Legislator Case Law & Legislation
1258/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of fixed-term contract citing procedural and substantive law errors.

Case Number 1258/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the second-instance court's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued that the employer's acceptance of a reduced severance payment implied a valid termination, yet the lower court found the termination invalid. The court ruled that accepting a lower sum does not prove the termination was valid and that the appellant's arguments relied on incorrect legal interpretations and procedural rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 656, 1, 3 of the Civil Code; Article 5 of Law 3198/1955; Article 156 of the Civil Code; Articles 591, 256, 663 of the Code of Civil Procedure: Acceptance of a reduced severance payment does not legally prove the validity of a contract termination, and appeals against final judgments are inadmissible if the primary judgment has already been appealed.

Keywords

AI generated
termination of employment contract indefinite term contract severance payment acceptance contract validity appeal admissibility civil procedure rules legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 656, 1, 3 of the Civil Code
Article 5 of Law 3198/1955
Article 156 of the Civil Code
Articles 591, 256, 663 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1258 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1258/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, Ηλεκτρολόγου - Μηχανολόγου, κατοίκου ..., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Αρβανιτάκης, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Λάζαρος Μπελίτσης, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-8-2004 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20923/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1244/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-8-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 22-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, Ι και 3 του Ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4558/1930 και το άρθρο 5 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πρέπει να γίνει, με ποινή ακυρότητας, εγγράφως και να καταβληθεί ολόκληρη η νόμιμη αποζημίωση. Η μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων συνεπάγεται τη (σχετική) ακυρότητα υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει τη ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του, προσφέροντας κανονικά τις υπηρεσίες του είτε να παραιτηθεί ρητά ή σιωπηρά του δικαιώματος προσβολής (άθρο 156 ΑΚ) του κύρους της καταγγελίας και, θεωρώντας την ως έγκυρη, να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Εξάλλου και η καταβολή αποζημίωσης, μικρότερης, όμως, από την από το νόμο προβλεπόμενη, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, κατά τα ανωτέρω, εκτός εάν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ότι το γεγονός αυτό οφειλόταν σε συγγνωστή πλάνη του ή δικαιολογημένη παραδρομή ως προς το οφειλόμενο ποσό.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. Ι, εδ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ. Ι, περ. δ και 663 επ. Κ.Πολ. Δικ., στις υποθέσεις, που δικάζονται κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και να καταχωρούνται αυτοί στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, περιγραφή των γεγονότων, στα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, οπότε και πάλι απατείται να σημειώνεται το γεγονός αυτό στα οικεία πρακτικά, μετά από πρόταση του ενισταμένου.

Εξάλλου, στην κατ' έφεση δίκη είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν (ή δεν προτάθηκαν νόμιμα) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός εάν συντρέχουν οι από το άρθρο 527 σε συνδυασμό με το άρθρο 269 Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 περ. 12 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο κι όχι όταν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, στις ειδικές διαδικασίες, όπου λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται μεν, κατ' αρχήν, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, πλην αν πρόκειται για τα αποδεικτικά μέσα του όρκου και της δικαστικής ομολογίας, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη και, συνεπώς έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Η εξώδικη ομολογία, εξάλλου, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις. Εξάλλου, ο εκ της περ. 14 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια αναφέρεται σε απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από δικονομικό και όχι από ουσιαστικό κανόνα δικαίου.

Τέλος η εκ του άρθρου 559 περ. 1β παράβαση ελέγχεται μόνον αν τα διδάγματα αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, όχι, όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, έγιναν δεκτά τα εξής, καθόσον αφορά τα σχετικά με την ένδικη αίτηση πληττόμενα αυτής κεφάλαια: Ότι ο εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί τεχνικό γραφείο στη ..., αναλαμβάνοντας ηλεκτρολογικές, μηχανολογικές, υδραυλικές και άλλες μελέτες, για λογαριασμό πελατών του, προσέλαβε, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, την 2-8-1999, την ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη), προκειμένου να εργασθεί στο ως άνω Γραφείο, ως "υπάλληλος γραφείου".

Ότι την 4-8-2004 ο ενάγων - εργοδότης, με την από 4-8-2004 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 11-8-2004, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, προσφέροντας συγχρόνως την αποζημίωση της, εκ 2.988,77 ευρώ, ποσό το οποίο, επειδή η τελευταία αρνήθηκε να παραλάβει, κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Περαιτέρω το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενάγουσα, ως έχουσα υπηρεσία στον εναγόμενο πάνω από 4 έτη, ως υπάλληλος γραφείου, δικαιούται αποζημίωση τριών μισθών και 1|6,ήτοι σύνολο 3092,67 ευρώ και ότι, συνεπώς, η προσφερθείσα αποζημίωση υπελείπετο της νόμιμης και, επομένως, η καταγγελία είναι άκυρη, αφού ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε, κατ' ένσταση, πραγματικά περιστατικά συγγνωστής, σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης, πλάνης.

Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι "το Πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να δεχθεί τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της απόλυσης της, διότι έλαβε ανεπιφύλακτα την αποζημίωση απόλυσης, που παρακατατέθηκε, έσφαλε, διότι ο ισχυρισμός αυτός, στηριζόμενος στο άρθο 156 ΑΚ, δεν προτάθηκε παραδεκτά στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθόσον προβλήθηκε μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, ενώ δεν διατυπώθηκε ευθέως και δεν περιέχεται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης".

Με βάση τα περιστατικά αυτά, έγινε δεκτή η σχετική έφεση της ενάγουσας και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας. Ο αναιρεσείων παραπονείται κατά της εν λόγω απόφασης (καθόσον αφορά ειδικότερα την επίδικη καταγγελία), ζητώντας την αναίρεση της: α) "διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων (559 περ. 12) και ειδικότερα αυτό της ομολογίας της ενάγουσας, καθότι παρέλαβε αυτή ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης, χωρίς καμία επιφύλαξη, για το κύρος της καταγγελίας και χωρίς κανένα παράπονο, σχετικά με το ύψος της παρακατατεθείσας και από την ίδια αναληφθείσας αποζημιώσεως", β) διότι, "παρά τον νόμο (559 παρ. 14 Κ.Πολ.Δικ.) δεν κήρυξε την έκπτωση της ενάγουσας από "το δικαίωμα της να προσβάλει την καταγγελία ως άκυρη ή δεν κήρυξε, για την αυτή αιτία, απαράδεκτη την αγωγή, αφού κατέστη αυτή άνευ αντικειμένου" και γ) "διότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (559 περ. 1Κ.Πολ.Δικ.),σχετικά με τη ερμηνεία των άρθρων 156, 427 και 431 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ., για την παραδεκτή προβολή των εκ των άρθρων αυτών του ουσιαστικού δικαίου ισχυρισμών στο ακροατήριο και κατέληξε σε νομικό αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο, που οδηγούν τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι δηλαδή, αυτός που αναλαμβάνει την αποζημίωση, της εξ αποτελέσματος έγκυρης καταγγελίας, δεν επιτρέπεται δικονομικά να ζητά και την καταβολή μισθών υπερημερίας από άκυρη καταγγελία".

Με το περιεχόμενο αυτό, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα, για τους εξής, ειδικότερα λόγους: α), ως προς τον πρώτο λόγο: Διότι στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, περί του ισχυρισμού δηλαδή του εναγομένου, ότι η επίδικη καταγγελία είναι έγκυρη, αλλά για ομολογία ότι έλαβε την παρακατατεθείσα αποζημίωση, γεγονός το οποίο δεν οδηγεί άμεσα στην απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του εναγομένου.

Αυτά δε, ανεξάρτητα από ο γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι ο ισχυρισμός αυτός απαράδεκτα προβλήθηκε. β) ως προς τον δεύτερο λόγο: Ανεξάρτητα από την αοριστία του, καθόσον δεν εκτίθεται αν το επικαλούμενο απαράδεκτο προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ο λόγος είναι απορριπτέος και διότι δεν πρόκειται, στην προκειμένη περίπτωση, για "ακυρότητα" ή "απαράδεκτο", στηριζόμενα σε παράβαση δικονομικού κανόνα, αλλά για ένσταση του αναιρεσείοντα, στηριζόμενη στο ουσιαστικό δίκαιο (άρθρο 156 Α.Κ.) και γ) ο τρίτος, ως άνω, λόγος, είναι απορριπτέος, διότι τα επικαλούμενα, κατά τα άνω από τον αναιρεσείοντα "διδάγματα ης κοινής πείρας" χρησιμεύουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και την εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά δηλαδή με την απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την επίδικη καταγγελία και παραιτήθηκε από το δικαίωμά της, να προσβάλει αυτήν , ως άκυρη, όχι, όμως και για την ερμηνεία των περί της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ουσιαστικών διατάξεων και την εφαρμογή αυτών.

Αυτά δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως αναφέρθηκε, ο περί παραιτήσεως της ενάγουσας, προς άσκηση του προς αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης καταγγελίας ισχυρισμός του εναγομένου, απορρίφθηκε ως απαραδέκτως προβληθείς.

Επειδή, τέλος, ο αναιρεσείων, ζητεί "να αναιρεθεί και η υπ' αριθμ. 20923/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης". Η αίτηση και ανεξάρτητα από την αοριστία της (ουδένα λόγο κατά της εν λόγω αποφάσεως επικαλείται) είναι απορριπτέα, κατά τούτο, ως απαράδεκτη, εφόσον, μετά την άσκηση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης των ως άνω εφέσεων και την κρίση επί της ουσίας των ενδίκων αγωγών από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση του τελευταίου, όχι δε και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-8-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά των υπ' αριθμ. 1244/2007 και 20923/2006 αποφάσεων των Εφετείου Θεσσαλονίκης και Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ