Legislator Case Law & Legislation
1258/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against appellate court decision due to unclear reasoning on disability compensation period.

Case Number 1258/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding disability compensation. The appellant argued the lower court incorrectly calculated the compensation period and failed to justify the award. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the specific legal requirements for the compensation period, rendering the appeal admissible in part.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) K.Pol.Dik.; Art. 562(4) K.Pol.Dik.; Art. 580(3) K.Pol.Dik.: An appeal is admissible when the grounds of the appealed decision do not clearly and fully establish the factual circumstances constituting the substantive legal rule applied, making appellate review of the correct application of the law impossible.

Keywords

AI generated
appellate review unclear reasoning disability compensation partial remittal substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) K.Pol.Dik.
Art. 562(4) K.Pol.Dik.
Art. 580(3) K.Pol.Dik.
Art. 19(5a) of Law 489/1976

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 17/1989
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1258 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1258/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Της αναιρεσίβλητης: ΄..., ως νομίμου αντιπροσώπου (δικαστικής συμπαραστάτιδος) του .., ευρισκομένου σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης. Παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Αθανασιάδης, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω δικαστική συμπαραστάτης αντικαταστάθηκε από την ..., βάσει της υπ΄ αριθμ. 158/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, την οποία εκπροσωπεί ο ίδιος δια πληρεξουσίου εγγράφου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-6-1999, 20-10-1999 και 6-11-1999 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1532/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5147/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15 Μαρτίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 2 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Νόμιμα στην παρούσα συζήτηση η ..., που διορίστηκε δικαστική συμπαραστάτρια του αναιρεσίβλητου αδελφού της ... με την 158/2005 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, σε αντικατάσταση της αδελφής της '..., δηλώνει ότι συνεχίζει τη δίκη ως νόμιμη αντιπρόσωπος του αδελφού της αυτού που τελεί σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, όπως συνομολογείται και από το αναιρεσείον που απευθύνει τις προτάσεις του κατά του συμπαραστατούμενου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τη δικαστική αυτή συμπαραστάτρια (Ολ.ΑΠ 17/1989).

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 5α του κ.ν. 489/1976 (ΠΔ 237/1986) «η αποζημίωση του επικουρικού κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό Ταμείο ή Οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στο ζημιωθέντα». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο επικουρικός χαρακτήρας της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με την έννοια ότι στο μέτρο που ο παθών και γενικά ο δικαιούχος από τη διαπραχθείσα αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει τη ζημία του από ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλο Οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Με τη ρύθμιση αυτή του νόμου αποκλείεται η εφαρμογή ΑΚ 930 παρ. 3 στην περίπτωση που αυτή θα ήταν εφαρμοστέα και η οποία προβλέπει την αθροιστική απόληψη της αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο την οφείλει στο δικαιούχο με βάση το άρθρο 19 παρ. 1 του ν.489/1976 και την παροχή της οποίας για την ίδια αιτία οφείλει στο δικαιούχο ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλος Οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης.

Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, εφόσον προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο για συνδρομή των όρων του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/1976, πρέπει να γίνεται αφαίρεση από την οφειλόμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωση κατά το άρθρο 929 Α.Κ., κάθε ποσού το οποίο για την ίδια αιτία δικαιούται ο παθών ή άλλος δικαιούχος να αξιώσει από το ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλο Οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης.

Ο ισχυρισμός αυτός του Επικουρικού Κεφαλαίου ότι ο ενάγων-παθών εισέπραξε ή δικαιούται να εισπράξει συγκεκριμένη παροχή για το ατύχημα από ορισμένο ασφαλιστικό οργανισμό αποτελεί ένσταση (Κ.Πολ.Δικ. 262) η οποία πρέπει να προτείνεται παραδεκτά από το ενιστάμενο τόσο στο Πρωτοδικείο, όσο και στο Εφετείο για πρώτη φορά αν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δικ.

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/1976 εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή και στην περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή ή πτώχευσής του, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός, ότι αρχικά είχε εναχθεί ο ασφαλιστής του οποίου μεταγενέστερα ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, διότι με την υπεισέλευση στη θέση του ασφαλιστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, το τελευταίο αντιμετωπίζεται σαν να εναγόταν από την αρχή και άρα θα είχε τη δυνατότητα προβολής του ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 489/1976.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με την από 10-6-1999 αγωγή του ισχυρίστηκε, ότι στις 24-12-1997 το ... (ταξί) αυτοκίνητο, ασφαλισμένο σε αναφερόμενες ασφαλιστικές εταιρείες των οποίων οι άδειες σύστασης και λειτουργίες ανακλήθηκαν, από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ..., τον τραυμάτισε σοβαρά στο δεξί πόδι, ζήτησε δε από το αναιρεσείον, που υπεισήλθε στη θέση των ασφαλιστικών εταιρειών, να του καταβάλει ως αποζημίωση και τη δαπάνη από την αναγκαία πρόσληψη εξειδικευμένου ατόμου για το διάστημα από 9-1-1998 μέχρι 31-12-2031.

Το αναιρεσείον αρνήθηκε καταρχήν τα περιστατικά που θεμελιώνουν το σχετικό για την αιτία αυτή κονδύλι της αγωγής και επικουρικά προέβαλε παραδεκτά τόσο πρωτόδικα, με τις από 9-9-1999 και 5-6-2002 προτάσεις του (κατά την αρχική συζήτηση και την επανάληψή της) στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, όσο και στο Εφετείο, με τον πέμπτο λόγο της από 8-7-2003 έφεσής του κατά της 1532/2003 πρωτόδικης απόφασης, αλλά και με τις από 10-3-2004 προτάσεις του (ως εκκαλούν και ως εφεσίβλητο) σε απόκρουση σχετικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου που αποτέλεσαν το περιεχόμενο του δεύτερου λόγου αντίθετης από 12-5-2003 έφεσής του κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης, ότι α) ο αναιρεσίβλητος (ενάγων), όπως εκπροσωπείται, ήταν συνταξιούχος του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) με βασική σύνταξη αναπηρίας, άρα δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από το αναιρεσείον, όχι μόνο τα ποσά που του κατέβαλε λόγω του ατυχήματος σαν μηνιαία προσαύξηση στη βασική σύνταξη αναπηρίας με τη μορφή ειδικού επιδόματος για αμοιβή βοηθητικού προσώπου λόγω πλήρους αναπηρίας (100%) ο ΟΓΑ, αλλά και τα ποσά εκείνα τα οποία υποχρεούται να του καταβάλει για την ίδια αιτία πλήν για οποιοδήποτε λόγο δεν του τα κατέβαλε (είτε γιατί δεν τα ζήτησε, είτε γιατί δεν προσκόμισε τα αναγκαία δικαιολογητικά κ.α.), β) με τα τεθέντα υπόψη του δικαστηρίου στοιχεία αποδείχτηκε, ότι ο ΟΓΑ κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο 144.420 δραχμές το μήνα ως επίδομα απόλυτης αναπηρίας, για κάλυψη της ανάγκης πρόσληψης των υπηρεσιών άλλου προσώπου για την εξυπηρέτησή του ως ανάπηρου, συνεχώς από 11-5-2000 και θα το καταβάλλει εφόρου ζωής του και γ) το επίδομα αυτό ήταν υποχρεωμένος ο ΟΓΑ να του το καταβάλει και το προηγούμενο διάστημα, αλλά δεν το κατέβαλε από υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου που δεν υπέβαλε σχετική αίτηση, ενώ είχε τις προϋποθέσεις.

Ζήτησε τελικά το αναιρεσείον να γίνει δεκτή η ένστασή του αυτή και να αφαιρεθεί το μηνιαίο αυτό ποσό των 144.420 δραχμών από εκείνο που θα κρινόταν αναγκαίο για τη μηνιαία δαπάνη πρόσληψης άλλου προσώπου, ώστε να επιδικαστεί μόνο η προκύπτουσα μηνιαία διαφορά. Το Εφετείο σχετικά με τα κρίσιμα αυτά ζητήματα (της επιδίκασης του κονδυλίου από τη δαπάνη πρόσληψης άλλου προσώπου και της αφαίρεσης του μηνιαίου επιδόματος που είχε υποχρέωση να καταβάλει ο ΟΓΑ), όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα:

«Συνεπεία του ατυχήματος ο παθών (αναιρεσίβλητος) τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Π.Γ.Ν. Αθηνών «Ευαγγελισμός» όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα δεξιάς κνήμης, το οποίο αντιμετωπίστηκε με εξωτερική οστεοσύνθεση Orthofix δεξιά και κάταγμα αριστερής κλειδός, το οποίο αντιμετωπίστηκε συντηρητικά, νοσηλεύθηκε δε από 24-12-1997 μέχρι 9-1-1998.

Ακολούθως ο ενάγων νοσηλεύθηκε στην Α΄ ορθοπεδική κλινική του Π.Γ.Ν. Αθηνών «Γιώργος Γεννηματάς» από 28-1-1998 μέχρι 3-2-1998, όπου διαπιστώθηκε ότι η προηγηθείσα εξωτερική οστεοσύνθεση ήταν ανεπαρκής γιατί η θέση της ανάταξης ήταν πλημμελής και για το λόγο αυτό υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα του έγινε ανοικτή ανάταση και ενδομυελική ήλωση τύπου Μatchetti, ενώ το κάταγμα της αριστερής κλειδός αντιμετωπίστηκε συντηρητικά.

Συνεπεία της δεύτερης αυτής νοσηλείας ο παθών για χρονικό διάστημα 3 μηνών (μέχρι 24-3-1998) εμφάνιζε σωματική αναπηρία σε ποσοστό 100%, ενώ για τον επόμενο χρόνο (δηλαδή μέχρι 24-3-1999) η αναπηρία του περιορίστηκε σε ποσοστό 30% και εφεξής εμφανίζει αναπηρία σε ποσοστό 15% λόγω οστικής λοίμωξης η οποία με σωστή αγωγή είναι ιάσιμη.

Ως προς τον ψυχιατρικό τομέα ο παθών δεν εμφάνισε συνεπεία του ατυχήματος επιδείνωση της κατάστασής του καθόσον η νοητική αναπηρία του ήταν ήδη βαριά και πριν από το ατύχημα και δεν επηρεάστηκε αρνητικά συνεπεία τούτου, ούτε προέκυψε ότι το ατύχημα προκάλεσε στον ενάγοντα ψυχικές διαταραχές που δεν υπήρχαν λόγω της νοητικής καθυστέρησης.

Συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η νόμιμη εκπρόσωπός του ... πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, κατόπιν δε τούτου κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αιτούμενα κονδύλια για πρόσληψη άλλου προσώπου από το μήνα Μάϊο 2000, οπότε αυτός λαμβάνει συμπληρωματικό βοήθημα από τον Ο.Γ.Α. ύψους 144.020 δραχμών προς το σκοπό αυτό, μέχρι το Δεκέμβριο 2031, οπότε αυτός θα είναι 80 ετών, ορθά δε απορρίφθηκαν και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός θα είναι ανίκανος και ανάπηρος και για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, απορριπτόμενου κατόπιν τούτου ως ουσιαστικά αβασίμου του δεύτερου λόγου της υπό κρίση έφεσης της εκπροσώπου του ενάγοντος ...

Η ανωτέρω χρονική περίοδος ανικανότητάς του αποδίδεται ολόκληρη στο τροχαίο ατύχημα, έσφαλε δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που περιόρισε μέχρι 24-6-1998 την ανικανότητα του ενάγοντος με την αιτιολογία ότι διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στον τραυματισμό του και στις ζημιογόνες συνέπειες απ' αυτόν για το πέρα των έξι μηνών χρονικό διάστημα, λόγω ιατρικής αμέλειας των ιατρών του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» συνισταμένης σε πλημμελή ανάταξη των οστών που διορθώθηκε με την ανοικτή επέμβαση που έγινε στο νοσοκομείο «Γ.

Γεννηματάς» γιατί αν δεν είχε λάβει χώρα το ατύχημα δεν θα υφίστατο ο ενάγων την ταλαιπωρία του νοσοκομείου και τις επιπλοκές στην υγεία του, οι οποίες οφείλονται στη μειονεκτική αντίδραση του οργανισμού του. Συνέπεια του ατυχήματος ο παθών μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο στις 9-1-1998 είχε ανάγκη βοηθείας άλλου προσώπου για την εξυπηρέτησή του για την οποία απαιτείται δαπάνη ποσού 150.000 δραχμών μηνιαίως (440,20 ευρώ), το ποσό δε αυτό το οποίο συνολικά ανέρχεται σε 11.885,55 ευρώ (4.050.000 δραχμές) δηλαδή 440,20 ευρώ Χ 27 μήνες δικαιούται να το λάβει ο ενάγων μέχρι και το μήνα Απρίλιο 2000, όπως και το ποσό των 5.980 δραχμών (17,55 ευρώ) για το μήνα Μάϊο 2000, καθόσον από το μήνα αυτόν και εφεξής αυτός λαμβάνει από τον ΟΓΑ, στον οποίο υπέβαλε στις 11-5-2000 σχετική αίτηση, το ποσό των 144.420 δραχμών το μήνα (422,66 ευρώ) πλέον του ποσού που ήδη ελάμβανε από τον ανωτέρω Οργανισμό ως σύνταξη αναπηρίας λόγω της νοητικής παθήσεώς του, αφαιρουμένου τούτου από το ποσό των 150.000 δραχμών που χρειάζεται να καταβάλει κατά μήνα για πρόσληψη άλλου προσώπου, αφού το Επικουρικό Κεφάλαιο βαρύνεται με τη συμπλήρωση του ποσού που καταβάλλεται από ασφαλιστικό οργανισμό.

Επομένως, δικαιούται να λάβει συνολικά το ποσό των 11.903,10 ευρώ (4.055.980 δραχμές), το ποσό δε αυτό είναι υποχρεωμένο να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο. Περαιτέρω ανικανότητα για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεν αποδεικνύεται. Ο ισχυρισμός του τελευταίου (αναιρεσείοντος), ότι έπρεπε να απορριφθεί παντελώς το πιο πάνω κονδύλι με την αιτιολογία ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) θα μπορούσε να είχε εγκαίρως υποβάλει αίτηση για λήψη συμπληρωματικού βοηθήματος από δική του ευθύνη παρέλειψε να το πράξει κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο επιδίκασε μικρότερο ποσό σ' αυτόν για την ανωτέρω αιτία έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος εφέσεως της ενάγουσας». Με τις παραδοχές αυτές στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν ως αβάσιμη την από 8-7-2003 έφεση του αναιρεσείοντος, έκανε δεκτή στην ουσία την από 12-5-2003 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη 1532/2003 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την από 10-6-1999 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και την έκανε εν μέρει δεκτή, υποχρεώνοντας το αναιρεσείον να του καταβάλει, εκτός από άλλα, 11.903,10 ευρώ, ως αποζημίωση για πρόσληψη άλλου προσώπου για την εξυπηρέτησή του για διάστημα 27 μηνών (από την έξοδό του από το νοσοκομείο «Γ.

Γεννηματάς» στις 3-2-1998 μέχρι 11-5-2000). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, κατά ένα μέρος, αιτιολογίες, για τα κρίσιμα πιο πάνω ζητήματα της υπόθεσης. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 929 ΑΚ και 19 παρ. 5 του ν. 489/1976, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές εν μέρει αιτιολογίες, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα α) του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε ανάγκη βοήθειας άλλου προσώπου για την καθημερινή εξυπηρέτησή του και β) της δικαιούμενης απ' αυτόν αποζημίωσης από πρόσληψη άλλου βοηθητικού προσώπου για παροχή των υπηρεσιών του σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, αρχικά δέχεται ότι για ένα τρίμηνο από τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου (24-12-1997 μέχρι 24-3-1998) αυτός εμφάνιζε σωματική αναπηρία σε ποσοστό 100% και κατά το διάστημα αυτό της πλήρους αναπηρίας του είχε ανάγκη της βοήθειας άλλου προσώπου, στη συνέχεια δεν διευκρινίζει με σαφή αιτιολογία, ότι η ανάγκη αυτή εξακολούθησε και τον επόμενο χρόνο (24-3-1998 μέχρι 24-3-1999) που η αναπηρία του περιορίστηκε στο ποσοστό 30%, αλλά και μετέπειτα που η αναπηρία του μειώθηκε σε ποσοστό 15%.

Όμως στη συνέχεια κρίνει, ότι «από 9-1-1998 που εξήλθε από το νοσοκομείο ο αναιρεσίβλητος είχε ανάγκη βοήθειας άλλου προσώπου για την εξυπηρέτησή του, για την οποία απαιτείται μηνιαία δαπάνη 440,20 ευρώ (δρχ. 150.000)», για να δεχθεί τελικά αμέσως παρακάτω, κατά τρόπο εν μέρει αντιφατικό, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ανάγκη βοήθειας άλλου προσώπου για χρονικό διάστημα 27 μηνών (που υπολογίζει εσφαλμένα από 9-1-1998 μέχρι 11-5-2000) για το οποίο και επιδικάζει ως αποζημίωση το ποσό των 11.903,10 ευρώ, χωρίς κάποια άλλη αναγκαία επαρκή αιτιολογία εδώ, γιατί, ενώ η ολική του αναπηρία είχε διάρκεια μόνο τριών μηνών (από 24-12-1997 έως 24-3-1998), αυτός είχε ανάγκη βοήθειας άλλου προσώπου για την εξυπηρέτησή του για 27 μήνες, χρονικό διάστημα του οποίου η έναρξη και η λήξη δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια.

Περαιτέρω, σε σχέση με την προβληθείσα πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, η αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν δηλαδή ο αναιρεσίβλητος, συνταξιούχος του ΟΓΑ με βασική σύνταξη αναπηρίας, κατά το χρονικό αυτό διάστημα των 27 μηνών πριν από τις 11-5-2000, είχε όλες τις προϋποθέσεις του νόμου και εδικαιούτο έτσι να ζητήσει και να εισπράξει από τον ασφαλιστικό αυτό οργανισμό του το ειδικό αυτό μηνιαίο επίδομα των 422,66 ευρώ για πρόσληψη βοηθητικού προσώπου, πλήν δεν εισέπραξε αυτό από τον υποχρεωμένο να του καταβάλει ΟΓΑ, όχι γιατί δεν το εδικαιούτο, αλλά γιατί από δικό του συντρέχον πταίσμα δεν υπέβαλε έγκαιρα στον ΟΓΑ σχετική αίτηση για χορήγησή του.

Με αυτές τις αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Σύμφωνα με αυτά η προσβαλλομένη υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Συνακόλουθα πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι συναφείς δεύτερος και τέταρτος, κατά τα οικεία μέρη τους, λόγοι αναίρεσης, όπως αυτοί σε κάθε περίπτωση παραδεκτά διευκρινίσθηκαν και συμπληρώθηκαν από τον εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.), με τους οποίους προβάλλεται ασάφεια, ανεπάρκεια μερική αντιφατικότητα αιτιολογιών σε σχέση με τα παραπάνω ζητήματα.

Μετά απ'αυτά πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά ένα μέρος, μεταξύ των διαδίκων της προκειμένης δίκης, δηλαδή κατά τις διατάξεις της με τις οποίες απέρριψε την από 8-7-2003 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 1532/2003 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρέωσε αυτό να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, εκτός από άλλα, 11.903,10 ευρώ ως αποζημίωση για πρόσληψη άλλου προσώπου για την εξυπηρέτησή του κατά το άνω διάστημα των 27 μηνών (3-2-1998 μέχρι 11-5-2000), κατά μερική παραδοχή της από 10-6-1999 αγωγής του αναιρεσιβλήτου.

Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. (άρθρο 580 πα.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5147/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, μεταξύ των διαδίκων της προκειμένης δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ