρθ. 151. Η υπαλληλική σχέση λύεται με το θάνατο, την αποδοχή της παραίτησης, την έκπτωση και την απόλυση του υπαλλήλου. Άρθ. 156. Ο υπάλληλος απολύεται μόνο για τους επόμενους λόγους:... ... δ. λόγω συμπλήρωσης ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας. Άρθ. 159. Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας. 1.

Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. Κατ' εξαίρεση, ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας και τριάντα πέντε (35) ετών πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας. Αν ο υπάλληλος κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας δεν έχει συμπληρώσει τριάντα πέντε (35) ετών πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία, παρατείνεται η παραμονή του στην υπηρεσία έως την συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και πάντως όχι πέραν του 67ου έτους της ηλικίας του....

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΙΔΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ... Άρθρο 165. 1 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 24 § 1 ν. 3613/2007). Στους Δήμους, τα ιδρύματά τους και τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορεί να συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, θέσεις δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής, εφόσον υπάρχει νομική υπηρεσία και σύμφωνα με τον οικείο Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας είναι δυνατή η σύσταση θέσεων δικηγόρων - νομικών συμβούλων με την ίδια σχέση.

Η πρόσληψη ενεργείται με απόφαση του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου του ΟΤΑ, με σχέση έμμισθης εντολής και με τη διαδικασία που ορίζεται με το Ν. 1549/1986... 2... 3... 4... 5. Οι απασχολούμενοι σύμφωνα με τα παραπάνω δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών. 6.

Για τη λύση της έμμισθης εντολής δικηγόρου απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση του Δημοτικού ή του Διοικητικού Συμβουλίου. Άρθρο 166. Αντιμισθία δικηγόρου. 1. Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με σχέση έμμισθης εντολής". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών κ.λπ.

Υπαλλήλων με τις διατάξεις των άρθ. 63, 63Α και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει ότι (α) οι προσλαμβανόμενοι στους Δήμους (τα ιδρύματά τους και τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου) με σχέση έμμισθης εντολής σε (συσταθείσες με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους) θέσεις δικηγόρων και δικηγόρων -νομικών συμβούλων, ανήκουν στο προσωπικό ειδικών θέσεων, το οποίο κατά το άρθ. 3 του ως άνω Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών Υπαλλήλων νόμου υπάγεται στις διατάξεις του δευτέρου μέρους αυτού (άρθ. 161 επ.), διακρινόμενο σαφώς και ρητά του μονίμου προσωπικού των Δήμων κ.λπ.

που υπάγεται στις διατάξεις του πρώτου μέρους του ίδιου Κώδικα (β) με την διάταξη του άρθ. 10 του προαναφερομένου Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών Υπαλλήλων (του κυρωθέντος με το ν. 3584/2007) δεν παρέχεται εξουσιοδότηση στο αρμόδιο κατ' αυτήν όργανο, δηλ. στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, να θεσπίζει έγκυρα όριο ηλικίας εξόδου των δικηγόρων που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στους Δήμους.

Και τούτο διότι το μόνο θέμα που αφορά η εξουσιοδότηση από την συγκεκριμένη διάταξη σε σχέση με τους δικηγόρους είναι η σύσταση των θέσεων δικηγόρων και η αντίστοιχη κατάργησή τους και όχι τα θέματα που αφορούν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το θέμα εξόδου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, τυχόν δε αντίθετη εκδοχή θα έβαινε πέραν της εννοίας της διοίκησης τοπικών υποθέσεων από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται και υπηρετούν στους οργανισμούς αυτούς με σχέση έμμισθης εντολής δεν αποτελούν διοικητικό προσωπικό των νομικών αυτών προσώπων, ενώ το θέμα αυτό ρυθμίζεται ευθέως από τις διατάξεις του άρθ. 63Α του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Τέλος, στο ν.δ. 1827/1942 "περί συντάξεως των δημοτικών και κοινοτικών υπαλλήλων" ορίζονται οι προϋποθέσεις της εκ μέρους του ίδιου του υπαλλήλου λήψης σύνταξης (άρθ. 1), ο συντάξιμος μισθός (άρθ. 4), η συντάξιμη υπηρεσία, πραγματική και πλασματική (άρθ. 5, 6 και 7) και το ποσό της μηνιαίας σύνταξης, το οποίο σύμφωνα με το άρθ. 9 § 1 συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα του κατά το άρθ. 4 μηνιαίου συντάξιμου μισθού όσα τα έτη της πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθ. 5 και 6 του νόμου αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου δικηγόρου με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της εκ μέρους του αναιρεσείοντος - εναγομένου Δήμου Αθηναίων καταγγελίας της μεταξύ τους υφισταμένης σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής, με την αναιρεσιβαλλομένη 7157/2013 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων, δικηγόρος Αθηνών, σε εκτέλεση της 67528/1989 σύμβασης ανάθεσης νομικών εργασιών παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στον αναιρεσείοντα - εναγόμενο ΟΤΑ Δήμο Αθηναίων από 4-9-1989 μέχρι 6-9-1900, στην συνέχεια δε και ύστερα από την 72564/7-9-1990 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων παρείχε τις νομικές υπηρεσίες του με σύμβαση έμμισθης εντολής στη Νομική Διεύθυνση του εναγομένου, κατέχοντας θέση προβλεπομένη από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτού, αντί μηνιαίας αντιμισθίας ανερχομένης τον Δεκέμβριο του 2007 στο ποσό των 2.331,7 ευρώ, ότι κατ' εφαρμογή του άρθ. 30 § 1 ν. 4505/1966 ο ενάγων από την ως άνω ημερομηνία πρόσληψής του (7-9-1990) είχε υπαχθεί στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εναγομένου, για την οποία γινόταν παρακράτηση από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του υπέρ του ταμείου κύριας ασφάλισης που έχει συσταθεί με το ν.δ.1872/1942 και του ταμείου επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού των ΟΤΑ, ότι η Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού του εναγομένου ΟΤΑ με το 150061/4-10-2007 έγγραφό της γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι υποχρεούται να προβεί στην αυτοδίκαιη απόλυσή του την 31-12-2007, λόγω συμπλήρωσης του προβλεπομένου ορίου ηλικίας, επικαλουμένη την διάταξη του άρθ. 8 ν. 1902/1990, περί απόλυσης υπαλλήλων ΟΤΑ λόγω συμπλήρωσης είτε τριακονταπενταετίας είτε του προβλεπομένου ορίου των 67 ετών, ότι με την 2326/17-12-2007 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου αποφασίσθηκε η τροποποίηση του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του ως προς (α) την διάταξη που προέβλεπε 40 θέσεις δικηγόρων, με την πρόβλεψη 20 θέσεων δικηγόρων και 20 θέσεων δικηγόρων - νομικών συμβούλων με πάγια αντιμισθία στη Νομική Υπηρεσία του Δήμου και (β) την θέσπιση του 65ου έτους ως ορίου ηλικίας για την αποχώρηση των δικηγόρων και των δικηγόρων - νομικών συμβούλων που υπηρετούν στον Δήμο, ανεξάρτητα από τον συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας τους, κατ' εξαίρεση δε για όσους δεν αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από τον φορέα κύριας και επικουρικής ασφάλισης των δημοτικών υπαλλήλων το 67ο έτος ηλικίας, ότι με την 44728/19-12-2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής εγκρίθηκε η ως άνω τροποποίηση του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου Δήμου, ενώ κατ' εφαρμογή της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 216585/31-12-2007 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων περί διαπίστωσης της αυτοδίκαιης απόλυσης του ενάγοντος την 31-12-2007 από την θέση του, ως δικηγόρου του εναγομένου με πάγια αντιμισθία, λόγω συμπλήρωσης του 67ου έτους της ηλικίας του, ότι η καταγγελία αυτή εκ μέρους του εναγομένου εντολέα της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος, πριν αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξή του, κατά τη νομοθεσία που διέπει τον εναγόμενο ΟΤΑ (και συγκεκριμένα κατά τις διατάξεις του ν. 3584/ 2007, ν. 4505/1966 και ν.δ. 1827/1942), έχοντας συμπληρώσει μόλις 17 έτη συντάξιμης υπηρεσίας και όχι 35 έτη, που απαιτούνται για πλήρη σύνταξη, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, δεδομένου ότι κατά την διάταξη του άρθ. 63Α του Κώδικα Δικηγόρων απαραίτητη προϋπόθεση για την υποχρεωτική αποχώρηση του ενάγοντος από τον εναγόμενο ΟΤΑ, στον οποίο προσφέρει τις νομικές υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή και για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασής του με τον εντολέα του, είναι η θεμελίωση δικαιώματος για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον εναγόμενο ΟΤΑ, ότι ο ενάγων άσκησε στο Συμβούλιο της Επικρατείας την από 15-2-2008 αίτηση ακύρωσης κατά του εναγομένου ΟΤΑ, με την οποία ζήτησε την ακύρωση, μεταξύ άλλων, και της ως άνω 44728/2007 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, που έγινε δεκτή με την ΟλΣτΕ 3691/2009, ότι από την απόφαση αυτή απορρέει δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε με αυτήν και αφορά στην ακύρωση της 44728/2007 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία εγκρίθηκε η 2326/2007 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου ΟΤΑ για την τροποποίηση του οργανισμού εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου Αθηναίων, διότι "κρίθηκε ότι από τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3584/2007 δεν παρέχεται εξουσιοδότηση προς το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας να θεσπίζει εγκύρως όριο ηλικίας για την έξοδο από την υπηρεσία των δικηγόρων που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στους Δήμους, εφόσον το θέμα αυτό ρυθμίζεται ευθέως από τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα και συγκεκριμένα από το άρθρο 63Α του Κώδικα αυτού.

Τυχόν αντίθετη εκδοχή θα έβαινε πέραν της εννοίας της διοικήσεως των τοπικών υποθέσεων από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, εφ' όσον οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται και υπηρετούν στους οργανισμούς αυτούς με σχέση εμμίσθου εντολής δεν αποτελούν διοικητικό προσωπικό των νομικών αυτών προσώπων.

Περαιτέρω δε, υπέρ της εκδοχής αυτής συνηγορεί ότι, ακόμη και για το καθαρώς μόνιμο προσωπικό των δήμων, η πρόβλεψη για την έξοδο από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, ρυθμίζεται ευθέως από τις διατάξεις του ν. 3584/ 2007...

Συνεπώς, ως προς το θέμα αυτό, της θεσπίσεως δηλαδή ορίου ηλικίας για την έξοδο από την υπηρεσία των δικηγόρων των Δήμων... εξακολουθούν να ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα (άρθρο 63Α)", και ότι κατά τα προαναφερθέντα η καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έμμισθης εντολής είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος - εναγομένου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 30 § 1 ν. 4505/1966, 159 ν. 3584.2007, 63Α του Κώδικα περί Δικηγόρων και 4 § 1 του Συντάγματος (ενώ η επίσης φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθ. 8 ν. 1902/1990, με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθ. 263 του υπαλληλικού κώδικα που αφορά την λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας απόλυση των μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων, δεν είναι σε κάθε περίπτωση εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση) και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου 1ος, 3ος, 4ος, 5ος και 7ος λόγοι αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ διέλαβε συναφώς πλήρεις αιτιολογίες και κατά συνέπεια είναι απορριπτέος ο 6ος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου.

ΙΙΙ. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 50 § 5 του ΠΔ 18/1989 "περί του Συμβουλίου της Επικρατείας", οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ολομέλειας και Τμημάτων, ακυρωτικές και απορριπτικές, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το δικαστήριο.

Έτσι, η διάγνωση του ΣτΕ ως προς το εκάστοτε κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα δεσμεύει τον πολιτικό δικαστή. Επομένως γεννάται, δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς τα διοικητικής φύσεως ζητήματα που κρίθηκαν κυρίως ή παρεμπιπτόντως και αποτελούν ήδη προδικαστικό ζήτημα στην εκκρεμή πολιτική δίκη (ΑΠ 302/2011).

Επομένως, δεχθέν το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, ότι από την ΟλΣτΕ 3691/2009 απέρρευσε δεδικασμένο, που δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια, ως προς το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε απ' αυτήν και αφορά στην ακύρωση της 44728/2007 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής (με την οποία εγκρίθηκε η 2326/2007 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος - εναγομένου ΟΤΑ), παραθέτοντας και τις νομικές σκέψεις της ως άνω απόφασης που οδήγησαν στην κρίση της αυτήν, ουδόλως παρά το νόμο δέχθηκε την εξ αυτής ύπαρξη δεδικασμένου και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου 2ος λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου μειωμένα κατ' άρθ. 281 § 2 ν. 3463/2006, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-1-2014 αίτηση του Δήμου Αθηναίων για αναίρεση της 7157/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ