1258/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1258/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της αποφάσεως παραπονείται ήδη η προσφεύγουσα κοινοπραξία με την κρινόμενη αίτηση. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559.1, 9 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο "αρνήθηκε να κρίνει επί του αιτήματος της προσφυγής ... όπως εφαρμοσθεί το άρθρο 423 ΑΚ στην επίδικη διαφορά ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1258 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1258/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ -SIEMENS AG - H.G WIEBE Gmbh & Co KG", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, αναδόχου του έργου: "Κατασκευή Επιδομής, Σηματοδότησης, Τηλεδιοίκησης και Τηλεπικοινωνιών για τη γραμμή Σ.Κ.Α - Κιάτου, έργα ασφαλείας για τη γραμμή Ελευσίνα - Κιάτο και η/μ εργασιών σηράγγων" και των απαρτιζόντων αυτήν μελών, ήτοι των εταιρειών: α) "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, β) "SIEMENS AG", που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα και γ) "WIEBE GmbH & CoKG", που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Καφτάνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και Χαρίκλεια Τσέλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2007 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 5505/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του αιτήματος για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.2.2007 προσφυγή της στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών η εδώ αναιρεσείουσα Κοινοπραξία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι της οφείλεται χρηματικό ποσό 483.758,49 ευρώ λόγω εκπροθέσμου εξοφλήσεως μέρους της εργολαβικής αμοιβής, που της είχε καταβάλει η αναιρεσίβλητος για εκτελεσθέν δημόσιο έργο. Η προσφυγή έγινε μερικώς δεκτή και αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητος "υποχρεούται να καταβάλει στις προσφεύγουσες για το χρονικό διάστημα από των εγγράφων οχλήσεών τους για έκαστο των 3ου, 4ου και 6ου, αναφερομένων στο σκεπτικό, λογαριασμών, μέχρι την εξόφλησή τους, νόμιμους τόκους υπερημερίας, ίσους με το 85% του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου κατά τον χρόνο της υπερημερίας".
Κατά της αποφάσεως παραπονείται ήδη η προσφεύγουσα κοινοπραξία με την κρινόμενη αίτηση. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559.1, 9 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο "αρνήθηκε να κρίνει επί του αιτήματος της προσφυγής ... όπως εφαρμοσθεί το άρθρο 423 ΑΚ στην επίδικη διαφορά ...
δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει το αιτούμενο ποσό ως υπόλοιπο κεφαλαίου" (και όχι ως τόκο υπερημερίας) "σε κάθε δε περίπτωση κατά ευθεία παράβαση του αρ.423 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρ. 5 παρ. 13 του ν.1418/84, εσφαλμένως και πάντως χωρίς σαφείς, επαρκείς και άνευ αντιφάσεων αιτιολογίες, δεν εφάρμοσε ... το άρθρο 423 ΑΚ".
Επί του λόγου αυτού παρατηρούνται τα εξής: Το σχετικό με το ως άνω ζήτημα μέρος του (τελικού) αιτητικού της προσφυγής έχει κατά λέξιν ως εξής: "Αιτούμεθα ... 5. Να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι η καθής μας οφείλει ... το ποσό των 483.758,49 ευρώ, ως υπόλοιπο κεφαλαίου μετά την αφαίρεση ισόποσου τόκου υπερημερίας για την καθυστέρηση πληρωμής των 2ου, 3ου, 4ου, 5ου και 6ου λογαριασμών, εντόκως δε νομίμως από 31.5.05 και μέχρις εξοφλήσεως".
Στο σκεπτικό όμως της ίδιας προσφυγής (σελ.14) αναφέρεται, αντιθέτως, ότι αντικείμενο αυτής, αλλά και του αιτήματος που είχε αρμοδίως υποβληθεί κατά την προηγηθείσα διοικητική προδικασία, ήταν η καταβολή "τόκων υπερημερίας". Κατά λέξιν στην οικεία περικοπή διαλαμβάνονται τα εξής: "Οι λογαριασμοί εξοφλήθηκαν μεν, πλην όμως εκπροθέσμως ... .
Επιπροσθέτως με την παρούσα, όπως άλλωστε και με το αρ. πρωτ.Υπηρ. 73525/30.1.06 αίτημά μας, με την με αριθμ.πρωτ. 75683/28.2.2006 ένστασή μας και με την ασκηθείσα στις 27.07.2006 αίτηση θεραπείας, δεν ζητάμε το προϊόν των υπόψη λογαριασμών, που έστω και καθυστερημένα μας κατεβλήθη, αλλά τους τόκους υπερημερίας, λόγω της καθυστερημένης καταβολής των".
Ενόψει τούτων ο ρηθείς αναιρετικός λόγος ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος. Το Π.Δ. 166/2003 που αφορά την προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000 "για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές", κατά την έννοια του οποίου (άρθρο 3) "εμπορική συναλλαγή" είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής, στο άρθρο 4 αυτού, το οποίο ενσωμάτωσε το άρθρο 3 της άνω Οδηγίας και δη στις παραγράφους 2, 3 και 4 ορίζει ότι:
παρ. 2 "Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους α. ... β. εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για την πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, γ. ...
δ. ... παρ. 3). Ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός αν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση, παρ. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς) προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση.
Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες". Στο άρθρο 9 του ιδίου Π.Δ/τος ορίζεται ότι η ισχύς του αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ήτοι την 05.06.2003 (ΦΕΚ Α 138) και εξαιρούνται τούτου οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν από την ημερομηνία ισχύος του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 10 (πρώην παρ. 8 αναριθμηθείσα σε παρ. 10 με το άρθρο 1 του ν. 2940/2001) του ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", όπως η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1947/1991 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2229/1994, οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλομένων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες.
Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση, για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί.
Αν η πληρωμή τους καθυστερήσει πάνω από ένα (1) μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή του μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας ίσος με το ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου και ο ανάδοχος ή ο μελετητής μπορεί να διακόψει τις εργασίες, αφού κοινοποιήσει στην διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση ... ".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Το αίτημα (σημ: της προσφεύγουσας και εδώ αναιρεσείουσας κοινοπραξίας) να υπολογισθεί ο τόκος υπερημερίας σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες ποσοστό είναι απορριπτέο, ως μη νόμιμο, αφού προσκρούει στην ειδική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 10 του ν. 1418/1984, με την οποία ρυθμίζεται ο τόκος υπερημερίας κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η οποία θεσπισθείσα για λόγους δημοσίου συμφέροντος και σε αντικατάσταση των άρθρων 11 παρ. 9 του ν. 716/1977, 12 του Π.Δ. 194/79, 104 παρ. 2 εδ.
β (όπως ίσχυε), 1 παρ. 1 και 2 και 7 παρ. 1 του Ν.Δ. 1266/1972 και 12 παρ. 1 του ν. 889/1979 που όριζαν ότι οφείλεται ο εκάστοτε γενικώς ισχύων τόκος υπερημερίας (ΣτΕ 3673/2006), δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ίδιας συμβάσεως όπως αβάσιμα υποστηρίζει η προσφεύγουσα.
Κατά τα λοιπά η προσφυγή είναι νόμιμη (αρθρ. 4 του Π.Δ.166/2003, 5 παρ.10 ν. 1418/1984, 293, 340, 345 ΑΚ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Από την ένορκη βεβαίωση ... και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 07.05.2003 διεξήχθη, ύστερα από προκήρυξη, διαγωνισμός για την ανάδειξη αναδόχου εκτέλεσης του έργου ... στο οποίο αναδείχθηκε μειοδότης η προσφεύγουσα κοινοπραξία. Η έγκριση του αποτελέσματος της δημοπρασίας με την αποδοχή της προσφοράς της αναδόχου για την εκτέλεση αυτού αντί τιμήματος 105.244.662,46 ευρώ έγινε στις 21.5.2003 με την υπ' αρ. 1169 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε., η οποία κοινοποιήθηκε στην ανάδοχο αυθημερόν, όπως δεν αμφισβητείται, το δε σώμα της σύμβασης με αριθ. 279 υπεγράφη στις 22.07.2003.
Η κατασκευή του έργου αυτού διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και του Π.Δ. 609/1985 όπως ισχύουν και εκτελείται με τους όρους των με αριθμό 279 Διακηρύξεων και τα αναφερόμενα σε αυτές τα οποία την συμπληρώνουν κατά τα μέρη που δεν προβλέπονται στην σύμβαση, τα συμβατικά στοιχεία και τεύχη με βάση τα οποία δημοπρατήθηκε με τις τιμές της προσφοράς της "ΑΝΑΔΟΧΟΥ" και τις Διευκρινήσεις - Προσθέτους Όρους που συνοδεύουν την εν λόγω σύμβαση.
Κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου και δη από 08.04.2004 έως 20.12.2004 η ανάδοχος υπέβαλε για πληρωμή στην καθ' ης τους 2, 3, 4, 5 και 6 λογαριασμούς του έργου. Ειδικότερα, τις 08.04.2004 υπέβαλε τον 2° λογαριασμό του έργου ποσού 1.952.472,76 ευρώ (2.303.917,86 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) ο οποίος εγκρίθηκε από την διευθύνουσα υπηρεσία με το υπ' αρ.
πρωτ. 35.000/21.06.2004 έγγραφο της, εξοφληθείς στις 26.07.2004, ήτοι μετά την πάροδο του διμήνου από την υποβολή του, εντός του οποίου αυτός έπρεπε να εξοφληθεί (άρθρο 5 παρ. 10 ν. 1418/1984). Στις 22.06.2004 υπέβαλε τον 3° λογαριασμό του έργου ποσού 5.116.975,79 ευρώ (6.038.031,43 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) ο οποίος εγκρίθηκε από την διευθύνουσα υπηρεσία με το υπ' αρ.
πρωτ. 36567/12.07.2004 έγγραφό της, εξοφληθείς εμπροθέσμως, ήτοι στις 19.08.2004,
για μέρος αυτού, ποσού 4.298.040,50 ευρώ, του υπολοίπου (818.935,29 ευρώ) εξοφληθέντος στις 20.10.2004 ήτοι μετά την πάροδο του διμήνου εντός του οποίου αυτός έπρεπε να εξοφληθεί. Στις 28.07.2004 υπέβαλε τον 4° λογαριασμό του έργου ποσού 8.432.046,21 ευρώ (9.949.814,53 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) ο οποίος εγκρίθηκε από τη διευθύνουσα υπηρεσία με το υπ' αρ.
πρωτ. 38451/03.08.2004 έγγραφό της, εξοφληθείς στις 27.10.2004, ήτοι μετά την πάροδο του διμήνου εντός του οποίου αυτός έπρεπε να εξοφληθεί. Στις 21.09.2004 υπέβαλε τον 5ο λογαριασμό του έργου ποσού 8.178.351,11 ευρώ (9.650.454,31 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) ο οποίος εγκρίθηκε από την διευθύνουσα υπηρεσία της καθ' ης με το υπ' αρ. πρωτ. 45153/17.11.2004 έγγραφο της, εξοφληθείς στις 6.12.2004, ήτοι μετά την πάροδο του διμήνου εντός του οποίου αυτός έπρεπε να εξοφληθεί.
Τέλος, στις 20.12.2004 υπέβαλε τον 6ο λογαριασμό του έργου ποσού 9.664.902,25 ευρώ (11.404.584,66 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) ο οποίος εγκρίθηκε από τη διευθύνουσα υπηρεσία της καθ' ης με το υπ' αρ. πρωτ. 48206/28.12.2004 έγγραφό της, εξοφληθείς στις 15.04.2005, ήτοι μετά την πάροδο του διμήνου εντός του οποίου αυτός έπρεπε να εξοφληθεί.
Λόγω της μη κατά τα ανωτέρω εμπρόθεσμης πληρωμής των λογαριασμών η ανάδοχος υπέβαλε στην καθ' ής τις επικαλούμενες από αυτή με αριθμό πρωτοκόλλου της καθ' ής δηλώσεις - οχλήσεις της για την καταβολή τόκων υπερημερίας και δη την 41003/23.09.2004 για τους (3ο) και (4ο) λογαριασμούς, την 41372/29.09.2004 η οποία αποτελεί συνέχεια της πρώτης (41003) αφορώσα επίσης τον 4° λογαριασμό, λόγω του ότι η παρέλευση διμήνου από την υποβολή του (28.07.2004) συντελέσθηκε την ημερομηνία αυτή (29.09.2004), την 48565/05.01.2005 για τον (5ο) λογαριασμό και την 51782/21.02.2005 για τον (6ο).
Ακολούθως, στις 30.01.2006 όχλησε εκ νέου την καθ' ης για την καταβολή τόκων υπερημερίας συνολικού ποσού 483.753,49 ευρώ, το ύψος των οποίων υπολόγισε σύμφωνα με την Οδηγία της Ε.Ε. 2000/35 όπως αυτή μεταφέρθηκε με το Π.Δ. 166/2003 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί καταβολής πρώτα των τόκων και ακολούθως του κεφαλαίου, ποσό του οποίου, κατόπιν της αρνήσεως πληρωμής του από την καθ' ης, αιτείται με την κρινόμενη προσφυγή να αναγνωριστεί κυρίως ότι οφείλεται η καταβολή του.
Πλην όμως το Π.Δ. 166/2003 δεν εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της καθ' ης, αφού η ισχύς αυτού άρχισε στις 05.06.2003, μετά την κατάρτιση της συμβάσεως στις 21.05.2003, ημερομηνία δηλαδή που κοινοποιήθηκε στην ανάδοχο η υπ' αρ. 1169 κατακυρωτική γι' αυτήν απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης, του σώματος αυτής ως αποδεικτικού εγγράφου υπογραφέντος στις 22.07.2003.
Ακολούθως, η επίκληση της Οδηγίας 2000/35 δεν είναι ορθή εφόσον η ενέργεια αυτής έναντι της καθ' ης Α.Ε. δεν ολοκληρώθηκε πριν την ενσωμάτωση της στο Π.Δ. 166/2003 κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Κατόπιν τούτων η προσφυγή κρίνεται απορριπτέα ως προς την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πρέπει όμως να γίνει εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική της βάση, ως προς τους λογαριασμούς (3, 4 και 6) των οποίων καθυστέρησε κατά τα ως άνω η πληρωμή χωρίς υπαιτιότητα της αναδόχου και συνάμα υποβλήθηκαν γι' αυτούς οι υπ' αρ.
πρωτ. 41003/23. 09.2004, 41372/29.09.2004 και 51782/21.02.2005 οχλήσεις της για την πληρωμή τόκων υπερημερίας, όχι όμως και για τον 2° λογαριασμό ως προς τον οποίο κρίνεται απορριπτέα, εφόσον η το πρώτον γι' αυτόν (και επιπροσθέτως για τους λοιπούς) γενομένη μετά την εξόφλησή του (26.07.2004) από 30.01. 2006 όχληση δεν ασκεί έννομο επιρροή, όπως και για τον 5°, εφόσον η υπ' αρ.
πρωτ. 48565/05.01.2005 σχετική όχληση υπεβλήθη μετά την εξόφλησή του (16/12/2004). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο υποστηρίζεται ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 1 εδ. δ' της Οδηγίας 2000/35 ΕΚ και με εσφαλμένη αιτιολογία για τη μη υπαγωγή της ένδικης διαφοράς στην εν λόγω διάταξη (ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση και άνευ, παντελώς, αιτιολογίας σύμφωνα με το άρθρο 559 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) θεωρεί ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης είναι η ενσωμάτωση της Οδηγίας στο ελληνικό εσωτερικό δίκαιο, ενώ κατ' ορθήν ερμηνεία, εφαρμογή και αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη όφειλε να κρίνει ότι η εν λόγω διάταξη της Οδηγίας τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, δεδομένου ότι έχει παρέλθει η προθεσμία που αυτή τάσσει για την ενσωμάτωση στις έννομες τάξεις των κρατών μελών", ήτοι η 8.8.2002 σύμφωνα με το άρθρο 6 αυτής.
Με τον τρίτο λόγο ζητείται η αναίρεση της απόφασης "διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ... (άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς και κατ' εσφαλμένη αιτιολογία (άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ) η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ότι οι τόκοι υπερημερίας λόγω εκπρόθεσμης καταβολής στην Κοινοπραξία ...
του εργολαβικού ... ανταλλάγματος ... πρέπει να υπολογισθούν βάσει του αρ. 5 παρ.10 του Ν. 1418/84, ενώ ... έπρεπε να δεχθεί ότι οι ως άνω τόκοι υπερημερίας έπρεπε να υπολογισθούν βάσει του επιτοκίου που ισχύει για τους ιδιώτες". Τα νομικά ζητήματα που τίθενται με τους δύο αυτούς αναιρετικούς λόγους είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, γενικοτέρου ενδιαφέροντος και για τον λόγο αυτό πρέπει να παραπεμφθούν, κατά το άρθρο 563 παρ.2 εδ.
β' ΚΠολΔ, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 23 παρ. 2 Ν. 1756/1988).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 4.5.2009 αιτήσεως της κοινοπραξίας "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ - SIEMENS AG - H.F. WIEBE Gmbh and Co KG" για αναίρεση της 55-5/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ