Legislator Case Law & Legislation
1258/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding unlawful disturbance of possession rights over disputed property.

Case Number 1258/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision in favor of the appellee. The appellee successfully proved she maintained possession of the property through visits and supervision, while the appellant's actions constituted an unlawful disturbance of her possession rights. The court ruled that the lower court correctly applied the law regarding possession disturbance and rejected the appellant's arguments about missing evidence of his own possession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974A, 984, 989 of the Civil Code: Possession disturbance occurs when a possessor's rights are infringed without their consent, entitling them to request cessation of such disturbance.

Keywords

AI generated
possession disturbance civil possession unlawful interference property rights appeal dismissal civil procedure possession evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 974A of the Civil Code
Article 984 of the Civil Code
Article 989 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1258 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1258/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέ-δρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αρτέμη Κυριαζή.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζαχόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 14-9-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης β) με την από 18-4-1999 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και γ) με την από 17-1-2000 πρόσθετη παρέμβαση των 1. ...., 2. .... και 3. ...., (οι οποίες δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3013/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 6135/2002, 2250/2004 προδικαστικές, 7504/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-4-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 16-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 974ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.

Ως πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίσκεψη, η επίβλεψη και εποπτεία τούτου και των ορίων του από τυχόν καταπατήσεις. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης και των διατάξεων των άρθρων 984 εδάφ. α' και 989 εδάφ. α' ΑΚ, εκείνος που διαταράσσεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του στην άσκηση της νομής του επί του πράγματος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την παύση της διατάραξης και την παράλειψη αυτής στο μέλλον.

Διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ` αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει και όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής, αναφορικώς με την ένδικη αγωγή διατάραξης της νομής της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου: Με το ...... συμβόλαιο της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα αγόρασε από την ....., το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα χέρσο από ετών αγρό, έκτασης 2.262 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καλυβίων Αττικής και συνορεύει, βόρεια, επί πλευράς μήκους 71,30μ.,με ιδιοκτησία εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, ανατολικά επί πλευράς 31,35 μ., με ιδιοκτησία Γ1, δυτικά, επί πλευράς μήκους 30,30μ,με ιδιοκτησία ....... και νότια, επί πλευράς μήκους 2,30μ,με βραγό (ανάχωμα) και πέραν αυτού με κεφαλάρια διάφορων ιδιοκτητών, μεταξύ των οποίων και του Γ1.

Από την αγορά του ακινήτου, η ενάγουσα συνέχισε να νέμεται, όπως και η δικαιοπάροχός της, αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίας με την άσκηση επ'αυτού εμφανών πράξεων που προσιδιάζουν σ' αυτό, επισκεπτόμενη τούτο, επιβλέποντας και εποπτεύοντας αυτό και τα όρια του από τυχόν καταπατήσεις, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και ιδίως από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του όμορου προς βορράν του επίδικου ακινήτου.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1997, ο εναγόμενος, ο οποίος με το ..... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της αναφερόμενης συμβολαιογράφου αγόρασε το προς βορρά του επιδίκου κείμενο ακίνητο, με τη χρήση προωθητήρα, αφού κατέστρεψε και εξαφάνισε το προς βορρά του ακινήτου της ενάγουσας διαχωριστικό όριο, από πέτρες και σιδερένιους πασσάλους, προέβη στον καθαρισμό τούτου από τη θαμνώδη βλάστηση, φθάνοντας μέχρι το φυσικό προς νότο όριο του επιδίκου, το βραγό (ανάχωμα),με σκοπό ενσωμάτωσης τούτου στο προς βορρά ως άνω ακίνητό του.

Επίσης, δεν δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του προς βορρά ακινήτου του εναγομένου και ότι αυτός(εναγόμενος) και οι δικαιοπάροχοί του νεμήθηκαν το επίδικο, ανεξάρτητα αν αυτό περιλαμβάνεται στους τίτλους τους, ως προέκταση του προς βορράν αυτού (επιδίκου) κειμένου ακινήτου του, αφού, αντίθετα, πράξεις νομής επ'αυτού ασκούσε η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη και πριν από αυτήν η ως άνω δικαιοπάροχός της, και το ακίνητο του εναγομένου ήταν και αυτό από ετών ακαλλιέργητο, όπως και το επίδικο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή, με την αιτιολογία ότι η νομή της ενάγουσας, την οποία εκείνη διατηρούσε μέχρι την άσκηση της αγωγής, προσβλήθηκε με διατάραξη από τον εναγόμενο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 984 παρ.1 ΑΚ, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της, καθόσον οι πράξεις του εναγομένου, στις οποίες προέβη σε βάρος του επίδικου ακινήτου, αποτελούν παρενόχληση της ενάγουσας στην άσκηση της επί του ακινήτου αυτού νομής της, από την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, δεν αποβλήθηκε, αλλά εξακολούθησε να διατηρεί και κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης από την ενάγουσα των περιγραφόμενων συγκεκριμένων εμφανών υλικών διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου, ήτοι επισκέψεις, επίβλεψη και εποπτεία αυτού και των ορίων του από τυχόν καταπατήσεις, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέλησή της εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 974 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, από το άρθρ.559 αριθ.1ΚΠολΔ,με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση, με εσφαλμένη εφαρμογή, της διάταξης του άρθρου 984 παρ.1ΑΚ, καθόσον οι πράξεις του εναγομένου, που δέχθηκε το Εφετείο, συνιστούν προσβολή της νομής της ενάγουσας με αποβολή, δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ.1και 19ΚΠολΔ,με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 974ΑΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω μη παράθεσης συγκεκριμένης εμφανούς πράξης εξουσίασης επί του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη, ώστε να θεωρείται κατά την αντίληψη των συναλλαγών, ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεσή της, ή πράξεων που προσιδιάζουν στον προορισμό του, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ενδοιαστικών παραδοχών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νομής της ενάγουσας επί του επιδίκου, για το οποίο, σύμφωνα με τον λόγο αυτό αναίρεσης, το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο από την εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναμφίβολο, αλλά στηρίζεται στο γεγονός ότι η ενάγουσα είναι κυρία του επιδίκου, επομένως και νομέας αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 7504/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ