Supreme Court dismisses appeal against tax court ruling where non-fraudulent VAT errors caused financial loss to athlete.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a former professional footballer against a tax court decision. The court found that the tax authority's reliance on the sponsor's failure to issue invoices was not fraudulent, as the sponsor acted in good faith believing athletes were tax-exempt. Consequently, the court ruled that the financial loss suffered by the athlete was not caused by the sponsor's deceptive conduct but by the athlete's own failure to comply with tax obligations.
Legislator headnote
AI generatedArt. 12(5) of PD 186/1992; Art. 321 of the Civil Code: A claim for damages based on fraudulent misrepresentation is inadmissible where the alleged deception stems from a good-faith error regarding tax exemptions and the resulting financial loss is causally linked to the claimant's own tax violations rather than the defendant's intent to induce harm.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1257 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1257/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. Χ. του Ι. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μηχιώτη - Κακολίρη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "A. H. A.E.", που εδρεύει στη ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αικατερίνη Κουτηφάρη και Παναγιώτη Τζιούμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2246/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2810/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6.2.2017 αγωγή του, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθετε ότι, υπήρξε, επί σειρά ετών, επαγγελματίας διεθνής ποδοσφαιριστής, αγωνισθείς, τόσο σε ομάδες της ημεδαπής, όσον και κυρίως της αλλοδαπής, καθώς και στην Εθνική Ομάδα Ελλάδος, με καθοριστική συμβολή στην κατάκτηση από την τελευταία του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, που διεξήχθη, το έτος 2004, στην Πορτογαλία.
Ότι στις 3.10.2004 υπέγραψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία σύμβαση χορηγίας, τετραετούς διάρκειας, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγεί σε αυτόν αθλητικό υλικό, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ετησίως, σε συγκεκριμένα προκαθορισμένες δόσεις, για κάθε χρόνο της συμφωνίας, ο ίδιος δε ανέλαβε την υποχρέωση να κάνει χρήση του αθλητικού υλικού της εναγομένης στις δημόσιες εμφανίσεις του.
Ότι, αμέσως μετά τη λήξη της παραπάνω συμβάσεως και στα πλαίσια συμφωνίας των διαδίκων για την επί διετία ανανέωσή της, συνυπέγραψαν, στις 14.10.2008, νέα σύμβαση, με διάρκεια από τις 10.10.2008 έως τις 10.10.2010, με τους ίδιους ως άνω όρους, με μόνη διαφορά το ποσό της χορηγίας, το οποίο ανερχόταν πλέον σε 60.000 ευρώ ετησίως.
Ότι, πριν από την κατάρτιση της πρώτης συμβάσεως, σε απάντηση σχετικού ερωτήματος του ιδίου και του εκπροσώπου του, η εναγομένη διαβεβαίωσε αυτούς, κατά τρόπο σκοπίμως παραπλανητικό, ότι αυτός δεν είχε την ιδιότητα του επιτηδευματία και ότι, ως εκ τούτου, για τα ποσά που θα ελάμβανε από αυτήν, ως χορηγίες, δεν θα όφειλε ΦΠΑ ούτε είχε υποχρέωση να τηρεί τις διατάξεις του Κ.Β.Σ.
περί διατηρήσεως βιβλίων και εκδόσεως Τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Ότι δυνάμει σχετικών πράξεων του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Σερρών, που εκδόθηκαν το έτος 2014, κατόπιν διενέργειας της υπ' αριθ. 755/21.12.2013 εντολής ελέγχου εις βάρος της εναγομένης εταιρείας και της υπ' αριθ. 420/18.11.2014 Εκθέσεως Ελέγχου Εφαρμογής Διατάξεων π.δ. 186/1992 της ΔΟΥ Σερρών, των οποίων έλαβε γνώση αυτός το έτος 2014, υποχρεώθηκε να καταβάλει στη ΔΟΥ Σερρών το συνολικό ποσό των 653.176,79 ευρώ, ήτοι το ποσό των 104.779,42 ευρώ για μη αποδοθέντα ΦΠΑ και το ποσό των 548.397,37 ευρώ για πρόστιμα ένεκα παραβάσεων ΚΒΣ, αλλά και ένεκα παρεπομένων φόρων για μη προσήκουσα περιοδική δήλωση ΦΠΑ.
Ότι, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, η εναγομένη, προκειμένου να είναι φορολογικώς "καλυμμένη", κρυφίως εξέδωσε τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, όπου, ψευδώς, κατέγραφε ότι αυτός (ενάγων) αρνείτο την έκδοση τιμολογίων, τα οποία, ωστόσο, αυτή ουδέποτε απέστειλε στην αρμόδια ΔΟΥ του ιδίου, ως όφειλε, προκειμένου να μη λάβει γνώση των μεθοδεύσεών της.
Ότι, εξαιτίας της προπεριγραφείσας αντισυμβατικής, ήτοι αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστη, αφενός μεν υλική ζημία, ίση με το συνολικό ποσό των 653.176,79 ευρώ, που του επιβλήθηκε για τις ως άνω αιτίες, αφετέρου δε σοβαρότατη ηθική βλάβη, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ο ενάγων ζήτησε, μετά από επιτρεπτή μετατροπή των αιτημάτων της αγωγής του από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 653.176,79 ευρώ, ως αποζημίωση και το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 2246/2019 απόφασή του, αφού απέρριψε τη βάση της αγωγής που στηριζόταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, ως νόμω αβάσιμη, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν κατά τα λοιπά ορισμένη και νόμιμη, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 71, 147-149, 297, 298, 299, 330, 346, 914 και 932 του ΑΚ και 386 του ΠΚ και, στη συνέχεια, απέρριψε αυτήν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων την από 26.7.2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 2810/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και κατά τη συρρέουσα βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 330 και 383 του ΑΚ, έγινε δεκτή η έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 2246/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος αυτό.
Ακολούθως, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την άνω βάση της ως ουσία αβάσιμη, ενώ κατά τα λοιπά απορρίφθηκε η έφεση ως ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο ενάγων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Εξάλλου, από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του.
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 832/2022, ΑΠ 914/2021, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 209/2018).
Περαιτέρω, σύμβαση (ανταποδοτικής) χορηγίας (sponsoring), είναι η σύμβαση με την οποία μία επιχείρηση (χορηγός) αναλαμβάνει την υποχρέωση να υποστηρίξει την παραγωγή προϊόντων θεάματος με παροχές σε είδος ή/και σε χρήμα στον οργανωτή του καλλιτεχνικού ή αθλητικού έργου ή στους ίδιους τους συμμετέχοντες σε αυτό (δέκτης της χορηγίας) με αντάλλαγμα την προβολή της μέσω των χρηματοδοτούμενων δραστηριοτήτων Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την χορηγία δωρεοδοτικού τύπου, η οποία αποτελεί οικονομική παροχή άνευ ανταλλάγματος, καθώς τα κίνητρα του χορηγού είναι χαριστικά ή φιλανθρωπικά.
Η σύμβαση ανταποδοτικής χορηγίας επιτελεί χρηματοδοτική λειτουργία για το λήπτη της χορηγίας και διαφημιστική για το χορηγό, αποτελεί δε ένα ιδιαίτερα ελκυστικό από οικονομική άποψη και παράλληλα αποτελεσματικό μέσο χρηματοδότησης (για το λήπτη αυτής) και διαφήμισης (για το χορηγό). Είναι μορφή οικονομικής συναλλαγής (οικονομικό σύμφωνο), από την οποία προκύπτουν οφέλη και για τις δύο αντισυμβαλλόμενες πλευρές.
Από τη μια μεριά ο χορηγούμενος με την οικονομική χρηματοδότηση επιτυγχάνει πιο εύκολα τους στόχους του, από την άλλη ο χορηγός μέσα από τη διαχείριση των προσφερόμενων οικονομικών πόρων εξασφαλίζει την προβολή του. Δεδομένης της απουσίας συστηματικής ερμηνείας και επεξεργασίας αυτής, εναπόκειται στα συμβαλλόμενα μέρη, κατά το χρόνο κατάρτισή της και κυρίως κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων των όρων της, να διαμορφώσουν το περιεχόμενό της, να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους και να ρυθμίσουν τις υποχρεώσεις τους, εντάσσοντας ρήτρες στη συμφωνία, με τις οποίες θα εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντά τους.
Εξάλλου, με την υπ' αριθ. 1099789/686/A0013/ΠOΛ. 1283/7.11.1995 ΥΑ, έγινε δεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών η υπ' αριθ. 531/1995 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, με την οποία κρίθηκε α) ότι η χορηγία αποτελεί οικονομική παροχή βασικώς άνευ ανταλλάγματος, που γίνεται προς πραγματοποίηση αυστηρά συγκεκριμένου έργου και μάλιστα έργου όχι αναγκαία τεχνικού αλλά και υπό την έννοια πραγματοποιήσεως συγκεκριμένης εκδηλώσεως κοινωνικής, θρησκευτικής, αθλητικής κ.λπ...
ή επίτευξης συγκεκριμένου αποτελέσματος, τις δαπάνες των οποίων τείνει να καλύψει η χορηγία αυτή, β) ότι υπό τα δεδομένα αυτά η έννοια της χορηγίας ταυτίζεται με αυτή της δωρεάς, με την αυστηρή προϋπόθεση, ότι δεν συνομολογείται ή δεν υποκρύπτεται υποχρέωση αντιπαροχής εκ μέρους του δεχόμενου την οικονομική παροχή, και γ) ότι, συνεπώς, κάθε περίπτωση χορηγίας πρέπει να αντιμετωπίζεται από την φορολογούσα αρχή με στάθμιση των ως άνω δεδομένων, προκειμένου να εξευρεθεί αν η συμβατικά χαρακτηριζόμενη ως χορηγία συνιστά χαριστική δόση χωρίς αντάλλαγμα, οπότε πρόκειται περί δωρεάς κατά την έννοια του φορολογικού νόμου (αρ. 34 NΔ 118/1973) ή υποκρύπτει αντάλλαγμα προς τον χορηγό, οπότε, αν τούτο είναι ανάλογο προς την παροχή αυτού πρόκειται περί αμφοτεροβαρούς σύμβασης, αν δε τούτο καλύπτει μέρος της παροχής του χορηγού, υφίσταται δωρεά κατά το υπερβάλλον την παροχή τμήμα του ανταλλάγματος.
οι χορηγίες κάθε τύπου. Με βάση τα παραπάνω οι χορηγίες κάθε τύπου που δίδονται σε αθλητές με αντάλλαγμα, άμεσο ή έμμεσο, χαρακτηρίζονται, ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, οι δε υπηρεσίες των αθλητών για τη διαφημιστική προβολή του καταβάλλοντος αποτελούν πράξεις παροχής υπηρεσιών, καθιστώντας τους αθλητές επιτηδευματίες και, ως εκ τούτου, υπόχρεους τηρήσεως βιβλίων και εκδόσεως ΤΠΥ με καταβολή ΦΠΑ.
Τέλος, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΔ.186/1992 "Κάθε ημεδαπό ή αλλοδαπό φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κοινωνία του Αστικού Κώδικα, που ασκεί δραστηριότητα στην ελληνική επικράτεια και αποβλέπει στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική ή βιομηχανική ή βιοτεχνική ή γεωργική επιχείρηση ή από ελευθέριο επάγγελμα ή από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, καθώς και οι αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρείες, αναφερόμενοι στο εξής με τον όρο <επιτηδευματίας>, τηρεί, εκδίδει, παρέχει, ζητά, λαμβάνει, υποβάλλει, διαφυλάσσει τα βιβλία, τα στοιχεία, τις καταστάσεις και κάθε άλλο μέσο σχετικό με την τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό, κατά περίπτωση", κατά δε το άρθρο 2 παρ. 3 εδ.
β' του ΠΔ.186/1992 "Το Δημόσιο, το ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή επιτροπή ή ένωση προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο που δεν έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα και αποκτά κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου στην ημεδαπή, οι ξένες αποστολές και οι διεθνείς οργανισμοί υποχρεούνται μόνο στη λήψη, έκδοση, υποβολή και διαφύλαξη των στοιχείων που ορίζονται ρητά από τον Κώδικα αυτόν.
Τα πρόσωπα αυτά, εκτός από το Δημόσιο, όταν ενεργούν πράξεις παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που υπάγονται στο φόρo προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) ή στο φόρο εισοδήματος θεωρούνται επιτηδευματίες μόνο για τις δραστηριότητες αυτές και έχουν τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1 του όρθρου αυτού". Κατά το άρθρο 12 παρ. 5 του ΠΔ.186/1992 "Ο επιτηδευματίας και τα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 2 εκδίδουν τιμολόγιο για τα αγαθά που αγοράζουν ή τις υπηρεσίες που δέχονται από πρόσωπα που αρνούνται την έκδοση τιμολογίου ή εκδίδουν ανακριβές τιμολόγιο ή δεν έχουν υποχρέωση για έκδοση τιμολογίου κατά την πώληση αγαθών.
Στην περίπτωση άρνησης από υπόχρεο έκδοσης τιμολογίου ή έκδοσης ανακριβούς τιμολογίου το πρωτότυπο του τιμολογίου που εκδίδει ο αγοραστής των αγαθών ή ο λήπτης των υπηρεσιών αποστέλλεται εντός του επομένου από την έκδοσή του μήνα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του αντισυμβαλλόμενου". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο εκκαλών-ενάγων (αναιρεσείων) υπήρξε, επί σειρά ετών, επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, αγωνισθείς, σε ομάδες της ημεδαπής και της αλλοδαπής, καθώς και στην Εθνική ομάδα, της οποίας υπήρξε βασικό στέλεχος, από το έτος 2001 έως και το έτος 2011, με καθοριστική συμβολή στην κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, που διεξήχθη στην Πορτογαλία, το καλοκαίρι του έτους 2004.
Η εφεσίβλητη-εναγομένη (αναιρεσίβλητη) είναι μέλος του επιχειρηματικού ομίλου "A. " (100% θυγατρική της γερμανικής εταιρείας με την επωνυμία "A. A.G."), ο οποίος παράγει και διακινεί εμπορικά είδη αθλητικής ενδύσεως, υποδήσεως και αθλητικού εξοπλισμού σε όλον τον κόσμο. Δυνάμει της από 28.1.2004 συμβάσεως, που υπεγράφη, μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "A.
I. M. B. ", η οποία ανήκει στον ίδιο ως άνω επιχειρηματικό όμιλο με την εφεσίβλητη-εναγομένη και της Εθνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (ΕΠΟ), η πρώτη ανέλαβε την αποκλειστική χορηγία των εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου, αφ' ενός, μεν, με την κατ' αποκλειστικότητα προμήθεια των επίσημων εμφανίσεων των ποδοσφαιριστών και του λοιπού υποστηρικτικού αθλητικού υλικού από τον όμιλο "A. ", αφ' ετέρου, δε, με την καταβολή χρηματικών ποσών, σταθερών και πρόσθετων, ανάλογα με τις επιδόσεις των εθνικών ομάδων στις διεθνείς διοργανώσεις, που θα συμμετείχαν εντός της τετραετούς διάρκειας της ως άνω συμβάσεως.
Μετά την κατάκτηση από την Εθνική Ομάδα Ανδρών του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου, τον Ιούλιο του έτους 2004, ο ως άνω όμιλος, στον οποίο ανήκει η εφεσίβλητη-εναγομένη, επεδίωξε, για λόγους προωθήσεως των προϊόντων του, εκτός της ως άνω συμβάσεως με την ΕΠΟ, που αφορούσε την Εθνική Ομάδα, ως σύνολο, να συνάψει ατομικές συμβάσεις με διεθνείς ποδοσφαιριστές, οι οποίοι δεν δεσμεύονταν με ατομικές συμβάσεις χορηγίας με άλλες αθλητικές εταιρείες, όπως ο εκκαλών-ενάγων.
Στο πλαίσιο αυτό, με πρωτοβουλία της εφεσίβλητης-εναγομένης, έγιναν διαπραγματεύσεις, στις οποίες, αυτή, μεν, εκπροσωπήθηκε από τα στελέχη της, Β. Μ. , διευθυντή μάρκετινγκ και Γ. Σ. , υπεύθυνο αθλητικού μάρκετινγκ, ο, δε, ενάγων συνοδευόταν από τον εκπρόσωπό του (μάνατζερ), Π. Κ. . Οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν στη σύναψη, μεταξύ των διαδίκων, του από 3.10.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, διαρκείας από 3.10.2004 έως 31.7.2008, με βάση το οποίο, η εφεσίβλητη-εναγομένη ανέλαβε να προμηθεύει και να παραδίδει στον εκκαλούντα-ενάγοντα το αναλυτικώς εκτιθέμενο στο ιδιωτικό συμφωνητικό αθλητικό υλικό (υποδήματα, είδη ενδύσεως, καπέλα και πετσέτες) "χωρίς αντάλλαγμα", ο, δε, εκκαλών-ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, να χρησιμοποιεί αυτό το υλικό σε όλους τους αγώνες της περιόδου, στις προπονήσεις και σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις του, με ρητή υποχρέωση να εμφανίζεται, όποτε θα καλείτο από την εφεσίβλητη-εναγομένη, σε εκδηλώσεις ή συνεντεύξεις, έδωσε, δε, επιπλέον, στην τελευταία, χωρίς επιφύλαξη και, χωρίς απαίτηση ιδιαίτερης αμοιβής, την άδεια να διαφημίζει, μέσω έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημερώσεως ή και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο διαφημίσεως ότι, αυτός (ο εκκαλών-ενάγων) χρησιμοποιεί αποκλειστικώς τα είδη της εφεσίβλητης-εναγομένης και μόνον αυτά.
Ως αντάλλαγμα, για τη συνολική διαφημιστική προβολή και τις υπηρεσίες του εκκαλούντος-ενάγοντος, η εφεσίβλητη-εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει σε αυτόν "το Βασικό ποσόν των 100.000 Ευρώ για κάθε έτος της παρούσας, ως αντάλλαγμα για τη διαφήμισή της από τη χρήση των προϊόντων της" με καθορισμένες, αναλυτικώς, τις ημερομηνίες καταβολής των δόσεων.
Επίσης, η εφεσίβλητη-εναγομένη θα κατέβαλε το ποσό των 35.000 ευρώ, κατ' έτος, εάν ο εκκαλών-ενάγων συμμετείχε στο 70% των επισήμων παιχνιδιών της Εθνικής Ελλάδος και στο 30% των παιχνιδιών του Συλλόγου/Ομάδας, που αγωνιζόταν, τα οποία θα πληρώνονταν ανά μήνα, μετά το τέλος της αγωνιστικής περιόδου. Η εν λόγω σύμβαση λειτούργησε ομαλά μεταξύ των διαδίκων και, κατά τη λήξη της, υπεγράφη μεταξύ τους νέα σύμβαση, με ημερομηνία 14.10.2008 και διετή διάρκεια, ήτοι, από τις 10.10.2008 έως τις 10.10.2010.
Η σύμβαση αυτή είχε πανομοιότυπο περιεχόμενο με την αρχική σύμβαση, ήταν, όμως, περισσότερο λεπτομερής και αναλυτική και διαφοροποιείτο, ως προς τα εξής σημεία: α) Ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες, που αναλάμβανε να εκτελέσει ο εκκαλών-ενάγων, συμφωνήθηκε ετήσια αμοιβή "εφόσον ο Παίκτης καλείται κάθε χρόνο τουλάχιστον στο 75% των κλήσεων της Εθνικής Ομάδας ποδοσφαίρου, σύμφωνα με το ακόλουθο πρόγραμμα:
πρώτο συμβατικό έτος: 60.000 ευρώ. Δεύτερο συμβατικό έτος: 60.000 β) Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι: 3.1. Στα εν λόγω ποσά περιλαμβάνεται κάθε νόμιμη παρακράτηση σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και ο Παίκτης είναι υπεύθυνος για την πληρωμή κάθε τυχόν επιπλέον φόρου ή κράτησης...3-5. Όλες οι πληρωμές που οφείλονται από την A.
δυνάμει της παρούσας Σύμβασης υπόκεινται στην αφαίρεση του ισχύοντος παρακρατούμενου φόρου (εφόσον συντρέχει περίπτωση). Ο Παίκτης συμφωνεί ότι είναι υπεύθυνος για κάθε φόρο εισοδήματος και άλλο φόρο που είναι πληρωτέος σε σχέση με τις πληρωμές που καταβάλλονται από την A. στον Παίκτη και σε σχέση με την παροχή οποιωνδήποτε Προϊόντων A.
δυνάμει της παρούσας και ο Παίκτης συμφωνεί να αποζημιώσει και να αποκαταστήσει, κατόπιν σχετικού αιτήματος, την A. και όλα τα μέλη του Ομίλου A. για κάθε απώλεια, ζημία, απαίτηση, έξοδο και δαπάνη που υπέστη η A. ή οποιοδήποτε μέλος του Ομίλου A. ως αποτέλεσμα της παράλειψης του Παίκτη να δηλώσει οποιοδήποτε εισόδημα ή άλλους φόρους" και, γ) τέλος, συμφωνήθηκε ότι: "Όλες οι ειδοποιήσεις (συμπεριλαμβανομένων των τιμολογίων) ή άλλες ανακοινώσεις που απαιτείται ή επιτρέπεται να παρασχεθούν βάσει ή σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση είναι έγγραφες και είναι ισχυρές και επαρκείς εφόσον παραδοθούν ή αποσταλούν με ταχυδρομείο, εταιρεία ταχυμεταφορών, προσωπική παράδοση ή τηλεμοιοτυπία, ανάλογα με την περίπτωση, στον αντισυμβαλλόμενο, στη διεύθυνση που αναφέρεται στην παρούσα Σύμβαση...".
Η εφεσίβλητη-εναγομένη, κατά τις κρίσιμες, εν προκειμένω, χρήσεις (2007-2009), εξέδωσε στο όνομα του εκκαλούντος-ενάγοντος, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (ΤΠΥ), για τα χρήματα, που κατέβαλε σε αυτόν, βάσει των παραπάνω δύο ιδιωτικών συμφωνητικών. Ειδικότερα, αυτή εξέδωσε: 1) το υπ' αριθμ. 356/31.12.2007 ΤΠΥ, συνολικής αξίας 152.650 ευρώ, 2) το υπ' αριθμ. 380/5.2.2008 ΤΠΥ, συνολικής αξίας 100.000 ευρώ, 3) το υπ' αριθμ. 420/30.4.2008 ΤΠΥ, συνολικής αξίας 43-750 ευρώ, 4) το υπ' αριθμ. 442/15-9.2008 ΤΠΥ, συνολικής αξίας 250.000 ευρώ, 5) το υπ' αριθμ. 484/31.1.2009 ΤΠΥ, συνολικής αξίας 46.250 ευρώ, 6) το υπ' αριθμ. 507/29-4.2009 ΤΠΥ, συνολικής αξίας 20.000 ευρώ, 7) το υπ' αριθμ. 528/20.7.2009 ΤΠΥ, συνολικής αξίας 20.000 ευρώ και 8) το υπ' αριθμ. 561/31.12.2009 ΤΠΥ, συνολικής αξίας 20.000 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 755/21.12.2013 εντολής ελέγχου του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Σερρών, διενεργήθηκε έλεγχος στον εκκαλούντα-ενάγοντα, μετά το με αρ. πρωτ. 22659/22.5.2013 δελτίο πληροφοριών της ΔΟΥ Μεγάλων Επιχειρήσεων Αθηνών (αρ. πρωτ. εισαγωγής στη ΔΟΥ Σερρών 22747/ 29-5.2013), με το οποίο, γνωστοποιήθηκε ότι, η εφεσίβλητη-εναγομένη είχε εκδώσει τα ως άνω οκτώ (8) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, βάσει του άρθρου 12 παρ. 5 του π.δ. 186/1992 (ΚΒΣ) (τιμολόγια από αρνούμενο έκδοσης), για τις αμοιβές, που κατέβαλε στον εκκαλούντα-ενάγοντα, χωρίς, όμως, η εφεσίβλητη-εναγομένη να έχει αποστείλει στη ΔΟΥ Σερρών τα πρωτότυπα των εν λόγω τιμολογίων.
Η φορολογική Αρχή, λαμβάνοντας υπόψιν ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 531/1995 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, την οποία έκανε δεκτή ο Υπουργός Οικονομικών (ΠΟΛ 1283/7.11.1995), υφίστατο αμφοτεροβαρής σύμβαση, μεταξύ των διαδίκων και, όχι, δωρεά, στην περίπτωση, που η χορηγία προς τον αθλητή γίνεται με αντάλλαγμα τη διαφημιστική προβολή, αφού, η εν λόγω προβολή είναι το αντάλλαγμα της χορηγίας, έκρινε ότι, οι χορηγίες κάθε τύπου, που δίδονται σε αθλητές με αντάλλαγμα, άμεσο ή έμμεσο, χαρακτηρίζονται, ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, οι, δε, υπηρεσίες των αθλητών για τη διαφημιστική προβολή του καταβάλλοντος αποτελούν πράξεις παροχής υπηρεσιών, καθιστώντας τους αθλητές επιτηδευματίες και, ως εκ τούτου, υπόχρεους τηρήσεως βιβλίων και εκδόσεως ΤΠΥ με ΦΠΑ 19%.
Έκρινε, δηλαδή, ότι, ο εκκαλών-ενάγων είχε υποχρέωση, ως επιτηδευματίας, αφ' ενός, μεν, να τηρεί βιβλίο εσόδων-εξόδων, αφ' ετέρου να εκδώσει τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τις αμοιβές, που έλαβε από την εφεσίβλητη-εναγομένη, υποβάλλοντας, κατ' αρχάς, στο τμήμα μητρώου της ΔΟΥ, την προβλεπομένη, από τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 1 α' του ν. 3859/2000, δήλωση ενάρξεως εργασιών.
Στη συνέχεια, ζητήθηκε από τον εκκαλούντα-ενάγοντα να προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία, σχετικά με την υπόθεση, αυτός, δε, ανταποκρίθηκε, προσκομίζοντας στην αρμόδια Αρχή τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των ελεγχόμενων ετών, καθώς και μία βεβαίωση αμοιβής από την εφεσίβλητη-εναγομένη, για τη χρήση 2007, με ποσό αμοιβής 156.250 ευρώ και παρακρατήσεως 20% (31.250 ευρώ).
Κατά τον έλεγχο, που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι, ο εκκαλών-ενάγων δεν είχε τηρήσει, κατά τις επίμαχες χρήσεις, (2007-2009) βιβλίο εσόδων-εξόδων και, επιπλέον, ότι δεν είχε εκδώσει αντίστοιχα ΤΠΥ για τις αμοιβές, που είχε εισπράξει από την εφεσίβλητη-εναγομένη. Με την ίδια ως άνω έκθεση ελέγχου, γίνεται μνεία του ότι, η εφεσίβλητη-εναγομένη εταιρεία είχε καταχωρήσει τα εν λόγω τιμολόγια στα βιβλία της, είχε παρακρατήσει φόρο 20% και τον απέδωσε στο Δημόσιο, εξέδωσε βεβαίωση αμοιβών και δήλωσε τις ανωτέρω συναλλαγές στις συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών-προμηθευτών, καίτοι αυτό δεν απαιτείτο, βάσει της ΠΟΛ 1163/1994, δεδομένου ότι, τιμολόγια αγοράς από αρνούμενους την έκδοση τιμολογίων δεν συμπεριλαμβάνονται στις συγκεντρωτικές καταστάσεις του άρθρου 20 του π.δ. 186/1992.
Τέλος, γίνεται μνεία του ότι, τα τιμολόγια αυτά εκδόθηκαν νομίμως αθεώρητα, βάσει της ΑΥΟ ΠΟΛ 1083/2003 (επιχείρηση με ακαθάριστα έσοδα μεγαλύτερα των 2.934.702 ευρώ και 50 άτομα προσωπικό) και ότι, ορθώς, δεν υπολογίσθηκε σε αυτά ΦΠΑ. Κληθείς, ο εκκαλών-ενάγων να υποβάλει τις απόψεις του, κατέθεσε, κατ' αρχήν, το υπ' αριθμ.
πρωτ. 41155/9.10.2014 σημείωμα αντιρρήσεων και, στη συνέχεια, τα υπ' αριθμ. 44012 και 44013/24.10.2014 συμπληρωματικά σημειώματα αντιρρήσεων, με τα οποία ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Η φορολογική διοίκηση (Ελεγκτική Υπηρεσία) δέχεται αυθαίρετα ότι εγώ αρνήθηκα την έκδοση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών προς την A.
Η. Α.Ε.. Παρά το γεγονός ότι γίνεται λόγος για "εκπρόθεσμη υποβολή του πρωτοτύπου τιμολογίου από την A. H. Α.Ε. (κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία) γίνεται η αυθαίρετη παραδοχή ότι εγώ δήθεν αρνήθηκα να εκδώσω κάποιου είδους φορολογικά παραστατικά. Μοναδική αλήθεια είναι ότι κατά τις ως άνω διαχειριστικές χρήσεις τόσο η Φορολογική Διοίκηση όσο και εγώ (και βεβαίως η αντισυμβαλλόμενή μου A.
Α.Ε.) είχαμε πλήρη πεποίθηση ότι επρόκειτο για συμβάσεις χορηγίας (v. 3525/2007) και ότι υποκείμεθα στη φορολογική μεταχείριση του ως άνω νόμου... ο αποκλεισμός της σύμβασης χορηγίας ως κάποιας από τις γνωστές νομικές μορφές, που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να υπαχθεί, αποκλείει την επίτευξη κέρδους και καταλήγει να χαρακτηρίζει τις υποχρεώσεις του χορηγού (κάλυψης των δαπανών λειτουργίας του εν ενεργεία παίκτη της εθνικής ομάδας) ως κύριο σκοπό της σύμβασης, τον, δε, προσπορισμό κέρδους ως παρακολούθημα της ως άνω υποχρέωσης....
Όπως είναι προφανές η ανακινούμενη υπόθεση συνιστά αναδρομικό καταλογισμό φόρου με ταυτόχρονη περίπτωση μεταβολής από τη φορολογική διοίκηση της ερμηνείας τόσο των συμβάσεων χορηγίας (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ) όσο και του προϊσχύσαντος νόμου... Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση και σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του ΚΒΣ συντρέχει και η περίπτωση της νομικής πλάνης, η οποία φαίνεται να "δικαιολογείται" για την A. l-IELLAS, που έχει οργανωμένο τμήμα λογιστηρίου και νομικών συμβούλων αλλά ενδεχομένως όχι για μένα".
Οι παραπάνω αιτιάσεις του εκκαλούντος-ενάγοντος δεν έγιναν δεκτές, κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτών, από τη Φορολογική Αρχή και, ακολούθως, εξεδόθησαν από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Σερρών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του ν. 2523/1997: α) για τη διαχειριστική περίοδο 1/1-31/1/2007, η υπ' αριθμ. 371/21.11.2014 πράξη, με την οποία επεβλήθη, εις βάρος του εκκαλούντος-ενάγοντος, πρόστιμο 586 ευρώ, λόγω μη εκδόσεως ΤΠΥ καθαρής αξίας 131.302,52 ευρώ και πρόστιμο 586 ευρώ, λόγω μη τηρήσεως βιβλίου εσόδων-εξόδων, ήτοι, συνολικά 1.172 ευρώ, β) για τη διαχειριστική περίοδο 1/1-31/12/2008, η υπ' αριθμ. 372/21.11.2014 πράξη, με την οποία επεβλήθησαν, εις βάρος του εκκαλούντος-ενάγοντος, τρία πρόστιμα, ισόποσα της αξίας των αντίστοιχων καθαρών αμοιβών, που εισέπραξε, δηλαδή, 84.033,61 ευρώ + 36.764,71 ευρώ + 210.084,03 ευρώ, λόγω μη εκδόσεως ισάριθμων ΤΠΥ αντίστοιχης καθαρής αξίας και ένα πρόστιμο 586 ευρώ, λόγω μη τηρήσεως βιβλίου εσόδων-εξόδων, γ) για τη διαχειριστική περίοδο 1/1-31/12/2009, η υπ' αριθμ. 373/21.11.2014 πράξη, με την οποία επεβλήθησαν, εις βάρος του εκκαλούντος-ενάγοντος, τέσσερα πρόστιμα, ισόποσα της αξίας των αντίστοιχων καθαρών αμοιβών, που εισέπραξε, δηλαδή, 38.865,55 ευρώ + 16.806,72 ευρώ + 16.806,72 ευρώ + 16.806,72 ευρώ, λόγω μη εκδόσεως ισάριθμων ΤΠΥ, αντίστοιχης καθαρής αξίας και ένα πρόστιμο 586 ευρώ, λόγω μη τηρήσεως βιβλίου εσόδων-εξόδων, ήτοι, συνολικά, 89.871,71 ευρώ.
Παράλληλα, ο εκκαλών-ενάγων υποχρεώθηκε να καταβάλει και τα εξής: α) με την υπ' αριθμ. 367/21.11.2014 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Σερρών, διαχειριστικής περιόδου 1/1-31/1/2007, υποχρεώθηκε να καταβάλει κύριο φόρο, ποσού 24-947,84 ευρώ, πλέον πρόσθετου φόρου ποσού 29-936,98 ευρώ, λόγω μη υποβολής σχετικών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ, ήτοι, 54.884, 46 ευρώ, β) με την υπ' αριθμ. 368/21.11.2014 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Σερρών, διαχειριστικής περιόδου 1/1-31/1/2008, υποχρεώθηκε να καταβάλει κύριο φόρο, ποσού 62.867,65 ευρώ, πλέον πρόσθετου φόρου ποσού 75-441,18 ευρώ, λόγω μη υποβολής σχετικών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ, ήτοι, συνολικά, 138.308,83 ευρώ, γ) με την υπ' αριθμ. 36/21.11.2014 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Σερρών, διαχειριστικής περιόδου 1/1-31/1/2009, υποχρεώθηκε να καταβάλει κύριο φόρο, ποσού 19.964,29 ευρώ, πλέον πρόσθετου φόρου ποσού 20.357,15 ευρώ, λόγω μη υποβολής σχετικών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ, ήτοι, 37.231,44 ευρώ και δ) με την υπ' αριθμ. 370/21.11. 2014 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Σερρών, διαχειριστικής περιόδου 1/1-31/1/2007 επεβλήθη πρόστιμο 150 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο 1/1-31/1/2007, επειδή δεν υπέβαλε δήλωση ενάρξεως εργασιών.
Κατά όλων των ανωτέρω καταλογιστικών πράξεων, ο εκκαλών-ενάγων άσκησε, εμπροθέσμως, την υπ' αριθμ. 294/7.1.2015 ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απερρίφθη, ως αβάσιμη, με την υπ' αριθμ. 1272/31.3.2015 απόφαση του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Επιλύσεως Διαφορών. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, ο εκκαλών-ενάγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 594/2016 απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή, καθ' ό μέρος, αυτή στρεφόταν κατά των κεφαλαίων της αποφάσεως, που αφορούσαν στις υπ' αριθμ. 371, 372 και 373/21.11.2014 πράξεις επιβολής προστίμων ΚΒΣ, ενώ, κατά τα λοιπά, ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως.
Επίσης, με την υπ' αριθμ. 4763/24-5.2016 προσφυγή του, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο εκκαλών-ενάγων ζήτησε την ακύρωση της υπ' αριθμ. 1272/31.3.2015 αποφάσεως του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Επιλύσεως Διαφορών, κατά τα κεφάλαιά της, που αφορούσε η υπ' αριθμ. 294/7.1.2015 ενδικοφανής προσφυγή του εκκαλούντος-ενάγοντος κατά των υπ' αριθμ. 367, 368, 369 και 370/21.11.2014 πράξεων του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Σερρών, οι οποίες αφορούσαν φόρους, λόγω μη υποβολής περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ και πρόστιμο, λόγω μη δηλώσεως ενάρξεως εργασιών, το ως άνω Δικαστήριο, όμως, απέρριψε κατ' ουσίαν και την προσφυγή αυτή, δυνάμει της υπ' αριθμ. 352/2017 αποφάσεώς του.
Τελικώς, ο εκκαλών-ενάγων εξόφλησε όλα τα παραπάνω καταλογισθέντα εις βάρος του ποσά, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 33291/17-5.2017 βεβαίωση της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογικής Διοικήσεως. Λίγες ημέρες πριν από τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 352/2017 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης (15.2.2017) και, συγκεκριμένα, στις 8.2.2017, ο εκκαλών-ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η, ήδη, εκκαλουμένη απόφαση.
Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε ότι, η εφεσίβλητη-εναγομένη μετήλθε απατηλή συμπεριφορά, εις βάρος του εκκαλούντος-ενάγοντος είτε, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων είτε, μεταγενεστέρως, εκδίδοντας τα τιμολόγια, με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του π.δ. 186/1992 και μη ενημερώνοντάς τον για την παράλειψη αποστολής αυτών προς την αρμόδια ΔΟΥ.
Ειδικότερα, όσον αφορά τη δεύτερη σύμβαση, που καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων, στις 14.10.2008, υπήρχε ρητός όρος (υπ' αριθμ. 3-5), με τον οποίο προβλεπόταν υποχρέωση του ιδίου του εκκαλούντος-ενάγοντος για την πληρωμή κάθε φόρου εισοδήματος και άλλου φόρου, που θα ήταν πληρωτέος σε σχέση με τις πληρωμές, που θα του καταβάλλονταν από την εφεσίβλητη-εναγομένη, με επιπρόσθετη, μάλιστα, συμφωνία για την ανάληψη εκ μέρους του της ευθύνης του να αποζημιώσει την εφεσίβλητη-εναγομένη, για κάθε τυχόν δαπάνη της από παράλειψή του να δηλώσει οποιοδήποτε εισόδημα ή άλλους φόρους.
Υπογράφοντας, επομένως, ο εκκαλών-ενάγων την εν λόγω σύμβαση, στην οποία περιλαμβανόταν και ο παραπάνω όρος, σημαίνει ότι, γνώριζε καλώς και αποδεχόταν το ότι, ήταν υπόχρεος στην καταβολή ΦΠΑ και κάθε άλλου φόρου και, δη, πέραν του εκ του νόμου παρακρατούμενου φόρου του 20%, αναλαμβάνοντας, μάλιστα και την ευθύνη αποζημιώσεως της εφεσίβλητης-εναγομένης, σε περίπτωση, που, η τελευταία υφίστατο ζημία από παράλειψή του για την καταβολή τέτοιων φόρων.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη της εφεσίβλητης-εναγομένης, όσον αφορά τα ποσά, που καταλογίσθηκαν, εις βάρος του εκκαλούντος-ενάγοντος, από τα υπ' αριθμ. 484/31.1.2009, 507/29.4.2009, 528/20.7.2009 και 561/31.12.2009 τιμολόγια, με την υπ' αριθμ. 373/21.11.2014 πράξη επιβολής προστίμου, λόγω μη τηρήσεως βιβλίων και εκδόσεως στοιχείων (συνολικού ποσού 89.871,71 ευρώ) και με την υπ' αριθμ. 369/ 21.11.2014 πράξη οριστική πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ (συνολικού ποσού 37.321,44 ευρώ).
Όσον, δε, αφορά την αρχική με ημερομηνία 3.10.2004 σύμβαση χορηγίας, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά τις διαπραγματεύσεις του εκκαλούντος-ενάγοντος με τους νομίμους εκπροσώπους της εφεσίβλητης-εναγομένης, οι τελευταίοι προέβησαν σε οποιαδήποτε διαβεβαίωση προς τον εκκαλούντα-ενάγοντα και στον μάνατζέρ του, Π.
Κ. , περί του ότι, αυτός (ο εκκαλών-ενάγων) δεν είχε την ιδιότητα του επιτηδευματία και, ότι, γι αυτό το λόγο, δεν υποχρεούτο να τηρεί βιβλία εσόδων-εξόδων, να εκδίδει τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και να αποδίδει ΦΠΑ (ειδικώς, δε, όσον αφορά στην επίκληση του ν. 3522/2006, δεν ήταν-εκ των πραγμάτων-δυνατή η επίκλησή του από την εφεσίβλητη-εναγομένη, δεδομένου ότι, το έτος 2004, ο νόμος αυτός δεν είχε ακόμη εκδοθεί, ενώ, επιπλέον, με το νόμο αυτόν, προβλέφθηκε, μόνον, η φορολόγηση των αμοιβών των αθλητών με ποσοστό 20%, χωρίς να σημαίνει ότι καταργούσε την υποχρέωσή τους για απόδοση ΦΠΑ.
Από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Τ. Δ. και Π. Δ. , δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε ασφαλή προς τούτο κρίση, δεδομένου ότι, οι μάρτυρες αυτοί δεν ήταν παρόντες κατά τις διαπραγματεύσεις, που αφορούσαν τη σύμβαση του εκκαλούντος-ενάγοντος, αλλά, μεταφέρουν δική τους, προσωπική εμπειρία από τις δικές τους ατομικές συμβάσεις με την εφεσίβλητη-εναγομένη, ενώ, αντίθετα, την ύπαρξη τέτοιων διαβεβαιώσεων διέψευσαν, ενόρκως, με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα, οι παρόντες, κατά τις συναντήσεις εκείνες, ως εκπρόσωποι της εφεσίβλητης-εναγομένης, Γ.
Μ. και Β. Μ. . Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι, ο μάρτυρας, που εξετάσθηκε, με επιμέλεια του εκκαλούντος-ενάγοντος, Τ. Δ. , κληθείς από τη Φορολογική Αρχή, για να εκθέσει τις απόψεις του επί της προσωπικής του υποθέσεως, ουδόλως, επικαλέσθηκε παραπλανητική-σε βάρος του-συμπεριφορά της εφεσίβλητης-εναγομένης (όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 17.6.2016 Εκθεση Ελέγχου της ΔΟΥ Αμπελοκήπων).
Την αυτή στάση κράτησε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και ο εκκαλών-ενάγων, κατά την υποβολή των δικών του αντιρρήσεων, ενώπιον των ελεγκτών, με τις οποίες (αντιρρήσεις), παρ' όλο, που είχε πληροφορηθεί την έκδοση από την εφεσίβλητη-εναγομένη των τιμολογίων, με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του π.δ. 186/1992 (έκδοση τιμολογίων λόγω αρνήσεως του εκδότη), όχι, μόνον, δεν υποστήριξε ότι, έπεσε θύμα εξαπατήσεως από την τελευταία, αλλά, αντίθετα, εξέφρασε ότι, τόσον, η εφεσίβλητη-εναγομένη, όσον και αυτός ο ίδιος είχαν πλήρη πεποίθηση ότι, επρόκειτο για συμβάσεις, που υπάγονταν, μόνον, στην παρακράτηση του φόρου 20% (ν. 3525/2007), επικαλούμενος, μάλιστα, τόσον για τον εαυτό του, όσο και για λογαριασμό της εφεσίβλητης-εναγομένης, την έννοια της νομικής πλάνης.
Αλλά και στις προσφυγές, που κατέθεσε, o εκκαλών-ενάγων, τα έτη 2015 και 2016, ενώπιον του Διοικητικού Eφετείου Θεσσαλονίκης, αυτός δεν καταλόγισε-ούτε καν ακροθιγώς ή υπαινικτικώς-τέτοια ευθύνη στην εφεσίβλητη-εναγομένη, τούτο, δε, έπραξε, για πρώτη φορά, με την ένδικη αγωγή, που κατατέθηκε τον Φεβρουάριο του έτους 2017, δηλαδή, τρία (3) έτη μετά τη γνώση του για την αιτία του φορολογικού ελέγχου.
Ενώ, δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι, ο εκκαλών-ενάγων, κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων (αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια των συμβάσεων), συνεπικουρείτο από τον εμπειρότατο μάνατζέρ του, Π. Κ. , ο οποίος ήταν παρών στις αρχικές συναντήσεις με τους εκπροσώπους της εφεσίβλητης-εναγομένης (πλην, όμως, δεν εισέφερε τη γνώση του στην πρωτοβάθμια δίκη με τη μορφή βεβαιώσεως, περιβεβλημένης με τον τύπο του όρκου, αλλά, μόνο, μία απλή δήλωση τρίτου, η οποία, κατά τα ανωτέρω προεκτεθέντα, συνιστά ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο), αλλά και από τον πατέρα του, ως φοροτεχνικό και, ως εκ τούτου, είχε επαρκή πληροφόρηση, χωρίς να νοείται λογικώς, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι αυτός (ο εκκαλών-ενάγων) θα ανέμενε να βασισθεί σε οποιεσδήποτε τυχόν διαβεβαιώσεις τρίτων για τις νόμιμες φορολογικές υποχρεώσεις του, διακινδυνεύοντας, μάλιστα, τυχόν τέτοιες διαβεβαιώσεις, αν μη τί άλλο, να είναι λανθασμένες.
Εάν τυχόν, δε, είχε τις οποιεσδήποτε αμφιβολίες για την ιδιότητά του, ως επιτηδευματία και, δη, σε σχέση με τη συγκεκριμένη σύμβαση, μόνη αρμόδια Αρχή για να τον πληροφορήσει, με ασφάλεια, θα ήταν η οικεία ΔΟΥ ή δικηγόρος και, όχι, η μέλλουσα τότε αντισυμβαλλόμενή του, εφεσίβλητη-εναγομένη, η οποία, ουδεμία γνωμοδοτική ή συμβουλευτική αρμοδιότητα είχε ούτε, βέβαια, ιδιαίτερη νομική προς τούτο υποχρέωση.
Το, δε, ζήτημα του, εάν οι χορηγίες συνιστούν δωρεές ή ανταλλακτικές συμβάσεις είχε επιλυθεί εννέα (9) έτη πριν από την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως, με την υπ' αριθμ. 531/1995 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, την οποία έκανε δεκτή ο Υπουργός Οικονομικών (ΠΟΛ 1283/7.11.1995), αλλά, παρ' όλα αυτά, κυριαρχούσε, την εποχή εκείνη (2004) μία εσφαλμένη αντίληψη ή πρακτική των αθλητών, αλλά και ορισμένων εταιρειών, που συμβάλλονταν μαζί τους με συμβάσεις χορηγίας ότι, οι αθλητές είχαν ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση, ίσως και με την πρόσκαιρη ανοχή της Διοικήσεως και των φορολογικών Αρχών, υπό τον απόηχο των πρόσφατων αθλητικών επιτυχιών της Ελλάδος.
Ενώ, τέλος, η παράλειψη της εφεσίβλητης-εναγομένης να αποστείλει τα επίμαχα τιμολόγια Παροχής Υπηρεσιών, που εξέδωσε, στην αρμόδια ΔΟΥ, συνιστά, μεν, αυτοτελή φορολογική παράβαση της τελευταίας, πλην, όμως, η παράβαση αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επιβολή των παραπάνω ποσών, εις βάρος του εκκαλούντος-ενάγοντος, αλλά, ήταν η αφορμή για να καταλήξει ο Φορολογικός Έλεγχος στον τελευταίο.
Δηλαδή, αιτία, για τον καταλογισμό των ποσών αυτών, εις βάρος του εκκαλούντος-ενάγοντος, δεν ήταν η αναγραφόμενη στα τιμολόγια διάταξη του π.δ. 186/1992, αλλά, η εκ μέρους του παράβαση των υποχρεώσεών του για απόδοση ΦΠΑ, για τήρηση βιβλίων εσόδων-εξόδων και για έκδοση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Επομένως, η παράλειψη της εφεσίβλητης-εναγομένης να γνωστοποιήσει στον εκκαλούντα-ενάγοντα την έκδοση των τιμολογίων από την ίδια, με βάση την παραπάνω νομική διάταξη, δεν αποσκοπούσε στο να διατηρήσει την πλάνη του από απατηλές της διαβεβαιώσεις, αφού τέτοιες διαβεβαιώσεις δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα.
Άλλωστε, ακόμη και μετά τη σύναψη της από 14.10.2008 συμβάσεως, που περιείχε τον προεκτεθέντα όρο περί ευθύνης του εκκαλούντος-ενάγοντος για την πληρωμή οποιουδήποτε φόρου επί των αμοιβών, που αυτός θα εισέπραττε, ο τελευταίος ουδέποτε προβληματίσθηκε ούτε διαμαρτυρήθηκε ή ζήτησε από την εφεσίβλητη-εναγομένη να του γνωστοποιήσει τον εκ μέρους της τρόπο φορολογικής αντιμετωπίσεως της μη εκδόσεως τιμολογίων εκ μέρους του.
Η στάση αυτή του εκκαλούντος-ενάγοντος και, μετά τη σύναψη της δεύτερης συμβάσεως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, ακόμη και στις αντιρρήσεις, που υπέβαλε στη φορολογική Αρχή, αμφισβήτησε, μεν, την εκ μέρους του άρνηση εκδόσεως τιμολογίων, πλην, όμως, αιτιολόγησε αυτήν, με βάση την ύπαρξη νομικής πλάνης, τόσον, στον ίδιο, όσο και στην εφεσίβλητη-εναγομένη για την έλλειψη υποχρεώσεώς του να εκδίδει τιμολόγια, συνιστάμενης στην από κοινού πεποίθηση ότι, υφίστατο ευνοϊκή για τους αθλητές φορολογική μεταχείριση, οδηγεί στην κρίση ότι, αυτός ο ίδιος πίστευε ότι, η έκδοση των τιμολογίων, υπό την παραπάνω αιτιολογία, από την εφεσίβλητη-εναγομένη, δεν ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Διαφορετικά, δεν νοείται, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τον χρόνο εκείνο, που, ήταν ο πλησιέστερος στην ανακάλυψή του (του εκκαλούντος-ενάγοντος) ότι, είχαν εκδοθεί τα τιμολόγια με αυτήν την αιτιολογία και, επιπλέον, απειλείτο η επιβολή ποινών και προστίμων σε βάρος του, να μην αποδώσει αυτός σχετικές ευθύνες στην εφεσίβλητη-εναγομένη, κατά την απολογία του ενώπιον της φορολογικής Αρχής ή έστω, με μία εξώδικη διαμαρτυρία προς την εφεσίβλητη-εναγομένη, αλλά, αντίθετα, να επικαλεσθεί κοινή νομική τους πλάνη.
Ενώ, η εκ μέρους του εκκαλούντος-ενάγοντος δήλωση των αμοιβών, που είχε εισπράξει από την εφεσίβλητη-εναγομένη, κατά τη χρήση του έτους 2007, στην αντίστοιχη φορολογική του δήλωση με την ένδειξη "ελευθέρια επαγγέλματα" θα μπορούσε, με την ίδια λογική, να θεωρηθεί, ως δική του αντισυναλλακτική συμπεριφορά, καθώς, σε πιθανή φορολογική διασταύρωση, η εφεσίβλητη-εναγομένη θα βρισκόταν φορολογικώς εκτεθειμένη.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά,... το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι, ουδεμία αδικοπρακτική ευθύνη στοιχειοθετείται σε βάρος της εφεσίβλητης-εναγομένης, για την επελθούσα εις βάρος του εκκαλούντος-ενάγοντος ζημία [συνακολούθως, δε, δεν υφίσταται και βάσιμη απαίτησή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απορριπτομένου του δευτέρου (υπό στ.
β') λόγου εφέσεως)] και, ως εκ τούτου, ορθώς απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τη συρρέουσα βάση της αγωγής, που στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, την οποία, το παρόν Δικαστήριο, επιτρεπτώς συμπληρώνει κατ' άρθρο 534 του ΚΠΟΛΔ, απορριπτέος, επομένως, ως αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος εφέσεως, καθ' όλα τα λοιπά σκέλη του (υπό στ. a.i, iii και ίν).
Για τους ίδιους ως άνω λόγους, δεν αποδείχθηκε και ενδοσυμβατική ευθύνη της εφεσίβλητης-εναγομένης,... αφού, η εκ μέρους της έκδοση των τιμολογίων με την ανωτέρω αιτιολογία και η παράλειψη σχετικής ενημερώσεως του εκκαλούντος-ενάγοντος οφειλόταν σε εσφαλμένη, μεν, αλλά, καλόπιστη συμπεριφορά, που απέρρεε από την προεκτεθείσα πεποίθηση περί της ευνοϊκής φορολογικής μεταχειρίσεως των αθλητών, χωρίς πρόθεση επαγωγής ζημίας ή μεθοδεύσεως σε βάρος του εκκαλούντος-ενάγοντος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά της αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αιτία για την οποία υπέστη τελικώς ζημία ο εκκαλών-ενάγων...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 2246/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 147, 149, 281, 288, 330, 914, 932 του ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη δεν μετήλθε απατηλή συμπεριφορά, εις βάρος του αναιρεσείοντος είτε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων είτε μεταγενεστέρως, εκδίδοντας τα τιμολόγια με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του π.δ. 186/1992 και μη ενημερώνοντάς τον για την παράλειψη αποστολής αυτών προς την αρμόδια ΔΟΥ, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται ενδοσυμβατική ούτε και αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι δυνάμει του από 3.10.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, διαρκείας από 3.10.2004 έως 31.7.2008, η εναγομένη ανέλαβε να προμηθεύει και να παραδίδει στον ενάγοντα το αναλυτικώς εκτιθέμενο στο ιδιωτικό συμφωνητικό αθλητικό υλικό, ο δε ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, να χρησιμοποιεί αυτό το υλικό σε όλους τους αγώνες της περιόδου, στις προπονήσεις και σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις του, με ρητή υποχρέωση να εμφανίζεται, όποτε θα καλείτο από την εναγομένη, σε εκδηλώσεις ή συνεντεύξεις, β) ότι ως αντάλλαγμα, για τη συνολική διαφημιστική προβολή και τις υπηρεσίες του ενάγοντος, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει σε αυτόν το ποσό των 100.000 ευρώ για κάθε έτος, ως αντάλλαγμα για τη διαφήμισή της από τη χρήση των προϊόντων της, γ) ότι εν λόγω σύμβαση λειτούργησε ομαλά μεταξύ των διαδίκων και, κατά τη λήξη της, υπεγράφη μεταξύ τους νέα σύμβαση, με ημερομηνία 14.10.2008 και διετή διάρκεια, ήτοι, από τις 10.10.2008 έως τις 10.10.2010, η οποία είχε πανομοιότυπο περιεχόμενο με την αρχική σύμβαση, ήταν, όμως, περισσότερο λεπτομερής και αναλυτική και διαφοροποιείτο, ως προς το ύψος της ετήσιας αμοιβής του ενάγοντος, και ως προς τις υποχρεώσεις του ενάγοντος, αφού συμφωνήθηκε ότι αυτός είναι υπεύθυνος για την πληρωμή κάθε τυχόν επιπλέον φόρου ή κράτησης, ότι όλες οι πληρωμές υπόκεινται στην αφαίρεση του ισχύοντος παρακρατούμενου φόρου (εφόσον συντρέχει περίπτωση), ότι είναι υπεύθυνος για κάθε φόρο εισοδήματος και άλλο φόρο που είναι πληρωτέος σε σχέση με τις πληρωμές που καταβάλλονται από την εναγομένη, ότι συμφωνεί να αποζημιώσει και να αποκαταστήσει, κατόπιν σχετικού αιτήματος, την εναγομένη για κάθε απώλεια, ζημία, απαίτηση, έξοδο και δαπάνη που υπέστη αυτή ως αποτέλεσμα της παράλειψής του να δηλώσει οποιοδήποτε εισόδημα ή άλλους φόρους, δ) ότι η εναγομένη, κατά τις κρίσιμες, εν προκειμένω, χρήσεις (2007-2009), εξέδωσε στο όνομα του ενάγοντος, τα αναφερόμενα οκτώ (8) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (ΤΠΥ), για τα χρήματα, που κατέβαλε σ' αυτόν, βάσει των παραπάνω δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, ε) ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 755/21.12.2013 εντολής ελέγχου του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Σερρών, διενεργήθηκε έλεγχος στον ενάγοντα, μετά το με αρ.
πρωτ. 22659/22.5.2013 δελτίο πληροφοριών της ΔΟΥ Μεγάλων Επιχειρήσεων Αθηνών, με το οποίο γνωστοποιήθηκε ότι η εναγομένη είχε εκδώσει τα ως άνω τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, βάσει του άρθρου 12 παρ. 5 του π.δ. 186/1992 (ΚΒΣ), για τις αμοιβές που κατέβαλε στον ενάγοντα, χωρίς, όμως, η εναγομένη να έχει αποστείλει στη ΔΟΥ Σερρών τα πρωτότυπα των εν λόγω τιμολογίων, στ) ότι η φορολογική Αρχή, λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 531/1995 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, την οποία έκανε δεκτή ο Υπουργός Οικονομικών (ΠΟΛ 1283/7.11.1995), υφίστατο αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και όχι δωρεά, έκρινε, ότι ο ενάγων είχε υποχρέωση, ως επιτηδευματίας, αφενός μεν να τηρεί βιβλίο εσόδων-εξόδων, αφετέρου να εκδώσει τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τις αμοιβές που έλαβε από την εναγομένη, υποβάλλοντας, κατ' αρχάς, στο τμήμα μητρώου της ΔΟΥ, την προβλεπομένη από τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 1 α' του ν. 3859/2000 δήλωση ενάρξεως εργασιών, ζ) ότι κατά τον έλεγχο, που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε τηρήσει κατά τις επίμαχες χρήσεις (2007-2009) βιβλίο εσόδων-εξόδων και, επιπλέον, δεν είχε εκδώσει αντίστοιχα ΤΠΥ για τις αμοιβές που είχε εισπράξει από την εναγομένη, η) ότι ακολούθως εκδόθηκαν από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Σερρών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, οι αναφερόμενες για κάθε διαχειριστική περίοδο πράξεις με τις οποίες επιβλήθηκαν εις βάρος του ενάγοντος τα αναφερόμενα πρόστιμα, λόγω μη εκδόσεως ΤΠΥ και λόγω μη τηρήσεως βιβλίου εσόδων-εξόδων, παράλληλα δε ο ενάγων υποχρεώθηκε να καταβάλει και τους αναφερόμενους κύριους φόρους για κάθε διαχειριστική περίοδο, θ) ότι κατά των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, ο ενάγων άσκησε την υπ' αριθ. 294/7.1.2015 ενδικοφανή προσφυγή και την υπ' αριθμ. 4763/24-5.2016 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απορρίφθηκαν, ι) ότι η εναγομένη δεν μετήλθε απατηλή συμπεριφορά, εις βάρος του ενάγοντος είτε, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων είτε, μεταγενεστέρως, εκδίδοντας τα τιμολόγια, με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του π.δ. 186/1992 και μη ενημερώνοντάς τον για την παράλειψη αποστολής αυτών προς την αρμόδια ΔΥΟ, ια) ότι, ειδικότερα, όσον αφορά τη δεύτερη σύμβαση, που καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων, στις 14.10.2008, υπήρχε ρητός όρος (υπ' αριθμ. 3-5), με τον οποίο προβλεπόταν υποχρέωση του ιδίου του ενάγοντος για την πληρωμή κάθε φόρου εισοδήματος και άλλου φόρου, που θα ήταν πληρωτέος σε σχέση με τις πληρωμές που θα του καταβάλλονταν από την εναγομένη, με επιπρόσθετη, μάλιστα, συμφωνία για την ανάληψη εκ μέρους του της ευθύνης του να αποζημιώσει την εφεσίβλητη-εναγομένη, για κάθε τυχόν δαπάνη της από παράλειψή του να δηλώσει οποιοδήποτε εισόδημα ή άλλους φόρους, πράγμα που σημαίνει ότι ο ενάγων γνώριζε καλώς και αποδεχόταν ότι ήταν υπόχρεος στην καταβολή ΦΠΑ και κάθε άλλου φόρου, αναλαμβάνοντας, μάλιστα και την ευθύνη αποζημιώσεως της εναγομένης, σε περίπτωση που η τελευταία υφίστατο ζημία από παράλειψή του για την καταβολή τέτοιων φόρων και επομένως, δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, όσον αφορά τα επί μέρους αναφερόμενα ποσά που καταλογίσθηκαν εις βάρος του ενάγοντος, ιβ) ότι όσον αφορά την αρχική από 3.10.2004 σύμβαση χορηγίας, δεν αποδείχθηκε ότι κατά τις διαπραγματεύσεις του ενάγοντος με τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης οι τελευταίοι προέβησαν σε οποιαδήποτε διαβεβαίωση προς τον ενάγοντα και στον εκπρόσωπό του, περί του ότι αυτός (ο ενάγων) δεν είχε την ιδιότητα του επιτηδευματία και ότι γι αυτό το λόγο, δεν υποχρεούτο να τηρεί βιβλία εσόδων-εξόδων, να εκδίδει τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και να αποδίδει ΦΠΑ, ιγ) ότι και ο ίδιος ο ενάγων κατά την υποβολή των δικών του αντιρρήσεων, ενώπιον των ελεγκτών, παρόλο που είχε πληροφορηθεί την έκδοση από την εφεσίβλητη-εναγομένη των τιμολογίων, με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του π.δ. 186/1992, όχι μόνο δεν υποστήριξε ότι έπεσε θύμα εξαπατήσεως από την τελευταία, αλλά, αντίθετα, εξέφρασε ότι τόσο η εναγομένη όσο και αυτός ο ίδιος είχαν πλήρη πεποίθηση ότι επρόκειτο για συμβάσεις που υπάγονταν μόνον στην παρακράτηση του φόρου 20% (ν. 3525/2007), επικαλούμενος, μάλιστα, τόσο για τον εαυτό του όσο και για λογαριασμό της εναγομένης την έννοια της νομικής πλάνης, ενώ και στις προσφυγές, που κατέθεσε στη συνέχεια, τα έτη 2015 και 2016, ενώπιον του Διοικητικού Eφετείου Θεσσαλονίκης, δεν καταλόγισε τέτοια ευθύνη στην εναγομένη, ιδ) ότι παρόλο που το ζήτημα εάν οι χορηγίες συνιστούν δωρεές ή ανταλλακτικές συμβάσεις είχε επιλυθεί εννέα (9) έτη πριν από την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως, με την υπ' αριθμ. 531/1995 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, την οποία έκανε δεκτή ο Υπουργός Οικονομικών (ΠΟΛ 1283/7.11.1995), κυριαρχούσε την εποχή εκείνη (2004) μία εσφαλμένη αντίληψη ή πρακτική των αθλητών, αλλά και ορισμένων εταιρειών, που συμβάλλονταν μαζί τους με συμβάσεις χορηγίας ότι οι αθλητές είχαν ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση, ίσως και με την πρόσκαιρη ανοχή της Διοικήσεως και των φορολογικών Αρχών, υπό τον απόηχο των πρόσφατων αθλητικών επιτυχιών της Ελλάδος, ιε) ότι η παράλειψη της εναγομένης να αποστείλει τα επίμαχα τιμολόγια Παροχής Υπηρεσιών, που εξέδωσε, στην αρμόδια ΔΟΥ, συνιστά μεν αυτοτελή φορολογική παράβαση της τελευταίας, πλην όμως η παράβαση αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επιβολή των παραπάνω ποσών εις βάρος του ενάγοντος, αλλά ήταν η αφορμή για να καταλήξει ο Φορολογικός Έλεγχος στον τελευταίο, δηλαδή αιτία για τον καταλογισμό των ποσών αυτών εις βάρος του ενάγοντος δεν ήταν η αναγραφόμενη στα τιμολόγια διάταξη του π.δ. 186/1992, αλλά η εκ μέρους του παράβαση των υποχρεώσεών του για απόδοση ΦΠΑ, για τήρηση βιβλίων εσόδων-εξόδων και για έκδοση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, και, επομένως, η παράλειψη της εναγομένης να γνωστοποιήσει στον ενάγοντα την έκδοση των τιμολογίων από την ίδια, με βάση την παραπάνω νομική διάταξη, δεν αποσκοπούσε στο να διατηρήσει την πλάνη του από απατηλές της διαβεβαιώσεις, αφού τέτοιες διαβεβαιώσεις δεν έλαβαν χώρα, και, συνεπώς, ουδεμία αδικοπρακτική ευθύνη στοιχειοθετείται σε βάρος της εναγομένης για την επελθούσα εις βάρος του ενάγοντος ζημία, και ιστ) ότι δεν υφίσταται ούτε ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, αφού η εκ μέρους της έκδοση των τιμολογίων με την ανωτέρω αιτιολογία και η παράλειψη σχετικής ενημερώσεως του ενάγοντος οφειλόταν σε εσφαλμένη μεν αλλά καλόπιστη συμπεριφορά, που απέρρεε από την πεποίθηση περί της ευνοϊκής φορολογικής μεταχειρίσεως των αθλητών, χωρίς πρόθεση επαγωγής ζημίας ή μεθοδεύσεως σε βάρος του ενάγοντος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά της αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αιτία για την οποία υπέστη τελικώς ζημία ο ενάγων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1417/2022, ΑΚ 5/2020, ΑΠ 2086/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικουρικά προβαλλόμενο, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς του, καθόσον αυτός δεν ισχυρίσθηκε ότι η παράνομη παράλειψη της εναγομένης να αποστείλει στη ΔΟΥ Σερρών τα ΤΠΥ, που εξέδωσε, οδήγησε στην επιβολή των προστίμων ή πολύ περισσότερο ότι αιτία του καταλογισμού των ποσών ήταν η αναγραφόμενη στα ΤΠΥ διάταξη του ΠΔ 186/1992, ούτε διαμαρτυρήθηκε για τα πρόστιμα που ορθώς του καταλογίσθηκαν και γι' αυτό τα κατέβαλε, αξίωσε όμως την αποκατάσταση της ζημίας του από την εναγομένη, καθώς αν η τελευταία δεν του φερόταν όπως του φέρθηκε, δηλαδή κατά τρόπο παράνομο και αντισυμβατικό, είναι βέβαιο ότι δεν θα υφίστατο τη ζημία που υπέστη και συνεπώς το ερώτημα το οποίο έπρεπε να απασχολήσει το Εφετείο ήταν αν η εναγομένη όφειλε να μη ψεύδεται ότι αυτός αρνούνταν να εκδώσει τα ΤΠΥ, εάν η εναγομένη όφειλε να τον ενημερώνει για τις φορολογικές και λογιστικές ενέργειες στις οποίες προέβαινε για λογαριασμό του, ερήμην και εν αγνοία του και εάν, τέλος, υποχρεούνταν η εναγομένη να στέλνει τα τιμολόγια στη ΔΟΥ Σερρών, ώστε να ενημερωθεί αρμοδίως από αυτήν, πλην όμως επί αυτών των ερωτημάτων και συνάμα αγωγικών ισχυρισμών του, ουδεμία απόφανση διέλαβε η προσβαλλόμενη, η οποία απεκρίθη επί μη προταθέντων ή άσχετων με την επίδικη διαφορά ισχυρισμών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων όλους τους άνω προβληθέντες αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη δεν μετήλθε απατηλή συμπεριφορά εις βάρος του αναιρεσείοντος, είτε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων είτε μεταγενεστέρως, εκδίδοντας τα τιμολόγια με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του π.δ. 186/1992 και μη ενημερώνοντάς τον για την παράλειψη αποστολής αυτών προς την αρμόδια ΔΟΥ, ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να αποστείλει τα επίμαχα τιμολόγια Παροχής Υπηρεσιών στην αρμόδια ΔΟΥ, συνιστά μεν αυτοτελή φορολογική παράβαση της τελευταίας, πλην όμως η παράβαση αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επιβολή των παραπάνω ποσών εις βάρος του αναιρεσείοντος, αλλά ήταν η αφορμή για να καταλήξει ο Φορολογικός Έλεγχος στον τελευταίο, δηλαδή αιτία για τον καταλογισμό των ποσών αυτών εις βάρος του αναιρεσείοντος δεν ήταν η αναγραφόμενη στα τιμολόγια διάταξη του π.δ. 186/1992, αλλά η εκ μέρους του παράβαση των υποχρεώσεών του για απόδοση ΦΠΑ, για τήρηση βιβλίων εσόδων-εξόδων και για έκδοση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έκδοση των τιμολογίων με την ανωτέρω αιτιολογία και η παράλειψη σχετικής ενημερώσεως του ενάγοντος οφειλόταν σε εσφαλμένη μεν αλλά καλόπιστη συμπεριφορά, που απέρρεε από την πεποίθηση περί της ευνοϊκής φορολογικής μεταχειρίσεως των αθλητών, χωρίς πρόθεση επαγωγής ζημίας ή μεθοδεύσεως σε βάρος του αναιρεσείοντος, και ότι, σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά της αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αιτία για την οποία υπέστη τελικώς ζημία ο αναιρεσείων.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Δεκεμβρίου 2021 αίτηση του Ά. Χ. του Ι. , για αναίρεση της με αριθμό 2810/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ